Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την προηγούμενη εβδομάδα, δια της Προέδρου Φον ντερ Λάιεν, πρότεινε ένα νέο καθεστώς κυρώσεων κατά των δικτύων που οργανώνουν την παράνομη διακίνηση μεταναστών, την εμπορία ανθρώπων, τη διακίνηση όπλων και ναρκωτικών και τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων. Τα μέτρα περιλαμβάνουν δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, απαγόρευση χρηματοδότησης και ταξιδιωτικούς περιορισμούς για πρόσωπα και οργανώσεις που καθοδηγούν ή υποστηρίζουν αυτές τις δραστηριότητες.
Η κατεύθυνση είναι σωστή. Το ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκαν περίπου δεκαπέντε χρόνια μεταναστευτικών κρίσεων, ναυαγίων, τρομοκρατικών απειλών και πολιτικής αποσταθεροποίησης για να φτάσει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια τόσο αυτονόητη διαπίστωση.
Οι διακινητές δεν είναι κοινωνικοί λειτουργοί. Δεν είναι αυθόρμητοι συμπαραστάτες κατατρεγμένων ανθρώπων. Είναι επιχειρηματίες του οργανωμένου εγκλήματος. Πουλούν μια υπηρεσία, οργανώνουν δίκτυα, διαφημίζονται, εισπράττουν μεγάλα ποσά και προσαρμόζουν τις διαδρομές τους στις κινήσεις των αρχών. Εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη απελπισία και τη μετατρέπουν σε κέρδος.
Αυτό θα έπρεπε να αποτελεί κεντρικό στοιχείο της ευρωπαϊκής πολιτικής ήδη από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας. Αντί γι’ αυτό, η Ευρώπη πέρασε χρόνια συζητώντας το μεταναστευτικό σχεδόν αποκλειστικά ως ηθικό δίλημμα. Από τη μία βρίσκονταν όσοι αντιμετώπιζαν κάθε περιορισμό ως απανθρωπιά. Από την άλλη όσοι αντιμετώπιζαν κάθε μετανάστη ως απειλή. Στο μεταξύ, τα εγκληματικά κυκλώματα αναπτύσσονταν, πλούτιζαν και οργάνωναν μια ολόκληρη παράλληλη οικονομία.
Η καθυστέρηση αυτή είναι χαρακτηριστική της δυσκινησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Ένωση συχνά χρειάζεται χρόνια για να αναγνωρίσει ένα πρόβλημα, περισσότερα χρόνια για να διαμορφώσει μια κοινή θέση και ακόμη περισσότερο χρόνο για να εφαρμόσει μια πολιτική. Ακόμη και τώρα, η πρόταση πρέπει να εγκριθεί ομόφωνα από τα κράτη μέλη. Δηλαδή μια αυτονόητη παρέμβαση κατά του οργανωμένου εγκλήματος μπορεί να καθυστερήσει ή να αποδυναμωθεί από τις εσωτερικές ισορροπίες είκοσι επτά κυβερνήσεων.
Όποιος θέλει πραγματικά να περιορίσει την παράνομη μετανάστευση πρέπει να κατανοήσει τα οικονομικά της. Όσο τα πιθανά κέρδη παραμένουν τεράστια και ο κίνδυνος περιορίζεται στη σύλληψη κάποιου αναλώσιμου οδηγού σκάφους, τα δίκτυα θα συνεχίσουν να λειτουργούν. Η δέσμευση κεφαλαίων, η διακοπή των χρηματοπιστωτικών διαδρομών και η στοχοποίηση των πραγματικών οργανωτών αυξάνουν το κόστος του εγκλήματος εκεί όπου πονά περισσότερο.
Βεβαίως, ένα φιλελεύθερο κράτος δεν καταργεί το κράτος δικαίου για να το υπερασπιστεί. Κάθε κύρωση θα πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία, να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο και να επανεξετάζεται τακτικά. Η δέσμευση περιουσίας χωρίς εγγυήσεις μπορεί εύκολα να μετατραπεί από εργαλείο ασφάλειας σε εργαλείο καταπίεσης.
Μια σοβαρή πολιτική πρέπει να συνδυάζει τη φύλαξη των συνόρων με νόμιμες οδούς μετανάστευσης και πραγματική προστασία για όσους δικαιούνται άσυλο. Η νόμιμη μετανάστευση και η καταπολέμηση της παράνομης δεν είναι αντίθετες πολιτικές. Η μία προϋποθέτει την άλλη.
Η νέα πρόταση δεν λύνει το μεταναστευτικό. Αναγνωρίζει όμως, επιτέλους, ότι πίσω από τις παράνομες διαδρομές δεν βρίσκεται μόνο η ανθρώπινη ανάγκη. Βρίσκεται και μια επικερδής αγορά εγκλήματος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση άργησε δεκαπέντε χρόνια να το καταλάβει. Ας ελπίσουμε να μην χρειαστεί άλλα δεκαπέντε για να δράσει.
