Η υποκρισία κουράζει περισσότερο από την αφίσα

Μπουχτίσαμε στην υποκρισία. Όχι στην κρατική υποκρισία αυτή τη φορά. Αυτή την ξέρουμε, την έχουμε μετρήσει, την έχουμε πληρώσει. Μπουχτίσαμε στην προοδευτική υποκρισία, εκείνη που φοράει το προσωπείο της ανεκτικότητας και βγάζει το γκλομπ μόλις εμφανιστεί στον δημόσιο χώρο μια άποψη που δεν της αρέσει.

Το 2020, όταν εμφανίστηκε στο μετρό η αφίσα κατά των αμβλώσεων, οι γνωστοί κύκλοι της προόδου δεν ζήτησαν περισσότερο λόγο, αντίλογο, διαφωνία ή δημόσια συζήτηση. Ζήτησαν να κατέβει. Και κατέβηκε, κατόπιν παρέμβασης του υπουργείου Μεταφορών, με το επιχείρημα ότι η καμπάνια στρεφόταν εναντίον ενός κατοχυρωμένου δικαιώματος των γυναικών. Λες και, με την ίδια λογική, το Pride δεν στρεφόταν επί χρόνια εναντίον της τότε ισχύουσας κατανομής δικαιωμάτων στον γάμο, στην οικογένεια και στην τεκνοθεσία. Λες και κάθε κίνημα που διεκδικεί νέα δικαιώματα δεν ξεκινά αμφισβητώντας τα παλιά όρια του νόμου.

Σήμερα, με αφορμή την καταγγελία του Athens Pride ότι για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια δεν θα προβληθεί η καμπάνια του στους σταθμούς του μετρό, οι ίδιοι περίπου άνθρωποι ανακάλυψαν ξαφνικά την αξία της ορατότητας στον δημόσιο χώρο. Η ΣΤΑΣΥ απάντησε ότι τα προηγούμενα χρόνια είχε φιλοξενήσει καμπάνιες του Athens Pride, αλλά φέτος δεν υπήρχε δυνατότητα λόγω υφιστάμενων εμπορικών και διαφημιστικών δεσμεύσεων.

Ας μην κρυβόμαστε. Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι υπερασπίζονται το Pride. Καλά κάνουν. Το πρόβλημα είναι ότι υπερασπίζονται την ελευθερία μόνο όταν τους ανήκει. Θέλουν δημόσιο χώρο για τις δικές τους ευαισθησίες και αποστείρωση για τις ευαισθησίες των άλλων. Θέλουν αγορά ιδεών, αλλά με πορτιέρη. Θέλουν πλουραλισμό, αρκεί να έχουν αυτοί το μονοπώλιο του ηθικού πιστοποιητικού.

Ένας φιλελεύθερος δεν χρειάζεται να συμφωνεί ούτε με την αφίσα κατά των αμβλώσεων ούτε με κάθε σύνθημα του Pride για να υπερασπιστεί το ίδιο απλό κριτήριο. Αν ένα μήνυμα είναι νόμιμο, δεν υποκινεί βία και έχει πληρώσει τον προβλεπόμενο διαφημιστικό χώρο, δεν πρέπει να κατεβαίνει επειδή προσβάλλει τα αισθήματα μιας οργανωμένης μειοψηφίας με ισχυρή πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και αν δεν υπάρχει διαθέσιμος διαφημιστικός χώρος, δεν δημιουργείται μαγικά δικαίωμα στην προβολή επειδή το μήνυμα θεωρείται προοδευτικό.

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η ελευθερία του λόγου δεν είναι βραβείο καλής διαγωγής. Δεν απονέμεται σε όσους μιλούν τη γλώσσα της εποχής. Δεν προστατεύει κυρίως τα αυτονόητα, τα αποδεκτά και τα χειροκροτούμενα. Αυτά δεν κινδυνεύουν. Προστατεύει τα ενοχλητικά, τα αιχμηρά, τα δυσάρεστα, τα μειοψηφικά, ακόμη και τα λάθος.

Η προοδευτική υποκρισία θέλει να μετατρέψει τον δημόσιο χώρο σε καθρέφτη των δικών της βεβαιοτήτων. Όταν βλέπει μια αφίσα που τη θυμώνει, φωνάζει και απαιτεί «κατεβάστε την». Όταν δεν βλέπει τη δική της αφίσα, φωνάζει «λογοκρισία». Αυτό δεν είναι φιλελευθερισμός. Δεν είναι καν ανεκτικότητα. Είναι ιδεολογική σύγχυση με μανδύα δικαιωματισμού.

Σε μια ελεύθερη κοινωνία, το μετρό δεν πρέπει να γίνει ούτε άμβωνας ούτε προοδευτικό εικονοστάσι. Πρέπει να λειτουργεί με καθαρούς, ουδέτερους, προβλέψιμους κανόνες. Όποιος πληροί τους όρους, μπαίνει. Όποιος δεν τους πληροί, δεν μπαίνει. Χωρίς υπουργικές εντολές, χωρίς τηλεδικαστήρια, χωρίς επιτροπές ηθικής καθαρότητας.

Η πραγματική δοκιμασία της ανοχής δεν έρχεται όταν μιλά ο σύμμαχός μας. Έρχεται όταν μιλά ο αντίπαλός μας. Εκεί φαίνεται ποιος πιστεύει στην ελευθερία και ποιος απλώς απαιτεί προνόμια για τη δική του φυλή. Και σε αυτή τη δοκιμασία, πολλοί από τους αυτοανακηρυγμένους υπερασπιστές της προόδου κόβονται πανηγυρικά.