Θ. Τσίκας: Η ευρωπαϊκή «αντεπίθεση» στο Ουκρανικό και τα αδιέξοδα του Πούτιν
Vyacheslav Prokofyev/Sputnik, Kremlin Pool Photo via AP
Vyacheslav Prokofyev/Sputnik, Kremlin Pool Photo via AP

Θ. Τσίκας: Η ευρωπαϊκή «αντεπίθεση» στο Ουκρανικό και τα αδιέξοδα του Πούτιν

Μετά την κρίση στον Περσικό Κόλπο, η Ουκρανία επιστρέφει στο προσκήνιο και ο ευρωπαϊκός παράγοντας βγαίνει «μπροστά». Ο Θόδωρος Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), μιλά στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη για τη δυναμική που διαμορφώνεται μετά τη σχετική «αποδέσμευση» Τραμπ από το ιρανικό μέτωπο, τις πιέσεις που συσσωρεύονται για τη Ρωσία και το δύσκολο αφήγημα που αναζητά ο Βλαντιμίρ Πούτιν, καθώς και για την Ευρώπη που περνά από τη στάση της αναμονής στη φάση της αποφασιστικής πρωτοβουλίας και προετοιμασίας για τη στήριξη του Κιέβου - με ή χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Με το σχήμα Ε3 -Γαλλία, Βρετανία και Γερμανία- να αναδεικνύεται σε βασικό άξονα συντονισμού της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την Ουκρανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση να μπορεί να κινείται συντονισμένα πλέον σε θεσμικό επίπεδο, χωρίς το ανάχωμα Όρμπαν, οι Ευρωπαίοι ανεβάζουν «ταχύτητα» επιδιώκοντας να επαναφέρουν το Ουκρανικό στην ατζέντα Τραμπ και να τον κατευθύνουν προς άσκηση πίεσης στη Ρωσία, αλλά ταυτόχρονα να διασφαλίσουν ότι οι ίδιοι θα είναι «εκεί» και ότι η επόμενη μέρα για την Ουκρανία δεν θα καθοριστεί αποκλειστικά από τις κινήσεις του Αμερικανού προέδρου ή από μια διμερή διαπραγμάτευση Ουάσινγκτον-Μόσχας. 

Η συνάντηση του Λονδίνου με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, οι παρεμβάσεις που ακολούθησαν στη σύνοδο κορυφής της G7 στο Εβιάν και οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ αποτυπώνουν αυτή την προσέγγιση, επισημαίνει ο κ. Τσίκας καταγράφοντας παράλληλα την εικόνα που έχει διαμορφωθεί στο πεδίο τους μήνες αυτούς που η διεθνής προσοχή ήταν στραμμένη στον Κόλπο. Μια εικόνα όπου η πρωτοβουλία των κινήσεων δεν βρίσκεται στα χέρια της Ρωσίας σε τακτικό επίπεδο, ενώ το Κίεβο παράλληλα αποδεικνύει πως μπορεί να μεταφέρει τον πόλεμο στο εσωτερικό της Ρωσίας, και αυτό έχει επίδραση τόσο στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο, όσο και στο εσωτερικό της Ρωσίας, με την πίεση στο καθεστώς Πούτιν να εντείνεται.

Ο Θόδωρος Τσίκας, πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος, επισημαίνει ότι πέραν των στρατιωτικών και οικονομικών πιέσεων που αντιμετωπίζει η Ρωσία, αναδεικνύεται πλέον και ένα κρίσιμο πολιτικό ζήτημα για το Κρεμλίνο: το αφήγημα με το οποίο ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα μπορούσε να δικαιολογήσει στο εσωτερικό της χώρας του οποιαδήποτε μετατόπιση από τη λογική της συνέχισης του πολέμου προς μια διαδικασία διαπραγμάτευσης, εκεχειρίας ή «παγώματος» της σύγκρουσης, δίχως να έχει εκπληρώσει τους στόχους που έθεσε εισβάλλοντας προ τετραετίας στο κυρίαρχο έδαφος της Ουκρανίας.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης 

Κύριε Τσίκα, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με την εκτίμησή σας για το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ-Ιράν και τη συνέχιση της διαπραγματευτικής διαδικασίας για να εστιάσουμε έπειτα στη σημερινή μας συζήτηση στο μέτωπο της Ουκρανίας;

Εκτιμώ ότι η ουσία του μνημονίου είναι πως ενώ το Ιράν αποκομίζει ορισμένα άμεσα και πρακτικά οφέλη, οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να αποκομίσουν. Δηλαδή, μέσω της πώλησης του ιρανικού πετρελαίου που θα επιτραπεί εκ νέου, θα εισρεύσουν πολλά δισεκατομμύρια δολάρια στα ταμεία της Τεχεράνης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την άλλη πλευρά, προσδοκούν να εξασφαλίσουν αποτελέσματα μέσα από τη νέα διαπραγμάτευση που ανοίγει.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που συνάγεται από 14 σημεία του μνημονίου. Το Ιράν αποκτά ορισμένα χειροπιαστά οφέλη από την αρχή, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες προσβλέπουν στη διαπραγμάτευση που ακολουθεί. Το κεντρικό ζήτημα, φυσικά, είναι το πυρηνικό πρόγραμμα. Αυτό είναι ο πυρήνας. Παράλληλα, παραμένει το γεγονός, που έχουμε επισημάνει και στις προγενέστερες συνομιλίες μας, ότι δεν υπάρχουν αναφορές στο μνημόνιο ούτε στο θέμα των βαλλιστικών πυραύλων ούτε στο ζήτημα της στήριξης των οργανώσεων που θεωρούνται βραχίονες του Ιράν στην ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Βεβαίως υπάρχει μία πραγματικότητα επί του πεδίου. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έχει δεχθεί πλήγματα, οι βαλλιστικές του δυνατότητες έχουν επίσης πληγεί, ενώ και οι σύμμαχοί του ως έναν βαθμό έχουν αποδυναμωθεί. Το Ιράν δεν βρίσκεται στην ίδια θέση που βρισκόταν πριν από τον πόλεμο.

Αυτή η διαφορετική πραγματικότητα επί του πεδίου είναι που ίσως επιτρέπει στους Αμερικανούς να αφήνουν και αυτή τη «χαλαρότητα» επί των δεσμεύσεων. Παράλληλα, δεν μπορεί φυσικά κανείς να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπάρχουν και πρόσθετες συνεννοήσεις, κάποιες κρυφές συμφωνίες θα μπορούσαμε να πούμε μεταξύ των δύο πλευρών, πέραν των 14 σημείων που γνωρίζουμε δημοσίως, και οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εξέλιξη της διαδικασίας.

Από την αμερικανική σκοπιά, το βασικό σημείο είναι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ απαλλάσσεται από το βάρος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης. Απαλλάσσεται από το κόστος της διαρκούς χρηματοδότησής της, από την ανάγκη διατήρησης χιλιάδων στρατιωτικών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και, φυσικά, η εξέλιξη αυτή συμβάλλει στην αποσυμφόρηση της παγκόσμιας οικονομίας μέσω του ανοίγματος των Στενών του Ορμούζ και της ομαλοποίησης των τιμών.

Αυτό έχει σημασία όχι μόνο για την παγκόσμια οικονομία, αλλά και για τις τιμές των πετρελαιοειδών στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, που αποτελεί φυσικά καίριο ζήτημα για τον Τραμπ εν όψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ουσιαστικά, ο Αμερικανός πρόεδρος αποδέχεται τη χρηματοδότηση των Ιράν διά της πώλησης πετρελαίου ώστε να επιτευχθεί το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και να κλείσει μια κρίση που θα ήταν πολύ δύσκολο να συνεχίσει επ' αόριστον να έχει υπό την ευθύνη του. Αυτό θεωρώ ότι είναι το βασικό αντάλλαγμα.

Από εκεί και πέρα, το πυρηνικό πρόγραμμα παραμένει ένα εξαιρετικά σύνθετο, τεχνικό και δύσκολο ζήτημα. Και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι ενδέχεται να μην μπορέσουν να το επιλύσουν μέσα στις 60 ημέρες που προβλέπονται. Εξ ου και προβλέπεται η δυνατότητα παράτασης των συνομιλιών.

Η περιοχή όμως και η διεθνής κοινότητα απομακρύνονται από τον κίνδυνο μιας άμεσης σύγκρουσης. Και αυτό είναι σημαντικό. Δεν πρέπει να υποτιμάται. Δεν βρισκόμαστε πλέον μπροστά στον κίνδυνο μίας άμεσης πολεμικής αναμέτρησης, ούτε και φαίνεται πιθανή ή δυνατή η επιστροφή σε μια τέτοια κατάσταση, τουλάχιστον έως τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτή είναι, κατά την άποψή μου, η ουσία της συμφωνίας. Βεβαίως θα δοκιμαστεί στην πράξη. Θα υπάρξουν διακυμάνσεις, πισωγυρίσματα και παλινωδίες. Δεν θα πρόκειται για μια ευθύγραμμη διαδικασία. Και αυτό διότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επιδρούν στην περιοχή. Και κυρίως, παραμένει η βαθιά καχυποψία ανάμεσα στις δύο πλευρές ως προς τις πραγματικές προθέσεις της άλλης.Αυτό αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. 

Δηλαδή, ποιαδήποτε κίνηση ή δήλωση μπορεί εύκολα να παρερμηνευθεί, ιδιαίτερα όταν καμία πλευρά δεν θέλει να εμφανιστεί αδύναμη. Και αυτό δυσκολεύει τόσο την εφαρμογή της ίδιας της συμφωνίας όσο και τη συνέχεια των διαπραγματεύσεων για τα κρίσιμα ζητήματα του πυρηνικού προγράμματος. Εκτιμώ, ωστόσο, ότι ούτε η Τεχεράνη ούτε η Ουάσινγκτον έχουν συμφέρον να μπλοκάρουν τη συνολική συμφωνία. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα είχε συνέπειες και για τις δύο πλευρές.

Βέβαια και οι δύο πλευρές επιδιώκουν να δείχνουν πως δεν υποχωρούν και ότι τα συμφωνηθέντα πρέπει να τηρούνται. Εδώ υπεισέρχεται και το ζήτημα του Λιβάνου εξαιτίας του οποίου θα υπάρχουν τριβές, όπως κατέστη εμφανές και από τις χθεσινές εξελίξεις. Η συμφωνία για τον Λίβανο προβλέπει κατάπαυση του πυρός, δεν προβλέπει όμως αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων από τον νότιο Λίβανο. Αυτό είναι ένα ζήτημα που θα χρειαστεί διαχείριση. Η παραμονή ισραηλινών δυνάμεων στον νότιο Λίβανο θα προκαλει αφορμές για ανταλλαγές πυρών με τη Χεζμπολάχ. Εκεί υπάρχει πράγματι ένα ζήτημα διαχείρισης, αλλά πιστεύω ότι θα υπάρξουν ορισμένες ρυθμίσεις ώστε να μην μπλοκαριστεί η συμφωνία.

Ενδεικτικές ήταν οι ιδιαίτερα αιχμηρές δηλώσεις του Τζέι Ντι Βανς προς το Ισραήλ, ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ θα ασκήσει πιέσεις προς τον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Φυσικά όμως πρέπει και το καθεστώς του Ιράν να επιβάλλει στη Χεζμπολάχ να σταματήσει τις επιθέσεις. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν θεωρώ ότι η κατάσταση αυτή θα τινάξει στον αέρα τη συνολική συμφωνία.

Περνώντας στην Ουκρανία, στο μεγάλο αυτό διάστημα κατά την οποίο η διεθνής προσοχή επικεντρώθηκε στη Μέση Ανατολή, παρατηρήθηκε κάποια σημαντική μεταβολή στο πεδίο; 

Από τον Μάρτιο και έπειτα έχει υπάρξει μία ανακατάληψη εδαφών από τους Ουκρανούς σε περιοχές που είχαν καταληφθεί από τους Ρώσους ήδη από τις πρώτες φάσεις της εισβολής. Δεν πρόκειται για μεγάλες εδαφικές μεταβολές. Είναι όμως σημαντικές υπό την έννοια ότι είναι ίσως η πρώτη φορά όχι από την έναρξη του πολέμου, αλλά κατά την τελευταία τριετία, που βλέπουμε μια τέτοια εξέλιξη.

Αυτό καταδεικνύει ότι η πρωτοβουλία των κινήσεων δεν βρίσκεται στα χέρια της Ρωσίας σε τακτικό επίπεδο, στο επίπεδο δηλαδή του πεδίου των επιχειρήσεων, και έχει δώσει έναν διαφορετικό «αέρα» στις ουκρανικές δυνάμεις.

Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι Ουκρανοί έχουν προχωρήσει σημαντικά την τεχνολογία τους. Κυρίως μέσω των drones έχουν καταφέρει να πετύχουν πολύ σοβαρά πλήγματα τόσο στην περιφέρεια της Μόσχας όσο και στην Αγία Πετρούπολη. Και αυτό δείχνει ότι μπορούν να μεταφέρουν τον πόλεμο στο εσωτερικό της Ρωσίας. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει πρωτίστως την εικόνα της «ανίκητης» Ρωσίας. Παράλληλα, δημιουργεί ανησυχία και στον ίδιο τον ρωσικό πληθυσμό. Για ένα μεγάλο μέρος των Ρώσων πολιτών, ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν μέχρι σήμερα κάτι μακρινό, κάτι που εξελισσόταν εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την καθημερινότητά τους και λόγω του γεγονότος ότι η Ρωσία είναι μια τεράστια σε έκταση χώρα. Όταν όμως αρχίζουν να βλέπουν χτυπήματα στη Μόσχα και στην Αγία Πετρούπολη, τότε αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά. 

Κατά συνέπεια, η πίεση στο καθεστώς Πούτιν αρχίζει να εντείνεται. Ένας επιπλέον σημαντικός παράγοντας ως προς αυτό είναι ότι οι Ουκρανοί έχουν πλήξει επανειλημμένα ρωσικά διυλιστήρια. Ως αποτέλεσμα αυτών των επιθέσεων είναι ότι πλέον σε αρκετές περιοχές, περιλαμβανομένης της κατεχόμενης Κριμαίας, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ελλείψεις καυσίμων. Σχηματίζονται ουρές σε πρατήρια και οι πολίτες προμηθεύονται καύσιμα με κουπόνι ιδιαίτερα στην Κριμαία και σε ορισμένες ρωσικές περιοχές κοντινές προς την Ουκρανία. Και αυτό σε μία χώρα που είναι παραγωγός και εξαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η κατάσταση αυτή υποδεικνύει ότι υπάρχουν αδυναμίες - όπως υπάρχουν αδυναμίες και στη ρωσική αεράμυνα. 

Πώς μεταφράζονται όλα αυτά τα τρωτά σημεία στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο; Βλέπουμε την Ευρώπη να κινητοποιείται πιο δυναμικά υπέρ της Ουκρανίας και να επιχειρεί να επαναφέρει το Ουκρανικό στο προσκήνιο και στην ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ μετά την κρίση στον Κόλπο.

Εκτιμώ ότι το σημαντικότερο γεγονός ήταν η συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο μεταξύ των ηγετών της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας και του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, κατά την οποία συζητήθηκε συνολικά το ζήτημα της μελλοντικής στήριξης της Ουκρανίας σε πολιτικό, διπλωματικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο. Και εκεί χαράχθηκε μια στρατηγική - η οποία στρατηγική αποσκοπεί στο να συνεχιστεί η προσπάθεια της Ευρώπης να υποστηριχθεί η Ουκρανία ακόμη και εάν οι Αμερικανοί δεν εξακολουθήσουν να αναμειγνύονται. Με άλλα λόγια, οι Ευρωπαίοι προετοιμάζονται για το δυσμενέστερο σενάριο της μη περαιτέρω εμπλοκής των ΗΠΑ λόγω Τραμπ.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι τρεις αυτές βασικές δυνάμεις, η λεγόμενη Ε3, επιχειρούν να διαμορφώσουν έναν κοινό άξονα δράσης που θα επιτρέψει να συνεχιστεί ο βασικός αγώνας για τη στήριξη της Ουκρανίας ανεξάρτητα από τις αμερικανικές επιλογές.

Από εκεί «περάσαμε» στη σύνοδο κορυφής της G7 στο Εβιάν, όπου οι Ευρωπαίοι έδωσαν την εικόνα στον Ντόναλντ Τραμπ ότι η Ουκρανία δεν είναι μια χαμένη υπόθεση. Αξιοποίησαν ακριβώς τα δεδομένα που περιγράψαμε προηγουμένως από το πεδίο για να αναδείξουν ότι εξακολουθεί να αξίζει να υποστηρίζεται και από τους Αμερικανούς και φυσικά από τον Τραμπ.

Φαίνεται μάλιστα ότι οι συζητήσεις αυτές προκάλεσαν ανησυχία στη Μόσχα. Δεν είναι τυχαίο ότι υπήρξαν διαρροές από ρωσικής πλευράς σύμφωνα με τις οποίες οι Ευρωπαίοι προσπάθησαν να «εξαπατήσουν» τον Ντόναλντ Τραμπ. Αυτό δείχνει ότι στη ρωσική πλευρά αντιλήφθηκαν πως κάτι αλλάζει.

Το πιο χαρακτηριστικό αποτέλεσμα ήταν το κοινό ανακοινωθέν της G7, το οποίο περιέχει αρκετά αυστηρή γλώσσα απέναντι στη Ρωσία και κυρίως αναφέρεται στην υπεράσπιση της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι το κείμενο αυτό το υπέγραψε και ο Τραμπ, δεδομένου ότι γνωρίζουμε πως στο παρελθόν ο ίδιος συζητούσε με τον Βλαντιμίρ Πούτιν σενάρια που δεν διαφύλασσαν αυτά τα τρία στοιχεία. 

Το γεγονός, λοιπόν, ότι υπέγραψε ένα τέτοιο κείμενο έχει τη σημασία του. Φυσικά, ο Τραμπ παραμένει Τραμπ. Αύριο μπορεί να πει κάτι διαφορετικό. Ωστόσο, το γεγονός ότι και ο ίδιος υπέγραψε αυτό το πλαίσιο δείχνει πως υπάρχει μια διαφορετική δυναμική γύρω από το Ουκρανικό ζήτημα. Παράλληλα, είχε και νέα συνάντηση με τον Ζελένσκι στο περιθώριο της συνόδου, κάτι που επίσης έχει τη δική του πολιτική σημασία.

Φθάνουμε τώρα στη χθεσινή Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και παρατηρούμε πλέον μία διαφορετική εικόνα και στο εσωτερικό της ΕΕ. Μετά την ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία για πρώτη φορά συζητήθηκε σοβαρά οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας να μην έχουν πλέον εξάμηνη διάρκεια αλλά ετήσια, ενώ αρχίζουν και να επιταχύνουν οι ηγέτες ώστε να φθάσουν στο 21ο πακέτο κυρώσεων. Στα συμπεράσματα της Συνόδου γίνεται λόγος για τη σημασία της Ουκρανίας ως υπαρξιακού ζητήματος για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και βεβαίως είχαμε και την υψηλής συμβολικής και πολιτικής αξίας απόφαση να ανοίξει το πρώτο Κεφάλαιο των διαπραγματεύσεων ένταξης της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι διατυπώσεις στο κείμενο συμπερασμάτων και οι συνολικές εξελίξεις επαναφέρουν την Ουκρανία στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Κυρίως όμως δείχνουν ότι οι Ευρωπαίοι επιδιώκουν να αποκτήσουν ουσιαστικό ρόλο και να είναι παράγοντας στη μελλοντική διαπραγμάτευση. Δεν θέλουν να περιμένουν τον Ντόναλντ Τραμπ. Θέλουν τη συμμετοχή Τραμπ, αλλά δεν θέλουν να τον περιμένουν. Και πάνω απ' όλα δεν θέλουν να βρεθούν ξανά μπροστά σε μια διμερή διαπραγμάτευση μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας, διότι φυσικά δεν είναι καθόλου βέβαιοι ότι ο Ντόναλντ Τραμπ θα λάβει υπόψιν του τα συμφέροντα των Ευρωπαίων. Συνεπώς, λένε ότι αυτή είναι μία σύγκρουση στην ευρωπαϊκή ήπειρο και εμείς θέλουμε και πρέπει να είμαστε παρόντες.

Ακριβώς πάνω σε αυτό που αναφέρετε, είδαμε ότι έφθασε πλέον και σε επίπεδο Συνόδου Κορυφής η συζήτηση για το εάν, πότε και πώς θα πρέπει να ανοίξει ένας απευθείας ευρωπαϊκός δίαυλος επικοινωνίας με τον Πούτιν - και ποιο πρόσωπο μπορεί να εκπροσωπήσει την Ένωση. Ρεπορτάζ κατέγραψαν διάσταση απόψεων για την προσέγγιση. Ποια η εκτίμησή σας;

Εκτιμώ ότι πριν φτάσουμε στον ορισμό κάποιας προσωπικότητας ή κάποιου ειδικού εκπροσώπου, πρέπει πρώτα να ωριμάσει περισσότερο το τι ακριβώς θα κληθεί να κάνει αυτό το πρόσωπο. Δηλαδή, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ποια θα είναι η εντολή που θα έχει και τι θα επιδιώξει να κάνει.

Υπάρχουν δύο διαστάσεις στο ζήτημα. Από τη μία πλευρά, οι Ευρωπαίοι θέλουν να συμμετάσχουν στις μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Από την άλλη όμως δεν θεωρούν τον εαυτό τους ουδέτερο συνομιλητή. Οι Ευρωπαίοι στέκονται υπέρ του θύματος της ρωσικής επίθεσης - υπέρ της Ουκρανίας. Άρα το πώς θα «ανοίξει» ένας διάλογος με τον Πούτιν και μέσα σε ποιο πλαίσιο θα γίνει χρειάζεται ακόμη συζήτηση ώστε να υπάρξει συναίνεση ανάμεσα στους βασικούς ηγέτες της Ευρώπης.

Η αίσθησή μου είναι ότι αυτό το θέμα δεν έχει ακόμη ωριμάσει Ωστόσο, βλέπουμε βήμα-βήμα να διαμορφώνεται μια κατεύθυνση. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια άμεση εξέλιξη, όμως οι Ευρωπαίοι θέλουν να προετοιμαστούν εγκαίρως για το ενδεχόμενο μιας τέτοιας διαδικασίας. Και κυρίως πιστεύω ότι επιδιώκουν να επιταχύνουν όλες αυτές τις συζητήσεις και όλα αυτά ζητήματα τώρα που έγινε η πολιτική αλλαγή στην Ουγγαρία και έχουν αλλάξει οι ισορροπίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι το ποιοτικό άλμα που συντελείται σήμερα. Διότι μπορούν πλέον με ομόφωνες αποφάσεις να προχωρούν ως Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι μόνο ως Συμμαχία των Προθύμων. Αυτό θέλουν να αξιοποιήσουν. Ίσως και για να μη βρεθούν μπροστά και σε μία δυσκολία με τη Βουλγαρία, όπου εξελέγη φιλορωσική κυβέρνηση που ακόμη όμως δεν έχει βρει τα «πατήματά» της.

Επιταχύνουν, λοιπόν, γιατί φαίνεται και ότι και οι δυσκολίες που έχει η Ρωσία κυρίως ως προς την οικονομία της -που λειτουργεί πλέον μόνο για να χρηματοδοτεί τον πόλεμο- από το τέλος του έτους ή έως τις αρχές του επόμενου δεν θα της επιτρέπουν να συνεχίσει τη σύγκρουση τουλάχιστον στην ίδια έκταση. Άρα, φαίνεται ότι θα αρχίσει να διαμορφώνεται ένα περιβάλλον στο οποίο θα αναζητούνται κάποιες λύσεις - πάγωμα της σύγκρουσης, ανακωχή, πλήρη λήξη, επίσημη ειρήνη; Δεν λέω ότι αυτό θα συμβεί οπωσδήποτε. Πάντως, δεν φαίνεται εύκολο να συνεχιστεί αυτή η σύγκρουση. Συνεπώς, θα αρχίσουν να αναζητούνται από πριν κάποιες προϋποθέσεις ώστε να φθάσουμε σε κάποιο σημείο.

Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση πιο συνεκτικά ανεβάζει «ταχύτητα» και αναμένουμε παράλληλα δείγματα γραφής από τον Ντόναλντ Τραμπ. Πάντως, πιο άμεσα από τον χρονικό ορίζοντα που αναφέρατε δεν διακρίνετε ρεαλιστική προοπτική για κάποια μορφή κατάπαυσης του πυρός

Σίγουρα ο Ντόναλντ Τραμπ πλέον έχει κατά κάποιο τρόπο αποδεσμευτεί από την καθημερινή και βαριά διαχείριση της κρίσης με το Ιράν και ίσως θελήσει να ασχοληθεί με το Ουκρανικό ζήτημα. 

Πιστεύω όμως ότι η μεγαλύτερη δυσκολία βρίσκεται στον Πούτιν. Πώς θα δικαιολογήσει μία διακοπή της επίθεσης, από τη στιγμή που οι βασικοί στόχοι που είχε περιγράψει δεν έχουν επιτευχθεί έπειτα από περισσότερα από τέσσερα χρόνια πολέμου; Εδώ υπάρχει ένα σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Ο Πούτιν χρειάζεται ένα αφήγημα. Χρειάζεται έναν τρόπο να δικαιολογήσει στο εσωτερικό της χώρας του γιατί θα πρέπει να σταματήσει ή να «παγώσει» μια στρατιωτική επιχείρηση για την οποία είχε διατυπώσει πολύ συγκεκριμένους στόχους. 

Ταυτόχρονα δέχεται πιέσεις ένθεν κακείθεν. Υπάρχουν κύκλοι που θεωρούν ότι η Ρωσία δεν μπορεί να συνεχίσει επ' αόριστον και η σύγκρουση πρέπει να λήξει. Υπάρχουν όμως και πιο σκληρές, πιο μιλιταριστικές φωνές που υποστηρίζουν ότι η Μόσχα πρέπει να κλιμακώσει ακόμη περισσότερο και να επιδιώξει μια πιο αποφασιστική στρατιωτική έκβαση. Ο διάλογος στο εσωτερικό της Ρωσίας αρχίζει πλέον και δυσκολεύει και πρέπει ο ίδιος να βρει ένα αφήγημα - και αυτό δεν είναι εύκολο. Επομένως, δεν φαίνεται ότι άμεσα ένα τέτοιο αφήγημα μπορεί να διαμορφωθεί και αυτό είναι το μεγάλο θέμα.

Κλείνοντας κ. Τσίκα, πώς επηρεάζει τη Ρωσία η αποκλιμάκωση στον Περσικό Κόλπο σε επίπεδο οικονομικό-ενεργειακό;

Η Ρωσία είχε αποκομίσει ένα πρόσκαιρο όφελος από την κρίση στον Περσικό Κόλπο, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Ως μεγάλη παραγωγός και εξαγωγός ενέργειας, επωφελήθηκε από αυτή την κατάσταση. Τώρα όμως τα δεδομένα αλλάζουν. Οι τιμές θα υποχωρήσουν. Και λόγω του ότι «μπαίνει» το ιρανικό πετρέλαιο στην αγορά, άρα αυξάνεται η προσφορά, και λόγω της επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ. 

Επομένως, αυτό το πρόσκαιρο οικονομικό «παράθυρο» το χάνει. Σε συνδυασμό και με το ότι μπορεί να επανέλθουν οι αμερικανικές κυρώσεις για το ρωσικό πετρέλαιο που είχαν αρθεί για να αποφευχθεί μία εκτίναξη των τιμών της ενέργειας εξαιτίας του πολέμου στο Ιράν και του αποκλεισμού του Ορμούζ.

Υπάρχει όμως και μία ακόμη κρίσιμη διάσταση. Καθ' όλη τη διάρκεια της κρίσης στον Περσικό Κόλπο, η προσοχή των διεθνών μέσων ενημέρωσης και της διεθνούς κοινότητας είχε μετατοπιστεί σχεδόν αποκλειστικά στη Μέση Ανατολή. Επανέρχεται το Ουκρανικό στο προσκήνιο και αυτό σημαίνει ότι επιστρέφει και η πίεση προς τη Ρωσία.