Η συνωμοσία που έγινε πολιτική οδηγία

Κάθε εποχή έχει τους ψεκασμένους της. Κάθε πολιτικός χώρος έχει τους υπερβολικούς του. Η Δεξιά δεν εξαιρείται. Υπάρχουν στιγμές που άνθρωποι του συντηρητικού χώρου βλέπουν σχέδια εκεί όπου υπάρχουν απλώς ανικανότητα, μόδα ή ιδεολογική τύφλωση. Όμως το πραγματικό πρόβλημα του δημόσιου διαλόγου δεν είναι ότι κάποιοι υπερβάλλουν. Είναι ότι όταν η υπερβολή επιβεβαιώνεται, οι αυτάρεσκοι δικαστές του mainstream δεν επιστρέφουν ποτέ στον τόπο του εγκλήματος.

Για χρόνια, όποιος έλεγε ότι οι θεσμοί της Δύσης μολύνονται από μια πολιτική λογική που βάζει την ταυτότητα πάνω από την αλήθεια, την ποσόστωση πάνω από την κρίση και την ενοχή πάνω από την ευθύνη, αντιμετωπιζόταν περίπου ως γραφικός. Μας έλεγαν ότι κανείς σοβαρός δεν θα έβαζε την ιδεολογία πάνω από την ασφάλεια των πολιτών. Κανείς σοβαρός δεν θα ζητούσε από γιατρούς, αστυνομικούς ή δικαστές να σκέφτονται πρώτα το χρώμα του δέρματος και μετά το καθήκον τους. Κανείς σοβαρός δεν θα μετέτρεπε τον αντιρατσισμό σε διοικητικό φόβητρο.

Και όμως, σύμφωνα με δημοσίευμα της Telegraph, ψυχίατροι του NHS καταγγέλλουν ότι δέχθηκαν πίεση να περιορίσουν τις κρατήσεις μαύρων ψυχωτικών ασθενών με βάση την Mental Health Act, επειδή οι μαύροι ασθενείς εμφανίζονται δυσανάλογα συχνά στις σχετικές στατιστικές. Το ρεπορτάζ αναφέρει πολιτικά και διοικητικά κείμενα που ζητούν μείωση αυτής της «υπερεκπροσώπησης», καθώς και γιατρούς που προειδοποιούν ότι αυτή η λογική στερεί φροντίδα από ανθρώπους που τη χρειάζονται και μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για τους ίδιους και για το κοινό.

Αν αυτό το έλεγε κάποιος πριν από λίγα χρόνια, θα τον έλεγαν ακραίο. Θα του έλεγαν ότι κατασκευάζει ηθικούς πανικούς. Θα τον έστελναν στην κατηγορία των «conspiracy theorists». Τώρα που η ίδια πραγματικότητα εμφανίζεται μέσα από γιατρούς, επίσημες πολιτικές και τραγικά περιστατικά, η συζήτηση αλλάζει διακριτικά θέμα.

Εδώ βρίσκεται η απάτη. Η mainstream αριστερά και οι προοδευτικοί θεματοφύλακες δεν ζητούν ποτέ συγγνώμη όταν οι κατηγορίες τους καταρρέουν. Δεν λένε «κάναμε λάθος». Δεν λένε «ίσως ο αντίπαλος είχε εντοπίσει κάτι υπαρκτό κάτω από τις υπερβολές του». Αντιθέτως, μετακινούν το τέρμα. Χθες ήταν συνωμοσία να πεις ότι οι θεσμοί φοβούνται την κατηγορία του ρατσισμού περισσότερο από την αποτυχία του καθήκοντος. Σήμερα είναι «σύνθετο ζήτημα ανισοτήτων». Αύριο θα είναι διοικητική ρουτίνα.

Ο κλασικός φιλελεύθερος δεν χρειάζεται να αρνηθεί ότι υπάρχουν προκαταλήψεις, αδικίες και κακές πρακτικές. Φυσικά υπάρχουν. Οι θεσμοί τους οποίους στελεχώνουν άνθρωποι δεν γίνονται ποτέ άγιοι. Όμως το αντίδοτο στην αδικία δεν είναι η αντικατάσταση της ατομικής κρίσης με φυλετική λογιστική. Ο γιατρός οφείλει να βλέπει ασθενή, όχι κατηγορία. Ο αστυνομικός οφείλει να βλέπει πράξη, όχι αφήγημα. Ο δικαστής οφείλει να βλέπει υπόθεση, όχι στατιστικό πίνακα.

Η ελευθερία και το κράτος δικαίου δεν αντέχουν όταν οι άνθρωποι παύουν να αντιμετωπίζονται ως πρόσωπα. Η πολιτική των ταυτοτήτων ξεκίνησε υποσχόμενη ευαισθησία. Κατέληξε να παράγει δειλία. Και η δειλία σε κρίσιμους θεσμούς κοστίζει. Κοστίζει ασφάλεια, κοστίζει εμπιστοσύνη, κοστίζει ανθρώπινες ζωές.

Ναι, η Δεξιά συχνά υπερβάλλει. Αλλά η πολιτισμένη κοινωνία δεν κρίνει μόνο τις υπερβολές της Δεξιάς. Κρίνει και την ανικανότητα των αντιπάλων της να παραδεχθούν πότε οι «υπερβολικοί» έβλεπαν κάτι που οι καθώς πρέπει δεν ήθελαν να δουν. Και αυτό, τελικά, δεν είναι συνωμοσία. Είναι η κανονική λειτουργία μιας ελίτ που έχει μάθει να συγχωρεί τα πάντα στον εαυτό της.