Χθες συνομιλούσα για ακόμη μια φορά με έναν φίλο. Απαράδεκτη η παρέμβαση Τραμπ στο Μουντιάλ, μου είπε. Απαράδεκτες οι σχέσεις του με τον Πούτιν και τον Ερντογάν. Απαράδεκτο το ύφος του. Κατανοητές ενστάσεις. Όμως, αν θέλει κανείς να διατηρήσει σώας τας φρένας στην εποχή Τραμπ, πρέπει πρώτα να καταλάβει κάτι βασικό: ο Τραμπ σπανίως μιλάει σε εμάς.
Όταν κάνει μια δήλωση, δεν μιλάει στους Ευρωπαίους αναλυτές, στους διπλωμάτες, στους θεσμικούς παρατηρητές ή στα ελληνικά πάνελ. Μιλάει κυρίως στο δικό του κοινό. Στους ανθρώπους που τον ψήφισαν επειδή τον θεωρούν ευθύ, πιεστικό, μη συμβατικό και έτοιμο να συγκρουστεί με το κατεστημένο. Αυτό δεν δικαιώνει κάθε του λέξη. Απλώς εξηγεί γιατί τόσο συχνά η συζήτηση γύρω του χάνει το μέτρο.
Το περιστατικό με το Μουντιάλ είναι χαρακτηριστικό. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι ότι ο Τραμπ προσπάθησε να παρέμβει. Αυτό, για όποιον έχει παρακολουθήσει την πολιτική του μέθοδο, δεν προκαλεί μεγάλη έκπληξη. Το πρόβλημα είναι η στάση της FIFA και του Ινφαντίνο. Οι θεσμοί υπάρχουν για να αντέχουν την πίεση της ισχύος. Όταν ο ισχυρός ζητά εξαίρεση, ο θεσμός πρέπει να απαντά με κανόνες. Αν δεν το κάνει, τότε η ευθύνη βαραίνει κυρίως εκείνον που εγκαταλείπει τον ρόλο του, όχι εκείνον που δοκιμάζει τα όρια.
Αυτό είναι το φιλελεύθερο μάθημα της υπόθεσης. Οι κανόνες δεν έχουν αξία επειδή τους επικαλούμαστε όταν μας βολεύουν. Έχουν αξία επειδή περιορίζουν την αυθαιρεσία ακριβώς τη στιγμή που αυτή εμφανίζεται με αυτοπεποίθηση. Αν η FIFA λειτουργεί ως αυλή ισχυρών πολιτικών και όχι ως θεσμός του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, τότε το πρόβλημα δεν λέγεται Τραμπ. Λέγεται θεσμική υποχώρηση.
Κάτι αντίστοιχο ισχύει και στην εξωτερική πολιτική. Αν ακούμε μόνο τι λέει ο Τραμπ, θα βγάζουμε συνεχώς λανθασμένα συμπεράσματα. Αν κοιτάμε τι γίνεται, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Θυμάμαι τον πανικό όταν επέστρεψε στον Λευκό Οίκο. Η Ουκρανία θα πουληθεί, έλεγαν πολλοί. Ο Πούτιν θα πάρει ό,τι θέλει. Ενάμιση χρόνο μετά, αυτή η πρόβλεψη δεν επιβεβαιώθηκε. Η Ουκρανία δεν εγκαταλείφθηκε και η δυτική στήριξη δεν εξαφανίστηκε. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με πολλά στον τρόπο του Τραμπ, αλλά η πολιτική πρέπει να κρίνεται και από αποτελέσματα.
Το ίδιο ισχύει με τον Ερντογάν. Η προσωπική χημεία δεν ταυτίζεται με γεωπολιτική παραχώρηση. Παρά την υποτιθέμενη ειδική σχέση Τραμπ και Ερντογάν, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο σημείο της ιστορίας τους. Η Ελλάδα έχει αναβαθμιστεί στρατηγικά για τις ΗΠΑ. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η αμυντική συνεργασία, η ενέργεια και ο ρόλος μας στην Ανατολική Μεσόγειο δεν είναι επικοινωνιακές λεπτομέρειες. Είναι πραγματική ισχύς.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία δεν πήρε όσα ζητούσε. Ακόμη προσπαθεί να επιστρέψει στα μαχητικά F 35, από τα οποία αποκλείστηκε λόγω των S 400, ενώ η Ελλάδα τα εξασφάλισε με σχετική ευκολία. Η τουρκική προκλητικότητα έχει μετριαστεί και η Αθήνα αντιμετωπίζεται πλέον στην Ουάσιγκτον ως σοβαρός και χρήσιμος σύμμαχος. Αυτό δεν σημαίνει εφησυχασμό. Σημαίνει ότι η πραγματικότητα είναι καλύτερος οδηγός από τις εντυπώσεις.
Ο οδηγός επιβίωσης Τραμπ είναι απλός: ακούμε λιγότερο και κοιτάμε περισσότερο. Δεν αγνοούμε τα λόγια, αλλά δεν τα αφήνουμε να αντικαταστήσουν την ανάλυση. Η πολιτική δεν είναι άσκηση αισθητικής ούτε τελετουργία αγανάκτησης. Είναι σύγκρουση συμφερόντων, θεσμών, κινήτρων και αποτελεσμάτων. Με τον Τραμπ, ο εύκολος δρόμος είναι να θυμώνεις κάθε πρωί. Ο δύσκολος και χρήσιμος είναι να μετράς κάθε βράδυ τι πραγματικά άλλαξε.
