Η βρετανική κυβέρνηση έκανε κάτι που αξίζει αναφοράς. Δημιούργησε το Ινστιτούτο Οικονομικών της Τεχνητής Νοημοσύνης (AIEI), έναν κοινό ερευνητικό οργανισμό του βρετανικού υπουργείου Οικονομικών και του υπουργείου Επιστήμης, Καινοτομίας και Τεχνολογίας, με αποστολή να ενισχύσει την αναλυτική ικανότητα του κράτους γύρω από τις οικονομικές επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το ενημερωτικό κείμενο που δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουνίου 2026 ξεκινά με μια σπάνια έντιμη παραδοχή: όλοι περιμένουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αυξήσει την παραγωγικότητα, αλλά τα σοβαρά στοιχεία σε επίπεδο επιχειρήσεων και συνολικής οικονομίας παραμένουν περιορισμένα.
Για κάποιον που έχει περάσει σημαντικό μέρος της επαγγελματικής του ζωής στον χώρο των δεξαμενών σκέψης, η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη σοβαρή παραγωγή πολιτικής γνώσης και στη βιομηχανία ωραίων παρουσιάσεων. Οι δεξαμενές σκέψης, όταν κάνουν σωστά τη δουλειά τους, δεν γράφουν φυλλάδια υπέρ προειλημμένων αποφάσεων. Μετρούν, συγκρίνουν, διαφωνούν, διορθώνουν. Βάζουν κόστος στις πολιτικές φαντασιώσεις και όρια στις τεχνοκρατικές βεβαιότητες. Υπό αυτή την έννοια, η δημιουργία ενός τέτοιου ινστιτούτου μέσα στην καρδιά του βρετανικού κράτους αποτελεί θετική εξέλιξη.
Το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι ότι το Λονδίνο ανακάλυψε την Τεχνητή Νοημοσύνη. Όλοι μιλούν γι’ αυτήν. Το σημαντικό είναι ότι αναγνωρίζει πως η τεχνολογική αλλαγή δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ευημερία. Χρειάζονται υιοθέτηση από τις επιχειρήσεις, επενδύσεις σε δεξιότητες, οργανωτική αλλαγή, μετακίνηση εργαζομένων σε νέες ευκαιρίες και υγιής ανταγωνισμός. Το ίδιο το κείμενο του Ινστιτούτου θέτει στο επίκεντρο την παραγωγικότητα, τις αγορές εργασίας, τη δομή των επιχειρήσεων, το εμπόριο και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Αυτή είναι η σωστή αφετηρία. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι ούτε μαγικό ραβδί ούτε προοίμιο μαζικής ανεργίας από μόνη της. Είναι τεχνολογία γενικής χρήσης. Όπως ο ηλεκτρισμός, ο υπολογιστής και το διαδίκτυο, θα ανταμείψει όσους προσαρμοστούν γρήγορα και θα τιμωρήσει όσους θεωρήσουν ότι η ιστορία περιμένει τις επιτροπές τους. Για μια ανοιχτή οικονομία, το ερώτημα δεν είναι πώς θα σταματήσει την αλλαγή. Το ερώτημα είναι πώς θα επιτρέψει στους ανθρώπους, στις επιχειρήσεις και στους θεσμούς της να την αξιοποιήσουν.
Το Ινστιτούτο Οικονομικών της Τεχνητής Νοημοσύνης σκοπεύει να κάνει δύο πράγματα: να χτίσει και να αναλύσει τη βρετανική βάση δεδομένων για τις οικονομικές επιπτώσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης, και να αναπτύξει μοντέλα και σενάρια που συνδέουν την τεχνολογική εξέλιξη με τα ευρύτερα οικονομικά αποτελέσματα. Θέλει επίσης να αποφύγει την επανάληψη δουλειάς που μπορεί να γίνει καλύτερα από πανεπιστήμια ή την αγορά, και να λειτουργήσει ως κόμβος συνεργασίας με ακαδημαϊκούς, επιχειρήσεις, εργαζομένους και διεθνείς οργανισμούς.
Εδώ όμως αρχίζουν οι κίνδυνοι. Ο πρώτος είναι η γραφειοκρατικοποίηση της γνώσης. Ένα ινστιτούτο μέσα στο κράτος μπορεί να γίνει χρήσιμο εργαλείο ή μπορεί να μετατραπεί σε μηχανισμό νομιμοποίησης όσων ήδη θέλει να κάνει η κυβέρνηση. Η φράση «βασισμένο στα στοιχεία» συχνά χρησιμοποιείται ως ευγενικός τρόπος για να ειπωθεί «αποφασίσαμε και ψάχνουμε μετρήσεις». Γι’ αυτό χρειάζεται διαφάνεια, δημοσίευση μεθοδολογιών και πραγματικός χώρος για διαφωνία.
Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η αιχμαλωσία από τους μεγάλους παίκτες. Το κείμενο μιλά για πρόσβαση σε ιδιωτικά δεδομένα, όπως στοιχεία χρήσης και υιοθέτησης μοντέλων Τεχνητής Νοημοσύνης. Αυτό μπορεί να φωτίσει την πραγματικότητα. Μπορεί όμως και να δώσει δυσανάλογη επιρροή σε λίγες εταιρείες που ελέγχουν υπολογιστική ισχύ, δεδομένα, υποδομές και ταλέντο. Η πολιτική για την τεχνητή νοημοσύνη δεν πρέπει να γραφτεί ούτε από Λουδίτες ούτε από μονοπώλια.
Ο τρίτος κίνδυνος είναι να μετρήσουμε λάθος το φαινόμενο και μετά να προσκυνήσουμε τους αριθμούς μας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν θα αλλάξει την οικονομία μόνο εκεί όπου αφήνει καθαρό αποτύπωμα στα δεδομένα. Θα αλλάξει την ποιότητα υπηρεσιών, την ταχύτητα εργασίας, την εκπαίδευση, την επιστημονική έρευνα και τη δύναμη μικρών επιχειρήσεων που αποκτούν εργαλεία τα οποία χθες είχαν μόνο οι μεγάλοι. Αν το κράτος ψάξει μόνο ό,τι μετριέται εύκολα, θα δει τη μισή πραγματικότητα και θα ρυθμίσει ακόμη χειρότερα την άλλη μισή.
Τέλος, το Ινστιτούτο δηλώνει (ορθά) ότι δεν θα είναι όργανο χάραξης πολιτικής. Οι αποφάσεις ανήκουν στους εκλεγμένους. Η δουλειά του είναι να βελτιώνει την ποιότητα και την ταχύτητα των στοιχείων πάνω στα οποία στηρίζονται οι αποφάσεις. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Οι ειδικοί πρέπει να ενημερώνουν την εξουσία, όχι να την υποκαθιστούν.
Η εξέλιξη αυτή πρέπει να χαιρετιστεί. Όχι επειδή αξίζει τυφλή εμπιστοσύνη στα κρατικά ινστιτούτα, αλλά επειδή αξίζει ακόμη λιγότερη εμπιστοσύνη στις κρατικές αποφάσεις που λαμβάνονται χωρίς δεδομένα, χωρίς σενάρια και χωρίς επίγνωση αβεβαιότητας. Η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει την οικονομία είτε μας αρέσει είτε όχι. Το ζητούμενο είναι να μη μείνει η πολιτική να κυνηγά την τεχνολογία με καθυστέρηση πέντε ετών και αυτοπεποίθηση πενήντα υπουργικών αποφάσεων.
