Από την Ευρώπη λείπουν 10.400 δισ. ευρώ σε κεφαλαιοποίηση αγοράς 

Από την Ευρώπη λείπουν 10.400 δισ. ευρώ σε κεφαλαιοποίηση αγοράς 

Της Cécile Philippe 

Η ανάγκη για κυριαρχία – ψηφιακή, τεχνολογική, ιατρική, ενεργειακή ή διατροφική – έχει γίνει προτεραιότητα, τουλάχιστον στο πεδίο του διαλόγου. Είναι προφανές ότι η Ευρώπη έχει γίνει εξαιρετικά εξαρτημένη από άλλους για πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει πόσο προβληματικές μπορεί να είναι οι εξαρτήσεις όταν οι συνθήκες αλλάζουν ριζικά λόγω υποκείμενων γεωπολιτικών ή σχετιζόμενων με την υγεία εντάσεων. Το συμπέρασμα, λοιπόν, φαίνεται ξεκάθαρο. Ωστόσο, οι προτάσεις για την αντιμετώπιση του ζητήματος δεν φαίνεται να κατανοούν το μέγεθος του προβλήματος. δηλαδή, την ιλιγγιώδη έλλειψη κεφαλαίων της Ευρώπης. 

Η ψηφιακή εξάρτηση δεν είναι ένας μύθος - στην πραγματικότητα, είναι ακραία στις διαστάσεις της. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Δείκτης Ψηφιακής Εξάρτησης (DDI) που δημοσιεύεται από το Πανεπιστήμιο της Βόννης τοποθέτησε τον βαθμό εξάρτησης της Ευρώπης σε περίπου 0,8 (με 0 για την πλήρη ανεξαρτησία και 1 για την απόλυτη εξάρτηση). Πρόκειται για ένα πολύ υψηλό επίπεδο εξάρτησης, με τις ξένες ψηφιακές τεχνολογίες να κατέχουν κυρίαρχη θέση.

Ομοίως, η Ευρώπη ωχριά σε σύγκριση με τις ΗΠΑ στον αγώνα ταχύτητας την παραγωγή εμβολίων Covid-19. Δύο αμερικανικές εταιρείες που επωφελούνται από ένα πλήρες οικοσύστημα χρηματοδότησης της καινοτομίας – από το επιχειρηματικό κεφάλαιο μέχρι το χρηματιστήριο – κατάφεραν να παραγάγουν εμβόλια σε χρόνο ρεκόρ. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για τις τηλεπικοινωνίες. Η Ευρώπη φαίνεται να υστερεί σε σχέση με τις ΗΠΑ και τις κορυφαίες ασιατικές χώρες όσον αφορά τη δημιουργία δικτύων επόμενης γενιάς όπως το 5G. 

Αυτή η εξάρτηση συνδέεται στενά με την έλλειψη κεφαλαίου. Στην πρώτη βιομηχανική επανάσταση, οι ευνοϊκές θέσεις της Βρετανίας και της Γαλλίας συνδέθηκαν με ένα σημαντικό απόθεμα αποταμιεύσεων, που διοχετεύονταν στις υποδομές (κανάλια, σιδηρόδρομοι κ.λπ.) και στη βιομηχανία της εποχής.

Σήμερα, αυτό το απόθεμα μακροπρόθεσμης αποταμίευσης είναι που λείπει έντονα για τη χρηματοδότηση των «επενδυτικών τειχών» που απαιτούνται για την καινοτομία στις τεχνολογίες επικοινωνίας και πληροφοριών (ΤΠΕ), την ενεργειακή μετάβαση και την ιατρική καινοτομία. 

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μας στο Institut Économique Molinari, από την Ευρώπη λείπουν 10.400 δισεκατομμύρια ευρώ σε κεφαλαιοποίηση της αγοράς. Στο τέλος του 2020, η εταιρική κεφαλαιοποίηση αντιπροσώπευε το 70% του ΑΕΠ στην ΕΕ, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στο 147%.

Μέχρι τώρα, η Ευρώπη αρνιόταν να αντιμετωπίσει αυτό το διαρθρωτικό πρόβλημα. Αντίθετα, επιχειρεί προσωρινές λύσεις με τη μορφή σχεδίων περιορισμένης κλίμακας για την υποστήριξη της καινοτομίας ή έργων που στοχεύουν στην καθιέρωση νέων τρόπων διαμοιρασμού αξίας.

Συγκεκριμένα, η Ευρώπη εξετάζει το ενδεχόμενο εφαρμογής ενός νέου κανονισμού που θα επιτρέψει στον ταλαιπωρημένο τομέα των τηλεπικοινωνιών να χρεώνει τις μεγάλες ψηφιακές εταιρείες για τα δεδομένα που μεταδίδουν μέσω των δικτύων τους. 

Όλες αυτές οι προσεγγίσεις αποτυγχάνουν να απαντήσουν στο κρίσιμο ερώτημα: Πώς μπορούμε να διοχετεύσουμε τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις σε μελλοντικά έργα; Οι άφθονες αποταμιεύσεις ενίσχυσαν την ευρωπαϊκή ανάπτυξη το 1890-1914, οδηγώντας σε αναπτυξιακή έκρηξη στα χημικά, την ηλεκτρική ενέργεια, τα αυτοκίνητα και στη συνέχεια την αεροναυπηγική. Η έλλειψη μακροπρόθεσμης αποταμίευσης εξηγεί τη σημερινή μας παρακμή και την αυθάδη επιτυχία των ΗΠΑ και πολλών άλλων χωρών. 

Εάν η Νότια Κορέα επιδεικνύει μια σχετική ψηφιακή ανεξαρτησία, αυτό, όπως εξηγεί ο Maximilian Mayer, συγγραφέας και καθηγητής διεθνών σχέσεων, συμβαίνει γιατί «η κυβέρνηση της Νότιας Κορέας άρχισε να επενδύει στις ΤΠΕ τη δεκαετία του 1980, μέσω μαζικών, στοχευμένων επενδύσεων στη βασική έρευνα». Στη συνέχεια ανέλαβε τη σκυτάλη για τη χρηματοδότηση των εταιρειών η αγορά και το 2020, η εταιρική κεφαλαιοποίηση αντιπροσώπευε το 132% του ΑΕΠ - διπλάσιο μερίδιο από το αντίστοιχο της Ευρώπης. 

Μέχρι το τέλος του 2020, η συνολική κεφαλαιοποίηση των χρηματιστηρίων της ΕΕ ανερχόταν σε 9.900 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό είναι τέσσερις φορές χαμηλότερο από αυτό των αμερικανικών χρηματιστηρίων (37.700 δισ. ευρώ για το NYSE συν Nasdaq). Το κορυφαίο χρηματιστήριο της ΕΕ, το Euronext, ήταν τέσσερις φορές μικρότερο από το NYSE (που διαπραγματεύεται τις παραδοσιακές μετοχές των ΗΠΑ) και τρεις φορές μικρότερο από το Nasdaq (μετοχές τεχνολογίας). 

Εάν η Ευρώπη υστερεί, αυτό συμβαίνει επειδή μας λείπουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία, τα οποία κατέχουν το 30% των 100.000 δισεκατομμυρίων δολαρίων που επενδύονται στο χρηματιστήριο. Σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, η ΕΕ είχε ένα έλλειμμα 8.900 δισεκατομμυρίων ευρώ σε μακροπρόθεσμες αποταμιεύσεις στο τέλος του 2020. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία αντιπροσώπευαν το 34% του ΑΕΠ στα τέλη του 2021 στην Ευρώπη, σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στα 100%. 

Καθώς τα συνταξιοδοτικά ταμεία είναι μακροπρόθεσμοι παίκτες, με κεφάλαια που επενδύονται για χρόνια ή και δεκαετίες, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην υποστήριξη της καινοτομίας παγκοσμίως. Καθιστούν δυνατή τη χρηματοδότηση μακρών «παρακάμψεων παραγωγής» – έργα που υπόσχονται ένα λαμπρό μέλλον αλλά δεν θα είναι κερδοφόρα για χρόνια. 

Η έλλειψη καινοτομίας στην Ευρώπη δεν είναι πρόβλημα δεξιοτήτων (διαθέτουμε τα εργαλεία και την τεχνογνωσία), αλλά η συνέπεια ενός προβλήματος εκροών που συνδέεται με τη σπανιότητα μακροπρόθεσμων αποταμιεύσεων και προκύπτει από μια σειρά ακατάλληλων ρυθμιστικών επιλογών που έχουν καταστήσει δυσεύρετες τις συνταξιοδοτικές αποταμιεύσεις.

Αν και ένα σημαντικό ποσοστό των συνταξιοδοτικών παροχών παγκοσμίως χρηματοδοτείται από συλλογική ή ατομική κεφαλαιοποίηση και επενδύεται εν μέρει στον τοπικό οικονομικό ιστό, η ΕΕ επωφελείται λιγότερο από αυτό το απροσδόκητο κέρδος. 

Τα συνταξιοδοτικά συστήματα – οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές – δεν μπορούν να αντικατασταθούν από κρατικά προγράμματα στήριξης  ή περισσότερο ή λιγότερο τεκμηριωμένες απόπειρες να μεταβληθεί η κατανομή της αξίας. Δεδομένων των οικονομικών μαζών που απαιτούνται για την επένδυση σε τεχνολογίες ικανές να στηρίξουν τις σημερινές κοινωνίες, είναι απατηλό να ελπίζουμε σε ανεξαρτησία και ανάπτυξη χωρίς κεφάλαιο.

Πρέπει επειγόντως να επανεξετάσουμε τα συνταξιοδοτικά συστήματα, προσθέτοντας μια δόση συλλογικής κεφαλαιοποίησης όπου λείπει. Είναι κάτι το απαραίτητο για τις οικονομίες, την καινοτομία και τους μελλοντικούς συνταξιούχους. 

-- 

Η Cécile Philippe είναι πρόεδρος του οικονομικού ινστιτούτου Μολιναρί (Institut économique Molinari) που εδρεύει στο Παρίσι και τις Βρυξέλλες. 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 4 Σεπτεμβρίου 2023 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του δικτύου Epicenter και τη συνεργασία του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών