Π. Τσάκωνας: Το μεγάλο διακύβευμα της Άγκυρας για το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή Άμυνα
Shutterstock
Shutterstock

Π. Τσάκωνας: Το μεγάλο διακύβευμα της Άγκυρας για το ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή Άμυνα

Εισαγωγή στο ΝΑΤΟ 3.0 στη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας και ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Παναγιώτης Τσάκωνας σκιαγραφεί, μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, το πλαίσιο εντός του οποίου η Ατλαντική Συμμαχία εισέρχεται στη φάση της αναγκαστικής προσαρμογής στα νέα δεδομένα. Τι αλλάζει -και τι δεν αλλάζει- ως προς την αποστολή και αποτροπή του ΝΑΤΟ. Το κρίσιμο ενδιάμεσο στάδιο της μετάβασης για την Ευρώπη· τα εμπόδια που καλείται να υπερπηδήσει στην επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας σε ένα περιβάλλον ασφαλείας με «λιγότερη Αμερική» και ο καθοριστικός παράγοντας «ταχύτητα». Το κεφάλαιο Τουρκία. Οι βλέψεις Πούτιν.

Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Σπουδών Ασφάλειας και Ανάλυσης Εξωτερικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κύριος ερευνητής, επικεφαλής του Προγράμματος Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας του ΕΛΙΑΜΕΠ, Παναγιώτης Τσάκωνας, αναλύει την μετάβαση του ΝΑΤΟ προς νέα εποχή τόσο υπό το πρίσμα της σταδιακής αμερικανικής αποδέσμευσης από την ευρωπαϊκή ασφάλεια και των μεγαλύτερων ευθυνών των Ευρωπαίων συμμάχων, όσο και ενώπιον ενός ευρύτερου και πολυεπίπεδου πλέον στρατηγικού περιβάλλοντος, όπου το ΝΑΤΟ θα κληθεί να συντονίσει ένα ολόκληρο οικοσύστημα ασφαλείας: από την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις κυβερνοαπειλές έως την ενέργεια, τις μεταφορές και κρίσιμες υποδομές, και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Ο διαφορετικός ορισμός και ιεράρχηση απειλών μεταβάλλει την ίδια την αντίληψη της αποτροπής, με την ανθεκτικότητα να περνά σε πρώτο πλάνο.

Επισημαίνοντας ότι οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να αναπληρώσουν άμεσα, ούτε πλήρως, δυνατότητες που μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να παράσχουν -η πυρηνική «ομπρέλα», οι στρατηγικές μεταφορές, τα συστήματα πληροφοριών, επιτήρησης, διοίκησης και ελέγχου, και τα προηγμένα οπλικά συστήματα-, ο κ. Τσάκωνας θέτει στο επίκεντρο της ανάλυσής του το κρίσιμο ενδιάμεσο στάδιο προς τη μετάβαση και το πόσο γρήγορα μπορεί να κινηθεί η Ευρώπη. Και εξηγεί γιατί η στρατηγική αυτονομία προϋποθέτει πολύ περισσότερα από υψηλότερες αμυντικές δαπάνες: κοινή στρατηγική κουλτούρα, κοινή πρόσληψη των απειλών -που δεν υφίσταται-, αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων, πέραν σαφώς της ισχυρότερης αμυντικής βιομηχανίας και ηγεσίας και καθοδήγησης στο όλο εγχείρημα. 

Αναλύει ειδικότερα τους διαφορετικούς βαθμούς πρόσληψης της ρωσικής απειλής στο εσωτερικό της Ευρώπης και της Συμμαχίας και πώς αυτό επηρεάζει τόσο τη συνοχή του ΝΑΤΟ όσο και τους στρατηγικούς υπολογισμούς του Βλαντιμίρ Πούτιν. Αναδεικνύει τις προκλήσεις που συνοδεύουν την αξιοπιστία της αποτροπής έναντι της Ρωσίας κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου, ενώ στέκεται ακόμη στο ρήγμα που άφησε ο πόλεμος στο Ιράν στις ήδη ταραγμένες διατλαντικές σχέσεις και στην πολιτική συνοχή της Συμμαχίας, η οποία κλονίστηκε μεν, διατηρείται δε.

Ως προς την Τουρκία, ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο επιχειρεί να τοποθετηθεί στο νέο στρατηγικό περιβάλλον «πατώντας» κυρίως στη γεωγραφική θέση και την αμυντική της βιομηχανία. Η παρατηρούμενη ευρωπαϊκή μετατόπιση απέναντι στην Άγκυρα συνιστά, κατά την ανάγνωσή του, μία πρόχειρη ή ευκαιριακή -και πάντως όχι στρατηγική- επιλογή, ενώ ως προς τη θέση που διεκδικεί η Άγκυρα στα ευρωπαϊκά προγράμματα επανεξοπλισμού, ο κ. Τσάκωνας εκφράζεται υπέρ της υπό όρους και προϋποθέσεις «λογικής της επιβράβευσης» έναντι της «λογικής της τιμωρίας», στο πνεύμα του Ελσίνκι και με άξονες τη συνδιαμόρφωση εκ μέρους της Αθήνας της ατζέντας των ευρωτουρκικών σχέσεων και την εμπέδωση ευρωπαϊκών εγγυήσεων ασφαλείας μέσω του Άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας. 

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Τσάκωνα, στους καιρούς της σταδιακής αμερικανικής αποσύνδεσης από την ευρωπαϊκή ασφάλεια, η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ συνιστά, κατά κάποιον τρόπο, μια «αυτοψία» της διατλαντικής σχέσης. Τι «μετριέται» στην Άγκυρα; Η αντοχή και η φθορά της Συμμαχίας, η προσαρμοστικότητά της στα νέα δεδομένα, η προοπτική ενός ΝΑΤΟ με λιγότερη Αμερική και περισσότερη -αλλά όχι ακόμη έτοιμη- Ευρώπη;

Κατ' αρχάς, η Σύνοδος της Άγκυρας επιχειρεί -ή θα επιχειρήσει- να αντιμετωπίσει προβλήματα τα οποία, για να μείνω και στη διατύπωση της ερώτησής σας, έχει ήδη αναδείξει σειρά «αυτοψιών» και αποτιμήσεων περί της διάβρωσης και αποδυνάμωσης της διατλαντικής σχέσης και του πλήγματος που έχει δεχθεί η αξιοπιστία του ΝΑΤΟ. Οι λόγοι σχετίζονται πρωτίστως με τις επιλογές και τη συμπεριφορά της κυρίαρχης δύναμης της Συμμαχίας, δηλαδή των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον Ντόναλντ Τραμπ - την επιθετική ρητορική απέναντι στην Ευρώπη και συγκεκριμένα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, τα οποία ο Αμερικανός πρόεδρος έχει απειλήσει ακόμη και με αντίποινα και αποβολή από τη Συμμαχία.

Πρόκειται για μία κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής, με σαφώς λιγότερη Αμερική. Το ζήτημα είναι πόσο λιγότερη. Αντίστοιχα, μιλάμε για περισσότερη Ευρώπη. Και εδώ το ερώτημα δεν είναι μόνο πόση περισσότερη Ευρώπη, αλλά κυρίως πόσο σύντομα περισσότερη Ευρώπη, δεδομένων των εμποδίων που καλείται να υπερπηδήσει προκειμένου να επιτύχει αυτό που αποκαλεί στρατηγική αυτονομία. Αυτό συνδέεται με μια σειρά από ζητήματα, που εκτείνονται από την ανάγκη της Ευρώπης να αναπτύξει μία κοινή στρατηγική κουλτούρα ως προς τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος και την πρόσληψη των απειλών, έως τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και, κυρίως, την ανάπτυξη των αναγκαίων δυνατοτήτων. 

Τι σημαίνει πρακτικά το ΝΑΤΟ 3.0; Αν έπρεπε να περιγράψετε τι αλλάζει στρατηγικά σε σχέση με τη Συμμαχία που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, ποια είναι η σημαντικότερη μεταβολή; Μιλάμε μόνο για περισσότερες αμυντικές δαπάνες εκ μέρους των Ευρωπαίων;

Στρατηγικά η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τον τρόπο με τον οποίο το ΝΑΤΟ πλέον θα ορίζει και θα ιεραρχεί τις απειλές. Η Συμμαχία εισέρχεται σε ένα μονοπάτι αντιμετώπισης ενός ευρύτερου και πολυεπίπεδου στρατηγικού περιβάλλοντος.

Οι αναλυτές αναφέρονται συχνά στο στρατηγικό περιβάλλον «πολυκρίσεων» και «μονιμοκρίσεων». Αυτό σημαίνει ότι το ΝΑΤΟ δεν καλείται να αντιμετωπίσει μόνο κράτη -δηλαδή τη Ρωσία στο πλαίσιο της στρατηγικής ανάσχεσής της, καθώς και την Κίνα ως συστημικό αντίπαλο- αλλά και μια σειρά από μη κρατικούς δρώντες, καθώς και ζητήματα και προκλήσεις που σχετίζονται με την τεχνολογική ανάπτυξη, την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις κυβερνοαπειλές, τις κρίσιμες υποδομές και άλλους αντίστοιχους τομείς.

Με βάση αυτή την παρατήρηση, δηλαδή πώς ένα ΝΑΤΟ 3.0 θα ορίζει και θα ιεραρχεί πλέον τις απειλές, είναι εύλογο να αλλάξει και η αντίληψη για το πώς επιτυγχάνεται η αποτροπή στο μέλλον. Δεν θα συζητούμε πλέον με τους όρους του παρελθόντος, δηλαδή κυρίως για αποτροπή μέσω τιμωρίας. Αποτροπή θα επιτυγχάνεται πλέον μέσω ανθεκτικότητας. Με απλά λόγια, το ΝΑΤΟ δεν θα περιορίζεται πλέον στον συντονισμό των αμυντικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων των κρατών-μελών του, αλλά θα επιδιώκει τον συντονισμό ολόκληρου του οικοσυστήματος ασφαλείας: από την τεχνολογία και τις πληροφορίες έως την ενέργεια, τις μεταφορές, την καινοτομία, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την Τεχνητή Νοημοσύνη. 

Ένα ΝΑΤΟ 3.0 προϋποθέτει μεγαλύτερη συμμετοχή της Ευρώπης, που σημαίνει προφανώς αύξηση των αμυντικών δαπανών αλλά και ανάληψη μεγαλύτερων διοικητικών ευθυνών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επανεξετάζουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Ευρώπη και οι Ευρωπαίοι καλούνται να καλύψουν κενά σε κρίσιμες δυνατότητες. Μπορεί αυτό να συμβεί χωρίς να πληγεί η αξιόπιστη αποτροπή έναντι της Ρωσίας;

Πράγματι, οι Ηνωμένες Πολιτείες δρομολογούν τη μείωση της στρατιωτικής τους παρουσίας. Παραμένουν όμως απολύτως απαραίτητες, τόσο λόγω της πυρηνικής «ομπρέλας» που παρέχουν όσο και λόγω μιας σειράς μοναδικών δυνατοτήτων που οι Ευρωπαίοι δεν διαθέτουν, όπως οι στρατηγικές μεταφορές, τα συστήματα πληροφοριών και επιτήρησης, διοίκησης και ελέγχου, καθώς και προηγμένα οπλικά συστήματα. Οι Ευρωπαίοι θα μπορούσαν, άμεσα, να καλύψουν μόνο εν μέρει τα κενά σε αυτές τις κρίσιμες δυνατότητες. 

Υπάρχουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις όσον αφορά τις αμυντικές δαπάνες που έχουν αναληφθεί ήδη από την προηγούμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, στη Χάγη, σχετικά με την επίτευξη του στόχου του 5% του ΑΕΠ. Έχει ιδιαίτερη σημασία και ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται αυτός ο στόχος: το 3,5% αφορά αμιγώς αμυντικές δυνατότητες, ενώ το υπόλοιπο 1,5% συνδέεται με κρίσιμες υποδομές, καινοτομία και αμυντική βιομηχανία. 

Υπάρχουν ειλημμένες αποφάσεις και οι Ευρωπαίοι φαίνεται ότι έχουν ήδη αποφασίσει προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν. Το ζήτημα είναι πόσο γρήγορα μπορούν να «τρέξουν» προς αυτή την κατεύθυνση. Ο χρόνος είναι το κρίσιμο στοιχείο. Μπορούν να συμφωνήσουν στη χρηματοδότηση και στην ανάπτυξη δυνατοτήτων. Εκεί όπου δυσκολεύονται είναι στους χρόνους υλοποίησης. Και ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της Ευρώπης. Αυτό είναι ένα από τα βασικά ζητήματα στα οποία πρέπει να δοθεί προτεραιότητα. Εντός του ΝΑΤΟϊκού πλαισίου θα πρέπει πρώτα να λυθούν ζητήματα που σχετίζονται με τον επιμερισμό των αρμοδιοτήτων, ποιος δηλαδή θα κάνει τι. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι δεδομένο ότι θέλουν σταδιακά να μειώσουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην Ευρώπη. Ωστόσο, είναι μία εξελισσόμενη κατάσταση πραγμάτων και υπάρχουν αντιφάσεις. Βλέπουμε, για παράδειγμα, δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, περί της μείωσης δυνάμεων στην Πολωνία, που εν συνεχεία ανακαλούνται γιατί δεν φέρεται να ήταν σύμφωνος ο Ντόναλντ Τραμπ. Δεν έχει ακόμη αποτελέσει αντικείμενο μιας συνολικής συζήτησης και συμφωνίας με τους Ευρωπαίους το πώς ακριβώς θα πραγματοποιηθεί μια σταδιακή μείωση των αμερικανικών δυνάμεων.

Εξ ου και το μείζον όσον αφορά την αξιοπιστία της αποτροπής έναντι της Ρωσίας είναι το τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια του μεταβατικού σταδίου. Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι η μεταβατική αυτή περίοδος δύναται να δημιουργήσει ένα «παράθυρο ευκαιρίας», το οποίο η Ρωσία μπορεί να επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί. Προσωπικά δεν συμμερίζομαι τόσο πολύ αυτή την εκτίμηση, αν και αναγνωρίζω ότι το προσεγγίζω και ως νοτιοευρωπαίος. Εάν ρωτούσατε κάποιον συνάδελφό μου από την Πολωνία ή τις χώρες της Βαλτικής, θα τοποθετούνταν διαφορετικά.

Σε κάθε περίπτωση, για να μπορέσει η Ευρώπη να «τρέξει», ενόσω οι ΗΠΑ μειώνουν τη στρατιωτική τους παρουσία και εκείνη καλείται να καλύψει τα κενά, θα πρέπει να υπερβεί τη σειρά εμποδίων που προαναφέραμε. Ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της στρατηγικής κουλτούρας, υπάρχουν διαφορετικές προσλήψεις ως προς τις απειλές. Η κοινή αντίληψη για τις απειλές και η αποδοχή της χρήσης βίας αποτελούν ένα μεγάλο ερωτηματικό για την Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες το έχουν λύσει αυτό το ζήτημα. Η Ευρώπη, αντίθετα, κοίταζε από την άλλη ή είχε βολευτεί μέχρι τώρα με το να λύνει το πρόβλημα κάποιος άλλος. 

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της ηγεσίας στην ευρωπαϊκή προσπάθεια για την επίτευξη στρατηγικής αυτονομίας. Για παράδειγμα, θα είναι διατεθειμένη η Γαλλία, η μοναδική πυρηνική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διαθέσει την πυρηνική της αποτρεπτική ισχύ στην υπηρεσία αυτού που ονομάζουμε προωθημένη αποτροπή; Θα πρέπει επιπλέον να ξεπεραστεί η πολυτυπία στην παραγωγή οπλικών συστημάτων.

Αναγκαία, δε, είναι η υπέρβαση εσωτερικών συγκρούσεων μεταξύ των κεντρικών θεσμικών «παικτών» της ΕΕ στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής και άμυνας, ενώ πρόβλημα συνιστά και το φαινόμενο της λεγόμενης «παράλληλης διπλωματίας». Είδαμε χαρακτηριστικά τη διάσταση ανάμεσα στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την Τουρκία και του τρόπου με τον οποίο τοποθετήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω της επίσκεψης της επικεφαλής διπλωματίας Κάγια Κάλας και των δύο επιτρόπων στην Άγκυρα. Όλα αυτά συνιστούν πραγματικά εμπόδια, τα οποία η Ευρώπη θα πρέπει να ξεπεράσει τώρα που καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την άμυνά της και να καλύψει τα κενά που αφήνει η σταδιακή μείωση της αμερικανικής παρουσίας. 

Η μέχρι σήμερα λογική του ΝΑΤΟ βασιζόταν στην υπόθεση ότι οι στρατηγικές διαφωνίες μεταξύ των συμμάχων μπορούν να παραμερίζονται όταν υπάρχει κοινή απειλή. Πώς επηρεάζεται η ίδια η φυσιογνωμία της Συμμαχίας -αλλά και οι υπολογισμοί του Βλαντιμίρ Πούτιν- όταν η Ρωσία δεν αντιμετωπίζεται ως κοινός εχθρός;

Θεωρώ σημαντικό να αναδείξουμε δύο σημεία. Το πρώτο είναι ότι, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, υπήρξε μια επαναφορά της καθαρότητας στο στόχο όσον αφορά το ΝΑΤΟ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ρωσική εισβολή ουσιαστικά «ανέστησε» ένα ΝΑΤΟ που μέχρι τότε είχε φθάσει να χαρακτηρίζεται «εγκεφαλικά νεκρό». Και, βεβαίως υπήρξε μία μεταφορά του κέντρου βάρους της Συμμαχίας προς την Ανατολική Ευρώπη και ταυτόχρονα μία νομιμοποίηση της ανάγκης να αυξήσουν τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ τις αμυντικές δαπάνες.

Από εκεί και πέρα, όμως, θα έλεγα ότι η ρωσική απειλή δεν είναι ζήτημα ουσίας, αλλά βαθμού. Η Ρωσία εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική στρατιωτική απειλή για το ΝΑΤΟ. Η διαφορά έγκειται στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται αυτή η απειλή. Δεν την αντιλαμβάνονται όλα τα κράτη-μέλη με τον ίδιο τρόπο. Για τα γειτονικά της κράτη, όπως οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία, αξιολογείται ως πολύ πιο άμεση και σοβαρή. Αντίθετα, για κράτη που βρίσκονται γεωγραφικά πιο μακριά, όπως χώρες της Νότιας Ευρώπης, η πρόσληψη είναι από ουδέτερη έως εντελώς διαφορετική. Επομένως, δεν είναι ζήτημα ουσίας ο κοινός εχθρός που λέγεται Ρωσία. Το ζήτημα είναι ο βαθμός στον οποίο κάθε κράτος αντιλαμβάνεται τη σημασία της ρωσικής απειλής. Εκεί εντοπίζεται η διαφοροποίηση. 

Τι μας λέει αυτό σε σχέση με τους υπολογισμούς του Πούτιν; Θα σας έλεγα ότι το ζητούμενό του είναι πώς ακριβώς θα αξιοποιήσει και θα εμβαθύνει αυτό το ρήγμα όσον αφορά την πρόσληψη της Ρωσίας ως απειλή. Πώς θα οξύνει τις διαφοροποιήσεις μεταξύ Βορρά και Νότου, Ανατολής και Δύσης στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, πώς θα διευρύνει τις διαφορές μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα ενισχύσει τις ήδη υπαρκτές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών σχετικά με την αύξηση των αμυντικών δαπανών και, τελικά, πώς θα ενισχύσει την εσωτερική πόλωση και θα επηρεάσει την πολιτική συνοχή της Συμμαχίας - και, κατ' επέκταση, την αξιοπιστία της αποτροπής του ΝΑΤΟ. Διότι αυτό είναι το τελικό ζητούμενο.

Η Σύνοδος της Άγκυρας πραγματοποιείται στον απόηχο ενός πολέμου που δεν δοκίμασε μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά και την ίδια τη διατλαντική σχέση. Τι κατέδειξε η κρίση με το Ιράν για τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ αντιλαμβάνονται τη Συμμαχία και τις υποχρεώσεις των Ευρωπαίων συμμάχων τους; Μπορεί το ΝΑΤΟ να διατηρήσει τη συνοχή του όταν οι σύμμαχοι δεν συμμερίζονται την ίδια αντίληψη για τη χρήση στρατιωτικής ισχύος εκτός της περιοχής ευθύνης του; 

Ο πόλεμος με το Ιράν σαφώς ανέδειξε μία διαφοροποίηση μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ ως προς την πρόσληψη της απειλής. Για άλλα κράτη το Ιράν συνιστούσε απειλή και για άλλα όχι. Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις καταγράφηκαν και όσον αφορά τα μέσα αντιμετώπισης του Ιράν, δηλαδή εάν η απάντηση πρέπει να είναι η χρήση στρατιωτικής ισχύος ή η διπλωματία και η διαπραγμάτευση.

Υπήρξε, επίσης, διαφοροποίηση ως προς το κατά πόσο τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα πρέπει να ακολουθούν τις επιλογές της κυρίαρχης δύναμης της Συμμαχίας, ήτοι των ΗΠΑ. Ειδικά ο τρόπος με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ απείλησε κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ, είτε με αντίποινα είτε ακόμη και με αποβολή από τη Συμμαχία, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο απαίτησε από συμμάχους να εμπλακούν σε έναν πόλεμο που είχε αποφασίσει ο ίδιος χωρίς προηγούμενη διαβούλευση μαζί τους και κυρίως ουσιαστικά έξω από τη λογική του ιδρυτικού σκοπού του ΝΑΤΟ, είχε αναμφίβολα συνέπειες για τη συνοχή της Συμμαχίας.

Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν είναι η πρώτη φορά που το ΝΑΤΟ αντιμετωπίζει σοβαρές εσωτερικές ρήξεις. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν ο πόλεμος στο Ιράκ το 2003. Η συνοχή της Συμμαχίας κλονίστηκε, αλλά διατηρήθηκε. 

Επομένως, αυτό που διακρίνω για το άμεσο μέλλον είναι η διατήρηση του ΝΑΤΟ ως στρατιωτική συμμαχία αποτροπής με το κέντρο βάρους να παραμένει το Άρθρο 5, δηλαδή η προστασία των κρατών-μελών απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Όσον αφορά τις συγκρούσεις εκτός της περιοχής ευθύνης του ΝΑΤΟ, θεωρώ πιθανότερο να βλέπουμε ad hoc συνασπισμούς κρατών και όχι το ίδιο το ΝΑΤΟ να παρεμβαίνει. Πρόκειται για μια αντίληψη που φαίνεται να κυριαρχεί μεταξύ χωρών της Βαλτικής, Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης.

Υπάρχει, βεβαίως, και μια διαφορετική, περισσότερο παγκόσμια αντίληψη -η αμερικανική αντίληψη-, η οποία κινείται πιο κοντά στη λογική ενός μελλοντικού ΝΑΤΟ 3.0. Δηλαδή, μια αντίληψη που αντιμετωπίζει την ασφάλεια ως αδιαίρετη: η ενεργειακή ασφάλεια, η τρομοκρατία, η κυβερνοασφάλεια και οι περιφερειακές συγκρούσεις συνδέονται μεταξύ τους, είναι παγκόσμια ζητήματα και συγκροτούν ένα ενιαίο παγκόσμιο περιβάλλον ασφαλείας. Σε αυτή τη λογική της μη αδιαίρετης ασφάλειας, το ΝΑΤΟ δεν περιορίζεται σε μια στρατιωτική συμμαχία που προστατεύει τα κράτη-μέλη του από εξωτερικές απειλές, αλλά είναι ένας παγκόσμιος δρών - και παρεμβαίνει.

Θα έλεγα, ωστόσο, ότι αυτή η αντίληψη παραμένει περισσότερο σε επίπεδο σύλληψης παρά πρακτικής εφαρμογής. Διότι με σταδιακή απεμπλοκή των αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη, είναι λογικό να περιορίζονται και οι απαιτήσεις για παγκόσμιους ρόλους του ΝΑΤΟ. 

Ο Ερντογάν φιλοξενεί τη Σύνοδο σε στιγμή κατά την οποία η Άγκυρα προβάλλει ότι διαθέτει ακριβώς όσα απαιτεί η συγκυρία: γεωγραφική θέση, αμυντική βιομηχανία, ρόλο στη Μαύρη Θάλασσα, τη Μέση Ανατολή. Διεκδικεί ταυτόχρονα αναβαθμισμένο ρόλο στη Συμμαχία και θέση στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Παράλληλα, παρατηρείται μια μετατόπιση της ευρωπαϊκής προσέγγισης απέναντι στην Άγκυρα, όπου η γεωπολιτική «χρησιμότητα» φαίνεται να υποσκελίζει τη διάβρωση του Κράτους Δικαίου. Πώς «διαβάζετε» αυτή τη μεταβολή και ποιο είναι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το στρατηγικό στοίχημα για την Αθήνα;

Πράγματι παρατηρείται μια μετατόπιση της ευρωπαϊκής προσέγγισης απέναντι στην Άγκυρα· το διαπιστώνουμε και σε επίπεδο ΕΕ, τουλάχιστον από συγκεκριμένα κοινοτικά όργανα που είναι επιφορτισμένα με τα ζητήματα άμυνας και ασφάλειας, όπως η Ύπατη Εκπρόσωπος Κάγια Κάλας, και εν γένει τα αρμόδια όργανα στην Κομισιόν. Περισσότερο, όμως, κατ’ εμέ παραπέμπει σε μία πρόχειρη ή ευκαιριακή προσέγγιση και πάντως όχι στρατηγική επιλογή.

Επιτρέψτε μου εδώ μια παρένθεση: αναφέρομαι συχνά σε μια πολύ συνοπτική και εξαιρετικά εύστοχη τοποθέτηση πρώην πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ, ο οποίος είχε πει ότι η Τουρκία είναι «μια χώρα με την οποία είναι δύσκολο να ζεις μαζί της, αλλά αδύνατο να ζεις χωρίς αυτήν». Αυτή η αμερικανική-NATOϊκή πραγματιστική -εκτός εισαγωγικών- λογική δείχνει να «κουμπώνει» σήμερα με μια «πραγματιστική» -εντός εισαγωγικών- προσέγγιση της ΕΕ για την Τουρκία και το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στην ευρωπαϊκή άμυνα.

Συνεπώς, θα έλεγα, είναι λογικό η Άγκυρα να επιχειρήσει στη Σύνοδο Κορυφής να συνδέσει τις ανάγκες του ΝΑΤΟ με δικές της δυνατότητες. Οι ανάγκες της Συμμαχίας συνδέονται τόσο με την προσαρμογή της σε ένα διευρυμένο στρατηγικό περιβάλλον, όσο και με την περαιτέρω ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και των δυνατοτήτων των κρατών-μελών της. Η Τουρκία, στη Σύνοδο, θα επιχειρήσει να «κουμπώσει» αυτές τις ανάγκες του ΝΑΤΟ με συγκεκριμένη προσφορά ρόλων σε αντίστοιχους γεωγραφικούς χώρους. Εκ των πραγμάτων η γεωγραφική της θέση -το γεωγραφικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί, Μαύρη Θάλασσα, Μέση Ανατολή, όπως αναφέρατε- της προσφέρει δυνατότητες, την αναβαθμίζει. 

Παράλληλα, όμως, και η υψηλής τεχνολογίας αμυντική βιομηχανία επίσης της προσφέρει δυνατότητες τις οποίες και θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει, όταν το ίδιο ΝΑΤΟ θέλει να υποστηρίξει την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας και των δυνατοτήτων των κρατών-μελών του. Το «ενδιαφέρον» είναι ότι ανάλογες ανάγκες έχει τη δεδομένη στιγμή και η Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά την προσπάθειά της να αναπτύξει την αμυντική της βιομηχανία και να επιτύχει στρατηγική αυτονομία. Οπότε εδώ υπάρχει ένα ζήτημα.

Πρόσφατη ανάλυση Τούρκου ερευνητή στο Brookings εξηγούσε το πόσο άμεση είναι η ανάγκη της Τουρκίας να καλύψει κενά που υπάρχουν στην τουρκική αμυντική βιομηχανία. Παρά τη σημαντική πρόοδό της, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά κενά σε κρίσιμα εξαρτήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το μαχητικό KAAN και η υποστήριξη που εξακολουθεί να χρειάζεται σε κινητήρες, οι οποίοι θα είναι ενδεχομένως και το «δώρο» που θα κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα.

Το πραγματικό ζητούμενο για την Τουρκία είναι να συνδεθεί με την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Εάν δεν μπορεί να θεσμοθετήσει τη συνεργασία της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω εργαλείων όπως το SAFE και το ευρύτερο πρόγραμμα ReArm Europe, ώστε να συμμετάσχει σε μεγάλης κλίμακας πολυεθνικές παραγωγές, τότε, κατά την ίδια ανάλυση, αυτό που υποχρεωτικά θα κάνει στο άμεσο μέλλον είναι να επιχειρήσει να δημιουργήσει μια κρίσιμη μάζα κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα αναγνωρίζουν τη σημασία της τουρκικής συμμετοχής και θα την εντάξουν χωρίς όρους στα επόμενα βήματα.

Με άλλα λόγια, εάν δεν μπορέσει να συμμετάσχει μέσα από θεσμοθετημένα ευρωπαϊκά σχήματα και μεγάλες πολυεθνικές συμπαραγωγές, θα επιδιώξει να το πετύχει μέσω συνεργασιών με συγκεκριμένα ευρωπαϊκά κράτη. Για παράδειγμα, στο SAFE συμμετέχει ήδη μέσω υπεργολαβιών. Το SAFE, όμως, είναι σχετικά μικρό πρόγραμμα. Το πραγματικό ενδιαφέρον της Τουρκίας αφορά τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά προγράμματα που θα ακολουθήσουν, και στα οποία θα επιδιώξει να εισχωρήσει μέσα από μία κρίσιμη μάζα φιλικών προς αυτή κρατών που αναγνωρίζουν τη σημασία της συμμετοχής και την υποστηρίζουν - την υποστηρίζουν άνευ όρων, κοιτώντας από την άλλη μεριά όσον αφορά τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση και διολίσθηση.

Εδώ υπεισέρχεται η Ελλάδα. Προσωπικά διαφωνώ με την άποψη του λέμε απλώς «όχι» στην Τουρκία και της κλείνουμε την πόρτα. Δηλαδή, με τη λογική μίας «υπό όρους τιμωρίας» της Τουρκίας. Εκτιμώ ότι θα ήταν παραγωγικότερη μια διαφορετική προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα θέτει η ίδια τους όρους συμμετοχής της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα - και αυτό είναι το στοίχημα για την Ελλάδα κατά την άποψή μου. Να μην λέει, σε μία λογική τιμωρίας, «αν δεν κάνεις αυτά, δεν μπαίνεις», αλλά να λέει «μπαίνεις αν κάνεις τα τάδε, εάν ικανοποιήσεις τις τάδε προϋποθέσεις». Αυτή είναι η λογική της υπό όρους επιβράβευσης. Δηλαδή, να κινηθεί η Αθήνα σε μία συναλλακτική λογική, η οποία μπορεί να προλάβει και δυσάρεστες εξελίξεις. Γιατί φοβάμαι ότι αρκετά ευρωπαϊκά κράτη μπορεί να κάνουν τα «στραβά μάτια» στην αυταρχική διακυβέρνηση Ερντογάν εφόσον θεωρούν ότι η συμμετοχή της Τουρκίας θα επιταχύνει την επίτευξη των στόχων της ευρωπαϊκής άμυνας.

Γι' αυτό θεωρώ προτιμότερο να προλάβουμε τις εξελίξεις, ουσιαστικά προτείνοντας εμείς οι ίδιοι τη διέξοδο: να μπορεί η Τουρκία να συμμετέχει, αλλά υπό συγκεκριμένους όρους. Είναι, ουσιαστικά, η ίδια λογική που ακολούθησε η Ελλάδα στο Ελσίνκι, όταν πέρασε από μία προσέγγιση «υπό όρους τιμωρίας» της Τουρκίας σε μια προσέγγιση «υπό όρους επιβράβευσης». Δηλαδή, η Τουρκία έλαβε το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, αλλά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και όρους για την Τουρκία, οι οποίοι τότε ήταν πάρα πολύ σκληροί για την ίδια και ιδιαίτερα χρήσιμοι και ωφέλιμοι για εμάς.

Ποιοι θα μπορούσαν να είναι αυτοί οι όροι και προϋποθέσεις;

Οι όροι, ή οι προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να συνδέονται με δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά στη διαμόρφωση της ατζέντας των ευρωτουρκικών σχέσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει στρατηγική όσον αφορά τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Μπορούμε, λοιπόν, εμείς να διαμορφώσουμε και να προτείνουμε αυτή την ατζέντα. Το δεύτερο είναι το ζήτημα της παροχής από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης των εγγυήσεων ασφαλείας που χρειάζεται η Ελλάδα. Αναφέρομαι στο άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας.

Το άρθρο αυτό, ως προς τη δυνατότητα ενεργοποίησής του, εξακολουθεί να έχει ορισμένα «βαρίδια» και κενά. Υπάρχει, όμως, εδώ και αρκετό καιρό μια αντίληψη στην Ευρώπη -κυρίως από τις χώρες της Βαλτικής και από τους επικεφαλής των ευρωπαϊκών οργάνων για την ασφάλεια και την άμυνα- ότι το βασικό πρόβλημα είναι η Ρωσία και ότι η απειλή που έρχεται από τη Ρωσία πρέπει να σημαίνει εγγυήσεις ασφαλείας για τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης και τις Βαλτικές Χώρες. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο, η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να συζητήσει και να κινηθεί με ανάλογο τρόπο, προσφέροντας εγγυήσεις ασφαλείας στα τα κράτη της Νότιας Ευρώπης, ειδικά στην Ελλάδα και την Κύπρο, έναντι εξωτερικής απειλής.

Όπως γνωρίζετε, το Άρθρο 42.7 ενεργοποιήθηκε λόγω του πόλεμου στο Ιράν και της επίθεσης στη βρετανική βάση στην Κύπρο και ακολούθησε διεύρυνση του μετώπου που υποστήριζε την ενεργοποίησή του. Είχε προϋπάρξει στρατιωτική συνδρομή σε ένα διευρυμένο διμερές επίπεδο και κατόπιν στη Σύνοδο Κορυφής, επί κυπριακής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, υπήρξε απόφαση για την ενεργοποίηση του συγκεκριμένου άρθρου μέσω μιας σειράς προσομοιώσεων που θα γίνονταν στις Βρυξέλλες. Αυτά τα ζητήματα προχωρούν.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι υπάρχει μία πραγματικότητα, η οποία, στο ευρύτερο πλαίσιο των σχέσεων ΝΑΤΟ-ΕΕ και εξέλιξης της ευρωπαϊκής Άμυνας, επαναφέρει στην επιφάνεια επιχειρήματα που η Ελλάδα χρησιμοποιούσε στο παρελθόν, αλλά δεν άκουγε κανείς. Τώρα επανέρχονται, επειδή τα συγκεκριμένα βορειοευρωπαϊκά και ανατολικοευρωπαϊκά κράτη θέτουν ξανά το ζήτημα μέσω άλλης εξωτερικής απειλής - της Ρωσίας. Γι' αυτό, θεωρώ, ότι η Ελλάδα μπορεί να κινηθεί σε δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη είναι η συνδιαμόρφωση της ευρωτουρκικής ατζέντας, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει στρατηγική για τις ευρωτουρκικές σχέσεις. Η δεύτερη είναι η ενεργοποίηση της συζήτησης για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, η οποία μπορεί να πάρει σάρκα και οστά μέσω της επιχειρησιακής ενεργοποίησης του Άρθρου 42.7 και κατ' αναλογίαν της συζήτησης που αφορά στις εγγυήσεις ασφαλείας για τις χώρες της ανατολικής και βόρειας Ευρώπης από την απειλή που προέρχεται από τη Ρωσία.

Η επίκληση του Άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισαβόνας, πάντως, όπως και του ίδιου του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, δεν συνεπάγεται αυτομάτως αμυντική συνδρομή εκ μέρους των εταίρων. Μπορεί να υπάρξει άλλη μορφή στήριξης ή στήριξη σε ρητορικό επίπεδο. Συνεπώς, πόσο ασφαλείς θα μπορούσαμε να αισθανόμαστε;

Βεβαίως, αλλά από την άλλη το συγκεκριμένο άρθρο είχε ενεργοποιηθεί μόνο μία φορά στο παρελθόν, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία. Σήμερα, επανέρχεται στο προσκήνιο με αφορμή την πραγματικότητα μίας επίθεσης που δέχθηκε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εξωτερικό δρώντα. Όχι, δηλαδή, για τους τύπους της εξωτερικής απειλής για τους οποίους είχε αρχικά διαμορφωθεί το Άρθρο 42.7 στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δηλαδή την Τουρκία, και κατόπιν ενσωματώθηκε στη Συνθήκη της Λισαβόνας. 

Το συγκεκριμένο άρθρο, δεν εξαντλείται σε μη στρατιωτικές μορφές συνδρομής. Αναφέρεται και σε συνδρομή με στρατιωτικά μέσα. Και επαναλαμβάνω είναι κάτι που, με αφορμή αυτή τη νέα πραγματικότητα, μπορεί να «κουμπώσει» με την επιχειρηματολογία που υπάρχει από την πλευρά των κρατών της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης και αφορά τη Ρωσία. Εκτιμώ ότι είναι χρήσιμο να ανοίξει τώρα αυτή η συζήτηση. Να δούμε με ποιον τρόπο μπορούμε να αντιμετωπίσουμε, τη σχεδόν αυτονόητη για τους περισσότερους, συμμετοχή της Τουρκίας στο ευρωπαϊκό εγχείρημα άμυνας και ασφάλειας, με όρους που θα έχουμε εμείς θέσει εξυπηρετώντας το δικό μας εθνικό συμφέρον, το οποίο θα είναι ταυτόχρονα και ευρωπαϊκό.

Αν έπρεπε να συμπυκνώσουμε το ερώτημα της Άγκυρας σε μία φράση: το ΝΑΤΟ προσαρμόζεται για να επιβιώσει ή επιβιώνει επειδή δεν υπάρχει ακόμη εναλλακτική;

Κατ' αρχάς, θα πρέπει να πούμε ότι το ΝΑΤΟ αναστήθηκε μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Έχει σημασία να το θυμόμαστε αυτό, γιατί πριν από τη ρωσική εισβολή η Συμμαχία αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά ζητήματα και πολλοί αμφισβητούσαν ακόμη και την ίδια την προοπτική ύπαρξής της. Έτσι το ΝΑΤΟ από εκεί που αντιμετώπιζε προβλήματα επιβίωσης βρέθηκε να αναζητά παγκόσμιους ρόλους.

Υπό αυτή την έννοια, θα σας έλεγα ότι το ΝΑΤΟ θα συνεχίσει να υπάρχει όπως το γνωρίζουμε για όσο καιρό δεν προκύπτει μία πραγματική εναλλακτική σταδιακά μεταλλασσόμενο προς αυτό που περιγράψαμε ως ΝΑΤΟ 3.0. Πρόκειται, όμως, για μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο. Συνεπώς, θεωρώ ότι το ζητούμενο στη Σύνοδο Κορυφής της Άγκυρας είναι ποια μορφή θα λάβει η αναγκαστική προσαρμογή της Ατλαντικής Συμμαχίας στα νέα δεδομένα.

Κλείνοντας, η θετική εικόνα θα είναι αυτή μίας Συνόδου που θα κινηθεί στο κλίμα που επικράτησε στη σύνοδο της G7 στο Εβιάν;

Ναι, ήπια ατμόσφαιρα και κατά το δυνατόν καλύτερος συντονισμός όσον αφορά τα επόμενα βήματα. Στο Εβιάν φάνηκαν ορισμένες ενδείξεις μετακίνησης-μεταστροφής των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ντόναλντ Τραμπ προς την αναγνώριση της ανάγκης για μια πιο ήπια και πιο αποδοτική σχέση της Αμερικής με τους Ευρωπαίους συμμάχους της.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος είχε ξεκινήσει αυτή τη σχέση -βασισμένος στη λογική της ισχύος έναντι εχθρών και φίλων- δεν απέδωσε. Ίσως αυτό έγινε αντιληπτό με τον δύσκολο τρόπο, αλλά έχει σημασία ότι φαίνεται ο Τραμπ να αναγνωρίζει την ανάγκη διατήρησης του ΝΑΤΟ για λόγους που εξυπηρετούν τα συμφέροντα και των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών. Και, ευτυχώς, την ίδια ανάγκη αναγνωρίζει το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ, όπου υπάρχει σύγκλιση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών. Αυτή είναι μια διαπίστωση κομβικής σημασίας για το μέλλον της Ατλαντικής Συμμαχίας και απομένει να δούμε πώς θα «μεταφραστεί» η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας σε συγκεκριμένες αποφάσεις στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.