Ψηφιακή κυριαρχία: Το τελευταίο κομμάτι ενός ευρωπαϊκού puzzle
Shutterstock
Shutterstock

Ψηφιακή κυριαρχία: Το τελευταίο κομμάτι ενός ευρωπαϊκού puzzle

Η απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να αντικαταστήσει τα Windows με Linux, δηλαδή με λειτουργικό σύστημα ανοιχτού κώδικα, σε υπολογιστές του Γαλλικού Δημοσίου, πριν από μερικά χρόνια θα φαινόταν απλά ως ένα γαλλικό γινάτι. Η Γαλλία από την εποχή του Ντε Γκολ αναζητούσε διακριτό ρόλο για την ίδια και την Ευρώπη στο πλαίσιο των ευρωατλαντικών θεσμών. Η δήλωση του Γάλλου Υπουργού Νταβίντ Αμιέλ ότι «πρέπει να μειώσουμε την εξάρτησή μας από τα αμερικανικά εργαλεία και να ανακτήσουμε τον έλεγχο του ψηφιακού μας μέλλοντος» εκφράζει ολοένα και περισσότερους Ευρωπαίους αξιωματούχους.

Το κρατίδιο Schleswig-Holstein στη βόρεια Γερμανία έχει ήδη ακυρώσει σχεδόν το 80% των αδειών χρήσης αμερικανικού τεχνολογικού «κολοσσού». Η Δανία ξεκίνησε πιλοτικά εναλλακτικές λογισμικού ανοιχτού κώδικα στο Δημόσιο. Η Εσθονία αυξάνει τον κρατικό Προϋπολογισμό για την ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας της (digital sovereignty) ενώ τον Νοέμβριο του 2025, οι 27 χώρες-μέλη της ΕΕ υπέγραψαν κοινή δήλωση για μείωση της ψηφιακής εξάρτησης της Ευρώπης.

Αυτό που αξίζει να παρατηρήσει κανείς είναι ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένες κινήσεις στον κλάδο της τεχνολογίας, αλλά για συνολική αλλαγή πολιτικής υπό την πίεση του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Η «ψηφιακή αυτονομία» δεν είναι ένα αυτόνομο project αλλά εντάσσεται σε μία ευρύτερη πολιτική ενίσχυσης της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας που εκτείνεται σε πολλαπλούς κρίσιμους κλάδους.

Στην άμυνα, η ΕΕ, απαντώντας στη ρωσική απειλή, ανακοίνωσε το πρόγραμμα ReArm Europe, ενθαρρύνοντας τα κράτη-μέλη να αυξήσουν δραστικά τις εξοπλιστικές δαπάνες. Η γερμανική κυβέρνηση ενέκρινε κονδύλι 500 δισ. ευρώ για υποδομές και άμυνα. Στην ενέργεια, η Γαλλία εθνικοποίησε πλήρως την EDF, ενώ πολλές ευρωπαϊκές χώρες ενισχύουν εγχώριες ενεργειακές υποδομές. Στη βιομηχανική πολιτική, ο ευρωπαϊκός κανονισμός για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες αντικατοπτρίζει την πολιτική βούληση μείωσης εξάρτησης από πηγές εκτός ευρωπαϊκής ηπείρου.

Η τεχνολογία είναι απλώς το τελευταίο πεδίο στο οποίο η λογική αυτή εφαρμόζεται - και ίσως το πιο ευαίσθητο. Αμερικανικές εταιρείες ελέγχουν τη συντριπτική πλειονότητα των ψηφιακών υπηρεσιών στην Ευρώπη. Μάλιστα, κατά ορισμένες εκτιμήσεις, το 90% της ψηφιακής υποδομής της ηπείρου βρίσκεται σε χέρια εταιρειών εκτός Ευρώπης.

Υπάρχει ένας πειρασμός να ερμηνεύσει κανείς όλα αυτά επιδερμικά ως αντίδραση στις πολιτικές της Διοίκησης Τραμπ. Ωστόσο, η στροφή των ΗΠΑ προς πολιτικές που ενισχύουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις ξεκίνησε πολύ νωρίτερα και όχι μόνο για να περιοριστεί ο ανταγωνισμός από την Κίνα. Σίγουρα, η υφιστάμενη γεωπολιτική αστάθεια λειτουργεί ως επιταχυντής, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η Ευρώπη συνειδητοποιεί ότι οι νέοι όροι της διεθνούς πολιτικής υπαγορεύουν την προσαρμογή της στα νέα δεδομένα.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία δεν προϋποθέτει την τεχνολογική αυτάρκεια, κάτι που παραμένει ουτοπικό τουλάχιστον σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ενώ θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνη η αντίληψη ότι πρόκειται για μια στροφή αντι-ατλαντικού χαρακτήρα. Μπροστά στην ανάδυση δυνάμεων που δεν μοιράζονται τις πολιτικές και κοινωνικές αξίες της Δύσης, πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η φιλελεύθερη Δημοκρατία, η ρήξη μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ θα ήταν στρατηγικό αυτογκόλ και για τις δύο πλευρές.

Το ζητούμενο δεν είναι η απεξάρτηση αλλά ίσως η στρατηγική επαναδιαπραγμάτευση: μια σχέση λιγότερο ασύμμετρη, στην οποία η Ευρώπη συμμετέχει ως ισότιμος εταίρος και όχι ως εξαρτημένος πελάτης. Πρόκειται για μια συζήτηση που έχει ξεκινήσει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αν το χάσμα δεν γεφυρωθεί, δεν θα ωφεληθεί ούτε η Ευρώπη ούτε οι ΗΠΑ - αλλά εκείνοι που ευνοούνται από τη διάσπαση της Δύσης.


* Ο Νίκος Ιωάννου είναι Σύμβουλος public affairs