Η δήλωση του Τραμπ τη Δευτέρα για παραγωγικές συνομιλίες με το Ιράν οδήγησε σε πτώση την τιμή του πετρελαίου, ωστόσο η ανάκαμψη την Τρίτη υποδηλώνει παρατεταμένο σκεπτικισμό σχετικά με τους ισχυρισμούς του Προέδρου, συμπεριλαμβανομένων και των δηλώσεων του από τον Λευκό Οίκο την Τρίτη το βράδυ, σύμφωνα με τις οποίες το Ιράν έχει συμφωνήσει να μην αποκτήσει ποτέ πυρηνικά και η Τεχεράνη «στην κατάσταση που βρίσκεται, θέλει μία συμφωνία».
Παρά την ανάπαυλα στη Γουόλ Στριτ όμως , το πετρέλαιο βρίσκεται πολύ μακριά από τα προ πολέμου επίπεδα, αφού η Τεχεράνη εξακολουθεί να δίνει ανάμικτα σήματα (σ.σ: υπενθυμίζουμε ότι τη Δευτέρα το Ιράν αρνήθηκε ότι διεξήγαγε οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις το Σαββατοκύριακο με τις ΗΠΑ).
Πέραν τις συγκεχυμένης κατάστασης όμως περί της εκκολαπτόμενης συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν, αναλυτές εκτιμούν ότι ακόμα και αν είχαμε σήμερα την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Ιράν -ΗΠΑ, οι επανειλημμένες επιθέσεις σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή έχουν δημιουργήσει διαταραχές στη χωρητικότητα και τις μεταφορές που δεν λύνονται από τη μια μέρα στην άλλη και που θα διατηρήσουν τις τιμές του πετρελαίου σημαντικά υψηλότερα από ό,τι στην αρχή του έτους.
Επιπλέον, τίθεται και το ερώτημα για το πόσο άμεσα μπορεί να γίνει η πλήρης αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας από τα Στενά του Ορμούζ.
Η Oxford Economics για παράδειγμα εκτιμά πως η διαμετακόμιση μέσω των Στενών του Ορμούζ αναμένεται να επιστρέψει μόνο σταδιακά, αντανακλώντας τον χρόνο που απαιτείται για την επανεκκίνηση των κλειστών εγκαταστάσεων, τον συνεχιζόμενο κίνδυνο επίθεσης, το αυξημένο κόστος αποστολής και ασφάλισης, καθώς και τις δυσκολίες των logistics στην εκκαθάριση των καθυστερήσεων και τις ευρύτερες διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας που σχετίζονται με τον πόλεμο.
Ως εκ τούτου, τα Στενά του Ορμούζ μέχρι και τον μήνα Μάιο θα εμφανίζει μειωμένες ροές, με τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις να συνεχίζουν να διαταράσσουν το εμπόριο κατά τη διάρκεια του δεύτερου και τρίτου τριμήνου.
Τέλος, η Oxford Εconomics εκτιμά ότι η μέση τιμή του Brent θα κινηθεί στα 114 δολάρια ανά βαρέλι το δεύτερο τρίμηνο, με κορύφωση στα 135 δολ. εντός του Απριλίου, ενώ βλέπει εκτόξευση και στην τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη.
Κατά το δεύτερο εξάμηνο όμως θα αρχίσουν λογικά να υποχωρούν οι διαταραχές του Κόλπου και οι πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, οπότε ο οίκος αναμένει ότι οι τιμές θα μειωθούν, με το Brent να κλείνει το έτος στα 78 δολάρια το βαρέλι, ήτοι επίπεδα κατά 30% αυξημένα από τις προβλέψεις στις αρχές της χρονιάς, πριν ξεσπάσει ο πόλεμος.
Ο λόγος που αναφέραμε τις εκτιμήσεις της Οxford Economics πέραν ότι αντικατοπτρίζουν το βασικό σενάριο των περισσότερων οίκων, είναι γιατί εμμέσως δίνουν την απάντηση στο ερώτημα του τίτλου: Tελικά, αγοράζουμε ή πουλάμε πετρέλαιο;
Η απάντηση προφανώς εξαρτάται από το αν είμαστε βραχυπρόθεσμοι ή μεσομακροπρόθεσμοι επενδυτές.
Το υψηλό volatility απαιτεί υψηλά αντανακλαστικά
Οι κερδοσκόποι έχουν βρει ένα πεδίο δόξης λαμπρό, κατοχυρώνοντας τα κέρδη τους μετά από κάθε μεγάλο πράσινο κερί και επαναγοράζοντας κάθε οπισθοχώρηση, δίνοντας στο πετρέλαιο τον χαρακτήρα του απόλυτου καταφυγίου εν μέσω του πολέμου.
Μεγάλα ονόματα όπως η Goldman Sachs αύξησαν τις προβλέψεις τους για το Brent στα 110 δολάρια/βαρέλι για τον Μάρτιο και τον Απρίλιο, ενθαρρύνοντας αγορές λόγω του αυξημένου risk premium, Oπότε η τακτική των πωλήσεων σε τιμές πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι και επαναγορών στη ζώνη των 90 δολαρίων/βαρέλι μέχρι στιγμής έχει αποδώσει.
Βέβαια το «σπορ» απαιτεί άψογα αντανακλαστικά απόλυτα εναρμονισμένα με τις δηλώσεις του Τραμπ στα ειδησιογραφικά πρακτορεία και τις αναρτήσεις του στο Truth Social, όσον αφορά την πρόοδο των «συνομιλιών» με την Τεχεράνη.
Οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές όμως πουλούν το πετρέλαιο σε κάθε ανοδικό του ξέσπασμα μέσα από την οπτική γωνία ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας θα αναγκάσουν τις Κεντρικές Τράπεζες να κρατήσουν τα επιτόκια υψηλά, οδηγώντας σε οικονομική επιβράδυνση. Και πώς μεταφράζεται η οικονομική επιβράδυνση ή ακόμα χειρότερα ο στασιμοπληθωρισμός στην αγορά του πετρελαίου; Mε πτώση της ζήτησης άρα και της τιμής.
Δεν είναι τυχαίο ότι η J.P. Morgan και η EIA παραμένουν απαισιόδοξες για το δεύτερο μισό του 2026, προβλέποντας πτώση των τιμών προς τα 60-70 δολάρια/βαρέλι, καθώς η προσφορά αναμένεται να ξεπεράσει τη ζήτηση.
Παρά ταύτα, πολλοί μακροπρόθεσμοι επενδυτές επενδύουν στις ισχυρές πετρελαϊκές μετοχές λόγω ότι αναμένεται να έχουν υψηλές ταμειακές ροές μέχρι το τέλος του 2026.
Τουτέστιν, οι βραχυπρόθεσμοι επενδυτές αγοράζουν πετρέλαιο ως καταφύγιο εν μέσω του πολέμου και για όσο διαρκέσει, ενώ οι μακροπρόθεσμοι φοβούνται την ύφεση και ρευστοποιούν. Κάποιοι εκ των μακροπρόθεσμων όμως επενδύουν στις πετρελαϊκές μετοχές καθώς θα συνεχίσουν να εμφανίζουν υψηλές ταμειακές ροές μέχρι το τέλος του 2026, λόγω ότι το πετρέλαιο αναμένεται να «σταθεί» σε υψηλότερα επίπεδα από το τέλος του 2025.
Ποντάροντας μόνο στη μεταβλητότητα
Η κοινή λογική λέει ότι το πετρέλαιο μπορεί να κατευθυνθεί αυτή τη στιγμή και επιθετικά προς τα κάτω και επιθετικά προς τα πάνω, ανάλογα με το αν υπάρχει πράγματι πρόοδος στις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ-Ιράν.
Για όσους λοιπόν αγαπούν το ρίσκο, θέλουν να επενδύσουν αποκλειστικά στη μεταβλητότητα και είναι εξοικειωμένοι με τις αγορές παραγώγων, τα παράγωγα πάνω στον δείκτη Cboe Crude Oil ETF Volatility Index -OVX, ήτοι το αντίστοιχο του «δείκτη φόβου» VIX για το πετρέλαιο – έχουν την τιμητική τους.
Οι στρατηγικές Options Straddle & Strangle είναι επίσης ένας διαδεδομένος τρόπος για να κερδίσει κανείς από μεγάλες κινήσεις προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Αγοράζετε ταυτόχρονα ένα Call option και ένα Put option στην ίδια τιμή εξάσκησης και με την ίδια ημερομηνία λήξης.
Η λογική εδώ είναι ότι εάν η τιμή του πετρελαίου κάνει ένα μεγάλο «άλμα» ή μια μεγάλη «βουτιά», το κέρδος από το ένα option θα υπερκαλύψει το κόστος και των δύο.
Εάν όμως η τιμή του πετρελαίου παραμείνει σταθερή ο επενδυτής μπορεί να χάσει το σύνολο του κεφαλαίου που διέθεσε για την αγορά των options.
Η θεμελιώδης εικόνα είναι διαφορετική
Πέραν της κερδοσκοπίας όμως, για τους μεσομακροπρόθεσμους επενδυτές οι τρέχουσες τιμές του πετρελαίου είναι πολύ υψηλές για μια μόνιμη, μακροπρόθεσμη επένδυση, Τουτέστιν η πώληση ή έστω η αποχή είναι η πιο συνετή στρατηγική.
Οι μεγάλες τράπεζες και οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν ότι οι τιμές του πετρελαίου θα σταθεροποιηθούν μακροπρόθεσμα σε χαμηλότερα επίπεδα, με τις εκτιμήσεις να έχουν ένα εύρος μεταξύ 50-80 δολάρια ανά βαρέλι, ελέω της μεγάλης παραγωγής από τις εκτός OPEC+ χώρες, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και τη Βραζιλία.
Η μετάβαση επίσης στην Πράσινη Ενέργεια αναμένεται να επιβραδύνει την αύξηση της ζήτησης για πετρέλαιο μετά το 2030, περιορίζοντας τη δυνατότητα για μόνιμα υψηλές τιμές.
Μέσα από αυτή την οπτική γωνία πολλοί επενδυτές προτιμούν να συμμετέχουν στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή πιο συντηρητικά, επενδύοντας σε εταιρείες πετρελαίου με χαμηλό κόστος παραγωγής και υψηλά μερίσματα, οι οποίες παραμένουν κερδοφόρες ακόμα και με τιμές πετρελαίου χαμηλότερες των 60 δολαρίων/βαρέλι.
Πρόκειται για τους γνωστούς Supermajors -ExxonMobil, Chevron, ConocoPhillips, Devon Energy, Οccidental- και για εξειδικευμένους παραγωγούς χαμηλού κόστους, κυρίως στη Βόρεια Αμερική και τη Μέση Ανατολή, όπως οι Diamondback Energy, Αker ΒP κ.α.
Αποποίηση Ευθύνης: Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δε θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.
