Ο πληθωρισμός δεν αφορά μόνο το χρήμα. Αφορά κάθε σύστημα αξίας που καταρρέει όταν κάποιοι παράγουν υπερβολικά πολλά σύμβολα χωρίς αντίκρισμα. Όταν ένα κράτος τυπώνει χρήμα αλόγιστα, το νόμισμα χάνει την αξία του. Όταν μια κοινωνία τυπώνει ηθικές κατηγορίες αλόγιστα, οι λέξεις χάνουν τη δύναμή τους.
Η Ελλάδα το έζησε αυτό μετά τη Μεταπολίτευση. Το τέλος της δικτατορίας δεν έφερε μόνο την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Έφερε και μια ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς που για δεκαετίες μοίραζε πιστοποιητικά δημοκρατικών φρονημάτων. Όποιος δεν ανήκε στον δικό της κόσμο μπορούσε εύκολα να βαφτιστεί φασίστας, χουντικός, ακροδεξιός, νεοφιλελεύθερος. Αργότερα προστέθηκε και ο ρατσιστής.
Δεν είχε μεγάλη σημασία τι ακριβώς έλεγες. Αν υπερασπιζόσουν την αγορά, ήσουν κοινωνικά ανάλγητος. Αν μιλούσες για νόμο και τάξη, μύριζες χωροφυλακή. Αν ήσουν αντικομμουνιστής, κουβαλούσες δήθεν εμφυλιοπολεμικά σύνδρομα. Αν αγαπούσες την πατρίδα σου χωρίς να ζητάς συγγνώμη, κάτι ύποπτο έκρυβες. Ο μη αριστερός έπρεπε διαρκώς να απολογείται για εγκλήματα που δεν είχε διαπράξει.
Έτσι σπαταλήθηκε η πιο βαριά λέξη του ελληνικού πολιτικού λεξιλογίου. Ο φασίστας έγινε τεμπέλικη βρισιά. Χρησίμευε λιγότερο για να περιγράψει πραγματικούς εχθρούς της ελευθερίας και περισσότερο για να κλείσει στόματα. Αντί για επιχείρημα, ταμπέλα. Αντί για αντιπαράθεση, ηθική εκτέλεση.
Ύστερα εμφανίστηκε η Χρυσή Αυγή. Ναζί κανονικοί, όχι ως μεταφορά, όχι ως υπερβολή, όχι ως βολική βρισιά σε τηλεοπτικό πάνελ. Αλλά με τάγματα εφόδου, ναζιστικά σύμβολα, τραμπουκισμό, οργανωμένη βία και δολοφονική δράση. Τότε φάνηκε το κόστος του ρητορικού πληθωρισμού. Είχαμε χρησιμοποιήσει τη λέξη «φασίστας» τόσο συχνά για ανθρώπους που απλώς δεν ήταν αριστεροί, ώστε όταν χρειάστηκε να περιγράψουμε τους πραγματικούς φασίστες, η κοινωνία είχε ήδη αποευαισθητοποιηθεί.
Αυτό δεν αδίκησε μόνο όσους συκοφαντήθηκαν. Έβλαψε τη δημοκρατία. Μια κοινωνία που χρησιμοποιεί τα ισχυρότερα ηθικά της όπλα για καθημερινές πολιτικές διαφωνίες μένει άοπλη όταν εμφανίζεται το πραγματικό τέρας. Όταν όλοι είναι φασίστες, ο φασίστας κρύβεται μέσα στον θόρυβο.
Σήμερα βλέπουμε την ίδια ασθένεια με άλλα ονόματα. Ρατσιστής. Ακροδεξιός. Ομοφοβικός. Τρανσφοβικός. Σεξιστής. Μισογύνης. Χοντροφοβικός. Οι λέξεις αυτές περιγράφουν υπαρκτά κακά ή υπαρκτές μορφές κοινωνικής περιφρόνησης. Ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να τις πετάμε σαν χαρτοπόλεμο.
Στον σημερινό δημόσιο διάλογο, όμως, αρκεί να αποκλίνεις από την προοδευτική ορθοδοξία για να βρεθείς στο εδώλιο. Να ζητήσεις σοβαρή μεταναστευτική πολιτική. Να μιλήσεις για εγκληματικότητα. Να υπερασπιστείς τα σύνορα. Να εκφράσεις επιφυλάξεις για την ιδεολογία φύλου στα σχολεία. Να αναρωτηθείς για τη συμμετοχή διεμφυλικών ατόμων στον γυναικείο αθλητισμό. Να πεις ότι η ελευθερία του λόγου προστατεύει και δυσάρεστες απόψεις. Αμέσως μπαίνει η σφραγίδα.
Αυτή δεν είναι ευαισθησία. Είναι ρητορικός πληθωρισμός. Είναι η υπερπαραγωγή ηθικού χρήματος από ανθρώπους που νομίζουν ότι μπορούν να τυπώνουν κύρος χωρίς κόστος. Όμως το κόστος πάντα έρχεται. Έρχεται όταν οι πολίτες σταματούν να ακούνε. Έρχεται όταν η κατηγορία παύει να σοκάρει και όταν η κοινωνία κουράζεται να τη μαλώνουν όσοι μπέρδεψαν την πολιτική διαφωνία με την αμαρτία και τον εξοστρακισμό.
Η φιλελεύθερη δημοκρατία δύσκολα επιβιώνει έτσι. Χρειάζεται σκληρή αντιπαράθεση, ανοχή στη διαφωνία, και όχι τελετές δημόσιας αποκήρυξης. Χρειάζεται πολίτες που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να θεωρούν ότι επειδή διαφωνούν οι έχοντες την αντίθετη άποψη είναι εχθροί τους.
Ο δημόσιος λόγος λειτουργεί την αγορά. Το νόμισμά του είναι οι λέξεις. Όταν τις υποτιμούμε, δεν γινόμαστε πιο ενάρετοι. Γινόμαστε πιο ανίκανοι να ξεχωρίσουμε το λάθος από το κακό και το κακό από το τερατώδες.
Γι’ αυτό οι κατηγορίες σήμερα αγοράζουν όλο και λιγότερη κοινωνική κατακραυγή. Όχι επειδή οι πολίτες έγιναν πιο ρατσιστές, πιο σκληροί ή πιο αδιάφοροι. Αλλά επειδή οι εισαγγελείς της ηθικής υποτίμησαν το ίδιο τους το νόμισμα. Το τραγικό της υπόθεσης είναι ότι όταν εμφανιστεί ο επόμενος πραγματικός φανατικός, μπορεί να ανακαλύψουμε ξανά πως δεν μας έχει μείνει καμία αξιόπιστη λέξη για να τον περιγράψουμε.
