Σε μια περίοδο αυξανόμενων πιέσεων για τα συστήματα υγείας διεθνώς, η φαρμακευτική καινοτομία και τα νέα μοντέλα παροχής φροντίδας αναδεικνύονται σε κρίσιμους παράγοντες τόσο για τη βιωσιμότητα των υπηρεσιών υγείας όσο και για την οικονομική ανάπτυξη. Το μήνυμα αυτό ανέδειξε η Διευθύνουσα Σύμβουλος της Roche Hellas για Ελλάδα και Κύπρο, Kavita Patel, σε διαδοχικές παρεμβάσεις της σε κορυφαία συνέδρια για την υγεία, σκιαγραφώντας τις προκλήσεις αλλά και τις ευκαιρίες για τη χώρα.
Κεντρικός άξονας των τοποθετήσεών της αποτελεί η ανάγκη μετατόπισης της οπτικής γύρω από τη φαρμακευτική δαπάνη: από κόστος σε επένδυση. Όπως υπογράμμισε, διεθνή δεδομένα δείχνουν ότι για κάθε 1 ευρώ που επενδύεται στην υγεία, η οικονομική απόδοση μπορεί να φτάσει έως και τα 3 ή 4 ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει τον πολλαπλασιαστικό ρόλο του κλάδου στην οικονομία.
Την ίδια στιγμή, οι καινοτόμες θεραπείες έχουν συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση των δεικτών υγείας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμβολή τους κατά 35% στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτό το πλαίσιο, η Roche επενδύει συστηματικά στην Έρευνα & Ανάπτυξη, αξιοποιώντας παράλληλα ψηφιακές τεχνολογίες και εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις κλινικές μελέτες, οι οποίες αποτελούν βασικό πυλώνα της καινοτομίας και κρίσιμο εργαλείο για την έγκαιρη πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες. Στην Ελλάδα, η δραστηριότητα της Roche αποτυπώνεται σε σημαντικά μεγέθη: την περίοδο 2015-2025 περισσότεροι από 2.300 ασθενείς συμμετείχαν σε κλινικές μελέτες, ενώ μόνο το 2025, 144 ερευνητικά κέντρα συμμετείχαν σε σχετικά προγράμματα.
Παράλληλα, στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκονται τα νέα μοντέλα παροχής φροντίδας, τα οποία μπορούν να μετασχηματίσουν την εμπειρία του ασθενούς και να βελτιώσουν τη λειτουργία του συστήματος υγείας. Η αξιοποίηση πρακτικών όπως η κατ’ οίκον χορήγηση θεραπειών, η υποδόρια χορήγηση φαρμάκων και η τηλεϊατρική συμβάλλουν τόσο στη μείωση του κόστους όσο και στη βελτίωση της πρόσβασης, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα με έντονες γεωγραφικές ανισότητες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα «ΟΙΚΟΘΕΝ», που υλοποιήθηκε σε συνεργασία με το νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» και επιτρέπει τη χορήγηση θεραπειών στο σπίτι των ασθενών, περιορίζοντας την ανάγκη για νοσοκομειακή παρουσία.
Ωστόσο, παρά τη δυναμική του κλάδου, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις. Όπως επισημάνθηκε, ο μηχανισμός των υποχρεωτικών επιστροφών (clawback) έχει φτάσει σε μη βιώσιμα επίπεδα, αγγίζοντας έως και το 76% της φαρμακευτικής δαπάνης σε ορισμένες κατηγορίες, γεγονός που περιορίζει την ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού.
Ταυτόχρονα, οι υφιστάμενοι περιορισμοί και η έλλειψη ενός σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου χρηματοδότησης δημιουργούν εμπόδια στην ανάπτυξη της κλινικής έρευνας, σε μια περίοδο όπου ο διεθνής ανταγωνισμός εντείνεται και άλλες χώρες προσελκύουν σημαντικά κεφάλαια.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη μεταρρυθμίσεων καθίσταται επιτακτική. Μεταξύ άλλων, επισημαίνεται η σημασία αναθεώρησης του πλαισίου αξιολόγησης τεχνολογιών υγείας (HTA), ώστε να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την κλινική αποτελεσματικότητα αλλά και τον ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο των θεραπειών. Παράλληλα, η κατάργηση ρυθμίσεων όπως ο «κανόνας 5/11» και η αναμόρφωση του μηχανισμού επιστροφών θεωρούνται κρίσιμες για τη διασφάλιση της πρόσβασης των ασθενών στην καινοτομία.
Το βασικό μήνυμα που προκύπτει είναι σαφές: η φαρμακευτική καινοτομία μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία και ταυτόχρονα να αναβαθμίσει την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας. Ωστόσο, για να αξιοποιηθεί αυτή η δυναμική, απαιτείται ένα σταθερό, βιώσιμο και επενδυτικά φιλικό περιβάλλον.
Όπως επισημαίνει η Kavita Patel, η φαρμακευτική καινοτομία δεν αποτελεί πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά μέρος της λύσης – τόσο για το σύστημα υγείας όσο και για την οικονομία συνολικά.
