Παραίτηση Στάρμερ: Μπορεί κανείς να επιβιώσει ως πρωθυπουργός στη Βρετανία του σήμερα;
Suzanne Plunkett/Pool Photo via AP
Suzanne Plunkett/Pool Photo via AP

Παραίτηση Στάρμερ: Μπορεί κανείς να επιβιώσει ως πρωθυπουργός στη Βρετανία του σήμερα;

Ο Κιρ Στάρμερ παραιτήθηκε από την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος και, κατά συνέπεια, εν ευθέτω χρόνω και από την πρωθυπουργία του Ηνωμένου Βασιλείου. Τελικά, παρά τις επανειλημμένες διαβεβαιώσεις του ότι θα συνέχιζε να μάχεται, μετά τη σαρωτική νίκη του Άντι Μπέρναμ στην αναπληρωματική εκλογή του Μέικερφιλντ, η πίεση στον Στάρμερ έγινε υπερβολικά μεγάλη για να την αντέξει. Έτσι, γίνεται ο έκτος Βρετανός πρωθυπουργός μέσα σε μία δεκαετία που αποχωρεί από τη θέση του.

Η άμεση αιτία της απόφασής του ήταν η οριστική κατάρρευση της στήριξης προς το πρόσωπό του μέσα στο κόμμα και στο υπουργικό συμβούλιο, κάτι που αποσαφηνίστηκε σε ιδιωτικές συνομιλίες το Σαββατοκύριακο. Με τον τρόπο που παρουσίασε τα σχέδιά του, ο Στάρμερ απέφυγε τον καταιγισμό παραιτήσεων που ανέτρεψε τους Συντηρητικούς πρωθυπουργούς Μπόρις Τζόνσον και Λιζ Τρας.

Ο γενικός στόχος φαίνεται να είναι μια πιο ομαλή μετάβαση – «με αξιοπρέπεια» – σε σχέση με εκείνες που καταγράφηκαν στις πρόσφατες συντηρητικές κυβερνήσεις. Ωστόσο, η φορτισμένη δήλωσή του, στην οποία έκανε απολογισμό της θητείας του στο ανώτατο αξίωμα, εξακολουθεί να αναδεικνύει έναν ηγέτη που γνωρίζει ότι απέτυχε.

Ο Στάρμερ δεν ήταν δημοφιλής ούτε την παραμονή της εισόδου του στην Ντάουνινγκ Στριτ 10. Την παραμονή των γενικών εκλογών του 2024, ο δείκτης καθαρής ικανοποίησης για το πρόσωπό του, σύμφωνα με την Ipsos, βρισκόταν στο -21. Ήταν ιστορικά χαμηλό ποσοστό για εισερχόμενο πρωθυπουργό. Ενώ το 31% των πολιτών δήλωνε ικανοποιημένο από την απόδοσή του, το 52% δήλωνε δυσαρεστημένο, σηματοδοτώντας την πρώτη φορά που ένας ηγέτης εξασφάλισε κοινοβουλευτική πλειοψηφία έχοντας ταυτόχρονα σημαντικά αρνητικό δείκτη αποδοχής.

Ωστόσο, στο περιβάλλον της βρετανικής πολιτικής μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, τέτοια στοιχεία δύσκολα προκαλούσαν εντύπωση. Ο προκάτοχος του Στάρμερ, Ρίσι Σούνακ, μπήκε στην προεκλογική εκστρατεία του 2024 με δείκτη καθαρής ικανοποίησης στο -56, σύμφωνα με τη YouGov.

Τότε, είχα υποστηρίξει ότι ο Στάρμερ πιθανότατα θα γνώριζε άνοδο της δημοτικότητάς του, έχοντας πράγματι πετύχει μια νίκη των Εργατικών έπειτα από 14 μακρά χρόνια. Το 1997, ο Τόνι Μπλερ είχε απολαύσει μια ιστορική «περίοδο χάριτος», με τους δείκτες ικανοποίησης να εκτοξεύονται στο +60 τους μήνες που ακολούθησαν τη νίκη του. Ακόμη και ο Ντέιβιντ Κάμερον είδε την αποδοχή του να ανεβαίνει στο +21 λίγο μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνασπισμού το 2010. Το αξίωμα του πρωθυπουργού συνήθως προσδίδει στον νέο κάτοχό του μια αύρα ικανότητας.

Η δημοτικότητα του Στάρμερ πράγματι βελτιώθηκε. Αλλά μόνο μέχρι ένα είδος χλιαρής ουδετερότητας. Αμέσως μετά τις εκλογές, η καθαρή ευνοϊκή αξιολόγησή του ανέβηκε στο +3 στην πρώτη μετεκλογική δημοσκόπηση της Opinium, ενώ η YouGov κατέγραψε αντίστοιχα ταχεία ανάκαμψη περίπου στο σημείο ισορροπίας. Σε αντίθεση με τον παρατεταμένο ενθουσιασμό των χρόνων του Μπλερ, η «ανάκαμψη» του Στάρμερ ήταν, σε απόλυτους όρους, μια ρηχή βελτίωση που μόλις και μετά βίας τον σήκωσε πάνω από την επιφάνεια προτού τα νερά γυρίσουν ξανά εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, με κριτήριο την κοινοβουλευτική του πλειοψηφία, έμοιαζε να βρίσκεται σε αδιαμφισβήτητη θέση ισχύος. Το ίδιο, όμως, θα μπορούσε να ειπωθεί –και πράγματι ειπώθηκε– για τον Μπόρις Τζόνσον. Μετά τις εκλογές του 2019, γινόταν λόγος για «δεκαετία κυριαρχίας» των Συντηρητικών, με το επιχείρημα ότι η δομική αναδιάταξη του λεγόμενου «κόκκινου τείχους» είχε δημιουργήσει μια σχεδόν μόνιμη πλειοψηφία των Τόρις που θα κρατούσε τους Εργατικούς εκτός εξουσίας έως τη δεκαετία του 2030. Στην πράξη, ο Τζόνσον αποχώρησε λίγο περισσότερο από τρία χρόνια αργότερα και πλέον η συζήτηση αφορά την πιθανή εξαφάνιση των Συντηρητικών.

Ένα επικίνδυνο μοτίβο

Πού πήγε στραβά η πορεία του Στάρμερ; Παραδόξως, η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στη μοίρα του προκατόχου του στην ηγεσία των Εργατικών. Το ιστορικό του Τζέρεμι Κόρμπιν μοιάζει πλέον με εκείνο του Στάρμερ. Μεταξύ 2017 και 2019, οι προσωπικοί δείκτες του Κόρμπιν κατέρρευσαν από ένα ανταγωνιστικό -11 κατά την εκστρατεία του 2017 σε ένα καταστροφικό -44 την περίοδο της ήττας του το 2019. Μέχρι τότε, η στρατηγική ασάφεια που κρατούσε ενωμένο τον συνασπισμό του είχε καταρρεύσει υπό την πίεση του Brexit.

Η άνοδος και η πτώση του Στάρμερ διήρκεσαν σχεδόν ακριβώς το ίδιο χρονικό διάστημα. Και συνέβησαν για ένα σύνολο λόγων που μοιάζουν άβολα παρόμοιοι για να το παραδεχθεί οποιαδήποτε πλευρά του ιδεολογικού φάσματος των Εργατικών. Τόσο την περίοδο 2017-2019 όσο και την περίοδο 2022-2024, το εύθραυστο δημοσκοπικό προβάδισμα των Εργατικών τροφοδοτήθηκε λιγότερο από ενθουσιασμό για την αντιπολίτευση και περισσότερο από την κατάρρευση της κυβερνητικής επάρκειας. Όπως έδειξαν τα στοιχεία από τη «σαρωτική αλλά χωρίς έρωτα» νίκη του 2024, οι Εργατικοί εξασφάλισαν περίπου το 64% των εδρών με μόλις 34% των ψήφων – το χαμηλότερο ποσοστό ψήφων για οποιαδήποτε κυβέρνηση πλειοψηφίας στην ιστορία.

Όπως ο Κόρμπιν πιέστηκε το 2019 από το λαϊκιστικό δεξιό Κόμμα του Brexit και από τους φιλοευρωπαϊστές κεντρώους Φιλελεύθερους Δημοκράτες εξαιτίας της μεσοβέζικης στάσης του στο Brexit, έτσι και ο Στάρμερ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια παρόμοια διπλή πίεση στα μέσα της δεκαετίας του 2020. Από τη μία πλευρά, το Reform UK διέβρωνε την ψήφο των Εργατικών στις μεταβιομηχανικές περιοχές· από την άλλη, το Πράσινο Κόμμα και ανεξάρτητοι υποψήφιοι υπέρ της Γάζας στόχευαν με επιτυχία τους αστικούς προοδευτικούς ψηφοφόρους. Οι Πράσινοι τετραπλασίασαν τελικά τους βουλευτές τους το 2024, ενώ ανεξάρτητοι υποψήφιοι πέτυχαν ιστορικές νίκες σε προπύργια των Εργατικών.

Τα εκλογικά αποτελέσματα των Εργατικών όσο βρίσκονταν στην εξουσία αντανακλούσαν αυτή την πραγματικότητα: απώλειες σε αναπληρωματικές εκλογές τόσο από το Reform UK όσο και από τους Πράσινους, καταστροφικά αποτελέσματα στις τοπικές εκλογές στην Αγγλία και αδυναμία να εκτοπίσουν ένα αποδυναμωμένο και ταλανισμένο από σκάνδαλα Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας βόρεια των συνόρων.

Ενδεικτικά, η τελευταία αυτή παραίτηση σημειώθηκε σχεδόν ακριβώς δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit. Δεν πρέπει να υπάρχει καμία αμφιβολία: τα ρήγματα που δημιουργήθηκαν και παγιώθηκαν εξαιτίας της στιγμής του Brexit εξακολουθούν να βρίσκονται στον πυρήνα της βρετανικής πολιτικής – ακόμη κι αν πολλοί έχουν ξεχάσει τις λεπτομέρειες εκείνης της αντιπαράθεσης.

Όπως έχει υποστηρίξει πρόσφατα ο καθηγητής Τιμ Μπέιλ, η βρετανική πολιτική γίνεται καλύτερα κατανοητή ως παράδειγμα πόλωσης δύο μπλοκ. Οι ψηφοφόροι είναι εγκλωβισμένοι σε ευρύτερα στρατόπεδα ταυτότητας και η στάση απέναντι στο Brexit αποτελεί την κεντρική υποκείμενη μεταβλητή. Ωστόσο, αυτή η πραγματικότητα συγκαλύπτεται από το γεγονός ότι τα μπλοκ αυτά είναι εσωτερικά κατακερματισμένα και μόνο περιστασιακά ασχολούνται ευθέως με το ζήτημα.

Ενώ οι ψηφοφόροι μπορεί κατά καιρούς να ενώνονται απέναντι σε έναν κοινό αντίπαλο, παραμένουν βαθιά διχασμένοι σε άλλες πτυχές της πολιτικής, αφήνοντας ηγέτες όπως ο Στάρμερ –ή ο Κόρμπιν, άλλωστε– να προσπαθούν να κρατήσουν ενωμένο έναν εύθραυστο συνασπισμό, σαν κάστρο στην άμμο που καταρρέει μόλις έρθει το κύμα.


* Ο Nicholas Dickinson είναι Λέκτορας Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ της Μ. Βρετανίας. Το άρθρο του αναδημοσιεύεται αυτούσιο στο Liberal, μέσω άδειας Creative Commons, από τον ιστότοπο TheConversation.com.

The Conversation