Μέσα σε ένα περιβάλλον με εντεινόμενες προκλήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2025, η ελληνική οικονομία διατήρησε ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ευρωζώνης για πέμπτο συνεχές έτος.
Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% - όπως και το 2024 - υποστηριζόμενο από την αύξηση των επενδύσεων, της κατανάλωσης και των καθαρών εξαγωγών, και υποβοηθούμενο από τις χρηματοδοτήσεις του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης, ανέφερε ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς Γιώργος Χαντζηνικολάου μιλώντας στην ετήσια τακτική γενική συνέλευση της Τράπεζας.
Όπως τόνισε, οι θετικές μακροοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα το 2025, επέτρεψαν στον τραπεζικό τομέα να συνεχίσει την θετική του πορεία που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια.
Αναλυτικότερα:
• Κατά τη διάρκεια του 2025, η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών συνέχισε την ανοδική πορεία των τελευταίων ετών, στηριζόμενη κυρίως στην πιστωτική επέκταση, τη σημαντική άνοδο των καθαρών εσόδων από προμήθειες, και την μείωση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο. Ως αποτέλεσμα, η αποδοτικότητα ιδίων κεφαλαίων κινήθηκε σε υψηλό επίπεδο.
• Οι τραπεζικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν το 2025 με ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με το 2024, καταγράφοντας, αύξηση κατά 10,4 δις. ευρώ (έναντι αύξησης 8,6 δις. ευρώ το προηγούμενο έτος), η οποία αποτελεί τη μεγαλύτερη που έχει σημειωθεί μετά την πανδημία. Ως αποτέλεσμα, το συνολικό υπόλοιπο των καταθέσεων ιδιωτών ανήλθε στα 213 δισ.ευρώ, που αντιστοιχεί στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2010.
• Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, και πλέον συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς δείκτες. Ο δε δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) υποχώρησε περαιτέρω στο 3,3% το 2025 (από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024), πλησιάζοντας ακόμη πιο κοντά τον μέσο όρο σε επίπεδο ευρωζώνης (2,2%).
• Αυτές οι θετικές εξελίξεις αντικατοπτρίστηκαν στις αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής αξιολόγησης των ελληνικών συστημικών τραπεζών στην επενδυτική κατηγορία, με αποτέλεσμα την μείωση του κόστους δανεισμού των τραπεζών.
• Η μείωση των επιτοκίων του Ευρωσυστήματος και η μείωση του κόστους αναχρηματοδότησης των τραπεζών από τις αγορές κεφαλαίων και ομολόγων, είχε ως αποτέλεσμα, την μείωση του κόστους του τραπεζικού δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
Οι εξελίξεις το 2025, επιβεβαιώνουν για μια ακόμα φορά την αλληλένδετη σχέση μεταξύ οικονομίας και τραπεζικού τομέα και την δυναμική του ενάρετου κύκλου, και υπογραμμίζουν την σημασία της οικονομικής σταθερότητας και της ανάπτυξης της οικονομίας, ως προϋποθέσεις για τις θετικές αποδόσεις των τραπεζών. Και οι τράπεζες, με την σειρά τους, υποστηρίζουν την οικονομική ανάπτυξη με υγιή πιστωτική επέκταση που στηρίζεται από τα κεφάλαια και τις καταθέσεις που δημιουργούνται από το θετικό περιβάλλον.
Δεν είναι υπερβολή να πω, ότι οι ελληνικές τράπεζες, επωφελούμενες από αυτό το ενάρετο κύκλο, είναι στην καλύτερη θέση των τελευταίων πολλών ετών, με ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια, μεγάλη ρευστότητα, και στην καλύτερη δυνατή θέση να χρηματοδοτήσουν την ελληνική οικονομία, αντανακλώντας την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, τόνισε ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς
Για την Πειραιώς, το 2025 ήταν μια πολύ παραγωγική χρονιά, καθώς υπερέβη τους στόχους της σε όλους τους τομείς, με ορόσημα, τη συστηματική πρόοδο του μετασχηματισμού του Ομίλου, την εδραίωση της υψηλής κερδοφορίας και την ανταμοιβή των μετόχων, μέσω μιας ισχυρής μερισματικής πολιτικής, και την δημιουργία υπεραξίας, επισήμανε ο κ.Χατζηνικολάου. Μιλώντας για το 2026, είπε ότι η Πειραιώς θα συνεχίσει να εξελίσσεται σε έναν οργανισμό, πιο ευέλικτο και πιο ώριμο τεχνολογικά, με τις ψηφιακές δυνατότητες και τη στρατηγική αξιοποίηση δεδομένων να ενσωματώνονται στον πυρήνα του λειτουργικού της μοντέλου, βελτιώνοντας την ικανότητα της να εξυπηρετήσουμε τους πελάτες της πιο αποτελεσματικά.
Χ.Μεγάλου: Παρά τη συνεχιζόμενη διεθνή μεταβλητότητα, τα μακροοικονομικά μεγέθη της Ελλάδας βελτιώνονται με συνέπεια
Παρά τη συνεχιζόμενη διεθνή μεταβλητότητα, τα μακροοικονομικά μεγέθη της Ελλάδας βελτιώνονται με συνέπεια, δημιουργώντας προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης, ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς Χρήστος Μεγάλου μιλώντας στην ετήσια τακτική γενική συνέλευση της Τράπεζας.
Όπως είπε η χώρα διαθέτει πλέον πιστοληπτική αξιολόγηση στην επενδυτική βαθμίδα από όλους τους οίκους αξιολόγησης, με σύγκλιση των spreads των ελληνικών κρατικών ομολόγων στον μέσο όρο της Ευρωζώνης, υποστηριζόμενα από χαμηλότερα επίπεδα ανεργίας, επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα και συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους. Το αναξιοποίητο δυναμικό σε πολλούς τομείς της αγοράς ενισχύει τη στρατηγική δέσμευση της Τράπεζας Πειραιώς να διατηρήσει την Ελλάδα ως την κύρια αγορά δραστηριοποίησής της.
Ο κ. Μεγάλου αναφέρθηκε εκτενώς στις θετικές οικονομικές επιδόσεις της τράπεζας για το 2025, επισημαίνοντας ότι αποτέλεσε ένα έτος ισχυρών επιδόσεων και στρατηγικών κινήσεων. Ο Όμιλoς Πειραιώς συνεχίζει να αναπτύσσεται, καταγράφοντας δυναμική καθαρή πιστωτική επέκταση, εισροές καταθέσεων και περισσότερα υπό διαχείριση κεφάλαια, ενώ η ποιότητα του ενεργητικού παραμένει υψηλή.
«Πετύχαμε απόδοση ιδίων κεφαλαίων 16% με ενσώματα κεφάλαια ανά μετοχή στα 5,9 ευρώ ευρώ. Τα έσοδα μας επέδειξαν ανθεκτικότητα, καθώς το χαρτοφυλάκιο δανείων αυξήθηκε κατά 11% ετησίως, με 3,9 δισ. ευρώ καθαρή πιστωτική επέκταση, υπερβαίνοντας τον ετήσιο στόχο.
Συνεχίζουμε να δημιουργούμε αξία για τους πελάτες μας οι οποίοι μας εμπιστεύονται με τη μεγαλύτερη βάση κεφαλαίων υπό διαχείριση στην Ελλάδα: 66 δισ. ευρώ καταθέσεις και 14,5 δισ.ευρώ επενδυτικά κεφάλαια. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας παραμένουν σε ισχυρά επίπεδα μετά την απόκτηση της Εθνικής Ασφαλιστικής, υποστηρίζοντας την ανάπτυξη, τις διανομές στους μετόχους και τη συνέχιση των επενδύσεων. Ο συνολικός δείκτης κεφαλαίων διαμορφώθηκε στο 18,7% τον Δεκέμβριο 2025», είπε μεταξύ άλλων.
Αναφέρθηκε επίσης αναλυτικά στο Επιχειρηματικό Σχέδιο 2026-2030. Η στρατηγική επικεντρώνεται σε τρεις κύριες προτεραιότητες. Ισχυρή και κερδοφόρος ανάπτυξη, ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και βέλτιστη κατανομή κεφαλαίου εστιάζοντας στη θωράκιση του ισολογισμού, στη διατήρηση υψηλών αποθεμάτων έναντι των εποπτικών απαιτήσεων και στην αύξηση των διανομών στους μετόχους.
