Κ. Μαθιουδάκης: Πώς διαμορφώνεται το ενεργειακό τοπίο στην Ελλάδα με φόντο τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή

Κ. Μαθιουδάκης: Πώς διαμορφώνεται το ενεργειακό τοπίο στην Ελλάδα με φόντο τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή

Το νέο ενεργειακό περιβάλλον που διαμορφώνεται για τη χώρα μας ως απόρροια της κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, σκιαγραφεί σε συνέντευξή του στο Liberal ο κ. Κώστας Μαθιουδάκης, καθηγητής ΕΜΠ και πρώην γ.γ. Ενέργειας.

Όπως εξηγεί, η Ελλάδα παραμένει ενεργειακά ευάλωτη, με υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές και περιορισμένη αντοχή σε μια παρατεταμένη διεθνή κρίση, ενώ οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας και κόστους.

Για τον λόγο αυτό αναδεικνύει τον ρόλο της αποθήκευσης ενέργειας ως τον κρίσιμο «κρίκο» προκειμένου να μειωθεί το κόστος και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την ανάπτυξή της, μεταθέτοντας σε δεύτερη μοίρα την πυρηνική ενέργεια, η οποία, αν και επανέρχεται στη διεθνή συζήτηση, για τη χώρα μας συνοδεύεται, όπως επισημαίνει, από υψηλό κόστος, μεγάλους χρόνους υλοποίησης και σημαντικές αβεβαιότητες.

Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου

Κ. Μαθιουδάκη, να ξεκινήσουμε από το φλέγον ζήτημα του ενεργειακού κόστους. Βλέπουμε ότι οι διεθνείς τιμές βρίσκονται σε διαρκές ράλι λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή. Θεωρείτε ότι πρόκειται για μια νέα δομική φάση αστάθειας ή για μια συγκυριακή αναταραχή που θα εκτονωθεί σχετικά γρήγορα; Ακόμη και σε περίπτωση άμεσης αποκλιμάκωσης, βλέπετε τις τιμές να επιστρέφουν στα προ κρίσεων επίπεδα ή έχει αλλάξει άρδην το «κατώφλι» τιμών στην ενέργεια;

Η ένταση στη Μέση Ανατολή μπορεί να αποκλιμακωθεί σχετικά γρήγορα, με αντίστοιχη επίπτωση στη μεταβολή των τιμών. Όμως δεν βρισκόμαστε πια στον κόσμο πριν από το 2022. Το ενεργειακό σύστημα λειτουργεί σε μόνιμα υψηλότερο επίπεδο γεωπολιτικού κινδύνου, με πιο σφιχτές εφεδρείες και μεγαλύτερο ανταγωνισμό για LNG. Η συχνότητα, η ένταση και η αλληλεπίδραση πολλαπλών γεωπολιτικών εξελίξεων ταυτόχρονα (Μέση Ανατολή, Ρωσία–Ουκρανία, ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνα, κυρώσεις, εμπορικοί πόλεμοι) σημαίνει ότι η αγορά ζει πλέον σε υψηλότερο επίπεδο αβεβαιότητας και αυτό μεταφέρεται στα κόστη.

Η Ευρώπη έχει προχωρήσει σε μεγάλη μείωση του ρωσικού αερίου, με προοπτική ολικής απεξάρτησης, με αντίστοιχη αύξηση της εξάρτησης από LNG. Τα φορτία LNG πηγαίνουν όπου πληρώνεται υψηλότερη τιμή. Αποτέλεσμα: η ευρωπαϊκή τιμή αερίου είναι πιο ευαίσθητη σε παγκόσμια γεγονότα, κάτι που δεν ίσχυε στον ίδιο βαθμό πριν από την κρίση. Η Ελλάδα νιώθει τα σοκ πιο έντονα, λόγω υψηλής εξάρτησης από εισαγωγές αερίου/πετρελαίου. Φοβάμαι ότι δύσκολα θα δούμε τις παλαιότερες χαμηλές τιμές.

Σε αυτό το περιβάλλον, πόσο θωρακισμένο εκτιμάτε ότι είναι σήμερα το ελληνικό ενεργειακό σύστημα απέναντι σε μια παρατεταμένη διεθνή κρίση;

Η Ελλάδα εισάγει περίπου το 80% της ενέργειας που χρειάζεται — αυτό αποτυπώνει από μόνο του το μέγεθος της ευαλωτότητας. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει σημαντικά βήματα: η λειτουργία των αγωγών TAP και IGB, η αύξηση δυναμικότητας της Ρεβυθούσας, η μονάδα FSRU στην Αλεξανδρούπολη, η διαφοροποίηση πηγών φυσικού αερίου και η εξάπλωση των ΑΠΕ. Για να μπορούν βέβαια να λειτουργούν σήμερα αυτές οι υποδομές, ξεκίνησαν να σχεδιάζονται πριν από δεκαπέντε ή και περισσότερα χρόνια.

Στη θωράκιση του συστήματός μας δεν βοήθησε μια κοντόφθαλμα πρόωρη απολιγνιτοποίηση, απεμπολώντας τη δυνατότητα χρήσης του μόνου εγχώριου ορυκτού καυσίμου για δύσκολες περιόδους, όπως αυτή προ τεσσάρων ετών και η σημερινή. Έχουμε αφήσει ανεκμετάλλευτες σημαντικές εγχώριες πηγές, όπως η γεωθερμία, ενώ διαθέτουμε ανενεργές υποδομές που θα μπορούσαν άμεσα να στηρίξουν το σύστημα με εγχώριους πόρους, και αναφέρομαι στη θλιβερή ιστορία του φράγματος της Μεσοχώρας. Και στην αποθήκευση έχουμε μείνει εντελώς πίσω.

Η θωράκισή μας είναι ενισχυμένη σε σχέση με το παρελθόν και το σύστημα αντέχει βραχυπρόθεσμες διαταράξεις, αλλά μου είναι δύσκολο να εκτιμήσω πώς θα ανταποκρινόταν σε μια μακροχρόνια κρίση.

Η κρίση φαίνεται να επαναφέρει τον ρόλο των ΑΠΕ ως «ανάχωμα» στις τιμές. Είναι όμως αρκετές από μόνες τους ή φτάνουμε στα όρια του μοντέλου χωρίς επαρκή αποθήκευση;

Οι ΑΠΕ αποτελούν το ισχυρότερο εργαλείο μείωσης του μεσοσταθμικού κόστους ενέργειας και η παραγωγή τους δεν εξαρτάται από γεωπολιτικά παιχνίδια. Ήδη βλέπουμε ότι τις ημέρες υψηλής παραγωγής η χονδρική τιμή του ηλεκτρισμού πέφτει δραματικά. Φτάνουμε όμως σε κρίσιμο σημείο καμπής. Η απουσία επαρκούς αποθήκευσης γεννά μια κατάσταση που μοιάζει αντιφατική: πλεονάσματα τις μεσημεριανές ώρες, που οδηγούν σε αρνητικές τιμές ή περικοπή παραγωγής, και ελλείμματα τις βραδινές ώρες αιχμής, που κυριαρχούνται από παραγωγή με ακριβό φυσικό αέριο. Οι περικοπές διπλασιάστηκαν το 2025 σε σχέση με το 2024 και τα μέχρι τώρα δεδομένα δείχνουν ότι παρόμοια εξέλιξη θα έχουμε και φέτος. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι καταναλωτές δεν μπορούν να απολαύσουν ακόμη χαμηλότερες τιμές, ενώ την ίδια ώρα οι παραγωγοί ανανεώσιμης ενέργειας συμπιέζονται με όρους δυσβάσταχτους, ιδιαίτερα για τους μικρότερους.

Η αποθήκευση — μπαταρίες μεγάλης κλίμακας, αντλησιοταμίευση, μελλοντικά υδρογόνο — είναι αυτή που θωρακίζει την παραγωγή των ΑΠΕ και τις μετατρέπει σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Όμως οι καθυστερήσεις των τελευταίων ετών δεν συνάδουν με τις ανάγκες και τις δυνατότητες της χώρας. Μόλις πριν από λίγες μέρες λειτούργησαν οι πρώτες μικρές μονάδες μπαταριών στο σύστημα, ισχύος 16 MW, τη στιγμή που στη γειτονική μας Βουλγαρία μέσα στο 2025 τέθηκαν σε λειτουργία 2.300 MW μπαταριών. Η ανάπτυξη των αντλησιοταμιευτικών είναι επίσης πολύ αργή. Τα πρώτα αντλησιοταμιευτικά λειτούργησαν πριν από πολλά χρόνια (Σφηκιά 1985, Θησαυρός 1997) και το επόμενο μεγάλο τέτοιο έργο αναμένεται να λειτουργήσει μέσα στον επόμενο χρόνο, τριάντα χρόνια μετα.

Η λειτουργία νέων μονάδων ΑΠΕ προσκρούει επίσης στη δυσκολία σύνδεσης με το δίκτυο. Η ανάπτυξη των δικτύων δεν γίνεται με επαρκή δυναμική. Τη ίδια ωρα είμαστε αδικαιολόγητα πίσω στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, που βοηθούν στη μείωση των λογαριασμών μέσω εκμετάλλευσης των ωρών χαμηλής τιμολόγησης, συμβάλουν στην ισορροπία παραγωγής-ζήτησης, αλλά και μειώνουν το κόστος των ρευματοκλοπών, στον περιορισμό των οποίων συνεισφέρουν.

Ένα κρίσιμο εργαλείο μείωσης του κόστους ρεύματος είναι η αυτοπαραγωγή και οι Ενεργειακές Κοινότητες. Οι αδυναμίες του δικτύου δεν έχουν επιτρέψει τη μεγαλύτερη εξάπλωσή τους, ενώ το θεσμικό πλαίσιο οδήγησε σε στρεβλώσεις, με αποτέλεσμα οι πραγματικές ενεργειακές κοινότητες ευρείας βάσης, ένας θεσμός που μπορεί να παρέχει χαμηλές τιμές, ιδιαίτερα σε ευάλωτους καταναλωτές,να έχουν μικρή εξάπλωση.

Το τελευταίο διάστημα έχει ανοίξει ξανά η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στο ενεργειακό μείγμα;

Η έλευση της πυρηνικής ενέργειας στο προσκήνιο είναι κατανοητή, μια που παράγει ηλεκτρισμό χαμηλών εκπομπών και προσφέρει σταθερή βασική ισχύ. Όμως η ένταξή της σε ένα ενεργειακό σύστημα πρέπει να εξετάζεται με ρεαλιστικά κριτήρια, σε σχέση με τις ανά χώρα ιδιαίτερες συνθήκες. Για χώρες με υφιστάμενη υποδομή, όπως η Γαλλία, η Σλοβακία και άλλες, η απόφαση για επέκταση κύκλου ζωής ή περαιτέρω ανάπτυξη είναι εύκολη, όχι όμως για άλλες.

Για την Ελλάδα, πρόκειται για μια ακόμη εξάρτηση από εισαγόμενες πηγές και τεχνολογία, που χαρακτηρίζεται σήμερα από υψηλό κόστος σε σύγκριση με άλλες πηγές αλλά και μεγάλη αβεβαιότητα για τις επερχόμενες εξελίξεις. Δύο δομικά προβλήματα της ανάπτυξης πυρηνικών αντιδραστήρων ηλεκτροπαραγωγής είναι ο χρόνος κατασκευής και το κόστος. Στοιχεία υψηλού κύρους (ΙΕΑ) δίνουν εκτιμώμενους χρόνους κατασκευής της τάξης των 10 ετών, ενώ πρόσφατες εμπειρίες κατασκευής αντιδραστήρων σε Γαλλία και Φινλανδία έχουν δείξει τριπλασιασμό του αρχικού χρόνου, σε πάνω από 15 χρόνια, με ταυτόχρονη εκτίναξη του αρχικά εκτιμώμενου κόστους στο διπλάσιο ή τριπλάσιο. Τα γνωστά κόστη ανά MWh είναι πολλαπλάσια εκείνων των ΑΠΕ, παραμένουν δε υψηλότερα ακόμη και όταν προστίθενται μονάδες αποθήκευσης ώστε η παραγωγή να είναι κατανεμόμενη. Οι Μικροί Αρθρωτοί Αντιδραστήρες (SMR) αξίζουν παρακολούθηση, αλλά παραμένουν σε πρώιμο στάδιο. Κανένας τέτοιος αντιδραστήρας δεν έχει λειτουργήσει ακόμη στον δυτικό κόσμο και, παρά τον ενθουσιασμό που έχει δημιουργηθεί εν αναμονή των ποθητών χαρακτηριστικών τους, οι αβεβαιότητες που συνδέονται με την υλοποίησή τους και το κόστος παραγωγής τους είναι τεράστιες. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υπεισέλθει και σε άλλους παράγοντες, αλλά δεν επεκτείνομαι, για την οικονομία της συζήτησης.

Για την Ελλάδα της τεράστιας ενεργειακής εξάρτησης, η πιθανή υιοθέτηση πυρηνικής ενέργειας, πέραν άλλων χαρακτηριστικών, θα αποτελούσε και μια οικονομικά ασύμφορη λύση, τουλάχιστον για τη δεκαετία που έχουμε μπροστά μας. Θεωρώ ότι η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στις ΑΠΕ, στην ενεργειακή αποδοτικότητα και την αποθήκευση, όπου οι τεχνολογίες είτε είναι ώριμες είτε ωριμάζουν ταχύτατα, είναι ήδη οικονομικά αποδοτικές και μπορούν να αναπτυχθούν γρήγορα. Άλλωστε ο ισχύων Ενεργειακός Σχεδιασμός προβλέπει επίτευξη των στόχων του 2050 χωρίς χρήση πυρηνικής ενέργειας.

Αν έπρεπε, λοιπόν, να επιλέξετε μία και μόνο προτεραιότητα για την ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας σήμερα, θα ήταν η αποθήκευση;

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία προτεραιότητα, ναι, αυτή θα ήταν η ανάπτυξη και ενσωμάτωση αποθήκευσης ενέργειας σε μεγάλη κλίμακα. Η αποθήκευση αποτελεί τον κρίσιμο κρίκο που λείπει για να καταστεί το ενεργειακό σύστημα πιο ανθεκτικό, ευέλικτο και οικονομικά αποδοτικό. Η εγχώρια ενέργεια μπορεί να αξιοποιείται όταν και όπου χρειάζεται, μειώνοντας την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και ελαχιστοποιώντας την έκθεση σε διεθνείς κρίσεις, προσφέροντας σταθερότητα για τους καταναλωτές και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη βιομηχανία.

Προώθηση λοιπόν σε όλα τα επίπεδα του ηλεκτρικού συστήματος: μπαταρίες για αυτοκατανάλωση μικρών καταναλωτών, μονάδες παραγωγής με ενσωματωμένη αποθήκευση, σταθμοί μπαταριών στο σύστημα, αντλησιοταμιευτικοί σταθμοί, ένω  δεν ξεχνούμε το υδρογόνο.