Το «κοκτέιλ» των κινδύνων για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα 
Shutterstock
Shutterstock

Το «κοκτέιλ» των κινδύνων για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα 

Την ανάγκη μετάβασης από την «ανθεκτικότητα» στη μεγαλύτερη «θωράκιση» της παγκόσμιας οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος αναδεικνύει η ετήσια έκθεση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών, προειδοποιώντας ότι το επόμενο διάστημα οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις θα κινηθούν σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών, δημοσιονομικών και χρηματοπιστωτικών κινδύνων.

H «Διεθνής» των κεντρικών τραπεζών σημειώνει ωπς η  παγκόσμια οικονομία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα το 2025, παρά την αύξηση των δασμών, την εμπορική αβεβαιότητα και τις γεωπολιτικές εντάσεις. Η ανθεκτικότητα αυτή στηρίχθηκε σε τρεις παράγοντες: στη μικρότερη του αναμενομένου επίπτωση των δασμών, στην αναδιάταξη των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων και κυρίως στην επενδυτική δυναμική που δημιούργησε η τεχνητή νοημοσύνη.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή άλλαξε στις αρχές του 2026, μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή και τη διακοπή της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ, που προκάλεσε νέο ενεργειακό σοκ. Η BIS σημειώνει ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας επανέφερε τον πληθωρισμό πάνω από τους στόχους των κεντρικών τραπεζών, ενώ οι επιπτώσεις ενδέχεται να διαρκέσουν, καθώς οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας περνούν σταδιακά σε βασικές εισροές της βιομηχανίας και της αγροτικής παραγωγής.

Οι μεγάλες προκλήσεις

Η πρώτη μεγάλη πρόκληση αφορά επομένως τον πληθωρισμό.

Η BIS επισημαίνει ότι οι τιμές πλαστικών και λιπασμάτων έχουν αυξηθεί σημαντικά, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερες πιέσεις στο κόστος παραγωγής και στις τιμές τροφίμων. Το κρίσιμο ερώτημα για τις κεντρικές τράπεζες είναι εάν το νέο σοκ θα παραμείνει προσωρινό ή εάν θα δημιουργήσει δεύτερο γύρο πληθωριστικών πιέσεων, όπως συνέβη την περίοδο 2021-2023.

Η δεύτερη πρόκληση συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Η έκθεση αναγνωρίζει ότι οι επενδύσεις σε υποδομές AI στήριξαν την ανάπτυξη, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, με θετικές επιδράσεις και σε άλλες οικονομίες μέσω των εφοδιαστικών αλυσίδων. Παράλληλα όμως προειδοποιεί ότι οι υψηλές αποτιμήσεις, ο έντονος ανταγωνισμός και η πιθανότητα υπερεπένδυσης μπορεί να μετατραπούν σε πηγή αστάθειας, εάν οι προσδοκίες για τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης δεν επιβεβαιωθούν.

Η τρίτη πρόκληση αφορά τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Η BIS προειδοποιεί ότι οι εύκολες χρηματοδοτικές συνθήκες, τα συμπιεσμένα risk premia και οι αυξημένες αποτιμήσεις μπορεί να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστής κινδύνου σε περίπτωση απότομης διόρθωσης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αυξανόμενη σημασία του private credit, στη μόχλευση σε βασικές αγορές και στον ρόλο των μη τραπεζικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

Η τέταρτη και ίσως πιο συστημική πρόκληση είναι το δημόσιο χρέος.

Η BIS υπογραμμίζει ότι πολλές οικονομίες εισήλθαν στη νέα ενεργειακή κρίση με περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, υψηλό χρέος και αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης. Η δημοσιονομική πολιτική έχει συχνά επεκταθεί στις κρίσεις, αλλά δεν έχει προσαρμοστεί επαρκώς στις περιόδους ανάκαμψης. Αυτό δημιουργεί ένα νέο πλέγμα κινδύνων μεταξύ κρατών, αγορών ομολόγων, τραπεζών και μη τραπεζικών φορέων.

Η ευρωπαϊκή οικονομία

Για την Ευρώπη, η έκθεση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Ευρωζώνη εμφανίζεται εκτεθειμένη στο ενεργειακό σοκ, κυρίως μέσω των εισαγωγών ενεργειακών προϊόντων και βιομηχανικών εισροών.

Παράλληλα, η BIS σημειώνει ότι η άνοδος των πληθωριστικών προσδοκιών ήταν εντονότερη στις βασικές ευρωπαϊκές αγορές, λόγω της μεγαλύτερης ευαισθησίας της περιοχής στις ενεργειακές διαταραχές.

Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται ξανά μπροστά σε δύσκολη εξίσωση: από τη μία πλευρά πρέπει να αποτρέψει την αποσταθεροποίηση των πληθωριστικών προσδοκιών και από την άλλη να σταθμίσει τις επιπτώσεις των υψηλότερων επιτοκίων στην ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά.

Οι κεντρικές τράπεζες

Η BIS τονίζει ότι σε περιβάλλον υψηλού χρέους η νομισματική πολιτική γίνεται πιο σύνθετη.

Οι αυξήσεις επιτοκίων αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και μπορούν να επηρεάσουν την αξία των ομολόγων που κατέχουν τράπεζες και άλλοι χρηματοπιστωτικοί φορείς. Παράλληλα, εάν οι αγορές αρχίσουν να επανατιμολογούν τον δημοσιονομικό κίνδυνο, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων μπορεί να αυξηθούν απότομα, επιβαρύνοντας τις χρηματοδοτικές συνθήκες.

Σε αυτό το πλαίσιο, η BIS προειδοποιεί ότι οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να χρειαστεί να παρεμβαίνουν συχνότερα για να αποτρέπουν δυσλειτουργίες στις αγορές ομολόγων.

Όμως τέτοιες παρεμβάσεις, εάν επαναλαμβάνονται, μπορεί να δημιουργήσουν κίνδυνο ηθικού κινδύνου, ενθαρρύνοντας υπερβολική ανάληψη ρίσκου από τις αγορές και χαλαρότερη δημοσιονομική πειθαρχία από τις κυβερνήσεις.