Τη θετική πορεία των ελληνικών τραπεζών κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 επιβεβαιώνουν τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), με τις τέσσερις συστημικές (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank) να υπερβαίνουν τον μέσο όρο της Ευρωζώνης στην κερδοφορία, ενώ παράλληλα συνεχίζουν να ενισχύουν την κεφαλαιακή τους βάση και να διατηρούν υψηλή ρευστότητα.
Τα στοιχεία που δημοσίευσε την Παρασκευή η ΕΚΤ για τις 111 σημαντικότερες τράπεζες που εποπτεύει δείχνουν ακόμη ότι η εξυγίανση των ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών συνεχίζεται, με τους δείκτες ποιότητας ενεργητικού να βελτιώνονται και την απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να περιορίζεται σημαντικά.
Οι βασικοί δείκτες
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ για το πρώτο τρίμηνο του 2026, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν:
- Συνολικό ενεργητικό: 355,2 δισ. ευρώ, από 326,6 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.
- Ίδια κεφάλαια: 39 δισ. ευρώ, από 34,9 δισ. ευρώ.
- Return on Equity (RoE): 10,97%.
- Καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin): 2,72%.
- Cost-to-Income Ratio: 37,35%.
- Cost of Risk: 0,23%.
- Δείκτης CET1: 15,18%.
- Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας: 20,07%.
- Leverage Ratio: 7,71%.
- Loan-to-Deposit Ratio: 64,88%.
- Liquidity Coverage Ratio (LCR): 188,62%.
- Net Stable Funding Ratio (NSFR): 133,52%.
Κερδοφορία πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Η μέση απόδοση ιδίων κεφαλαίων (RoE) των σημαντικών τραπεζών της Ευρωζώνης διαμορφώθηκε κοντά στο 10%, ενώ οι ελληνικές τράπεζες πέτυχαν 10,97%, παραμένοντας πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αντίστοιχα, το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο (Net Interest Margin) στο 2,72% εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, στηρίζοντας την οργανική κερδοφορία των τραπεζών.
Ο δείκτης Cost-to-Income διαμορφώθηκε στο 37,35%, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτούνται λιγότερα από 38 ευρώ λειτουργικού κόστους για κάθε 100 ευρώ εσόδων, επίδοση που θεωρείται ιδιαίτερα ανταγωνιστική σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Την ίδια ώρα, ο δείκτης Cost of Risk περιορίστηκε στο μόλις 0,23%, γεγονός που αποτυπώνει τις χαμηλές νέες προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις και τη βελτιωμένη ποιότητα του χαρτοφυλακίου δανείων.
Τα «κόκκινα» δάνεια πλησιάζουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Η εικόνα των μη εξυπηρετούμενων δανείων συνεχίζει να βελτιώνεται.
Με βάση τον δείκτη που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ, ο οποίος εξαιρεί τα διαθέσιμα στις κεντρικές τράπεζες και τις λοιπές καταθέσεις όψεως, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL) διαμορφώθηκε στο 2,97% στο τέλος του πρώτου τριμήνου του 2026, έναντι 3,34% ένα χρόνο νωρίτερα, πλησιάζοντας πλέον τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, που διαμορφώθηκε στο 2,18%.
Παράλληλα, η ΕΚΤ καταγράφει και στοιχεία για τα δάνεια Stage 2, δηλαδή δάνεια που δεν έχουν ακόμη εμφανίσει καθυστέρηση άνω των 90 ημερών (άρα δεν είναι «κόκκινα»), αλλά παρουσιάζουν σημαντική αύξηση πιστωτικού κινδύνου από τη στιγμή της χορήγησής τους.
Το ποσοστό στις τέσσερις συστημικές της Ελλάδας διαμορφώθηκε στο 6,54% για το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 6,59% στο τέταρτο τρίμηνο του 2025 και 7,28% από το τέταρτο τρίμηνο του 2025.
Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος για τα Stage 2 δάνεια στο πρώτο τρίμηνο του 2026 διαμορφώθηκε στο 9,29%.
Ισχυρή κεφαλαιακή θέση
Στο μέτωπο των κεφαλαίων, οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να ενισχύονται μέσω της οργανικής κερδοφορίας.
Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 διαμορφώθηκε στο 15,18%, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας έφθασε το 20,07%.
Αν και ο μέσος δείκτης CET1 των σημαντικών τραπεζών της Ευρωζώνης παραμένει ελαφρώς υψηλότερος, πάνω από το 16%, η απόσταση έχει περιοριστεί σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ρευστότητα
Ιδιαίτερα ισχυρή παραμένει η εικόνα της ρευστότητας.
Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio - LCR) διαμορφώθηκε στο 188,62%, ενώ ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (Net Stable Funding Ratio - NSFR) στο 133,52%, επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο του 100%.
Την ίδια στιγμή, ο δείκτης Loan-to-Deposit Ratio διαμορφώθηκε στο 64,88%, γεγονός που δείχνει ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να χρηματοδοτούν το μεγαλύτερο μέρος του χαρτοφυλακίου δανείων μέσω των καταθέσεων, χωρίς να αντιμετωπίζουν πιέσεις στη χρηματοδότησή τους.
