Αν και τους χωρίζουν σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, συναντιούνται πάνω στην ίδια σκηνή. Η τραγωδία του Ευριπίδη «Τρωάδες» και ο εμβληματικός δίσκος του Δημήτρη Λάγιου «Άη Λαός», ενώνονται για πρώτη φορά, στη μουσικοθεατρική παράσταση του Στέλιου Βραχνή «Άη Λαός», η οποία κάνει πρεμιέρα την ερχόμενη Τετάρτη στη Θεσσαλονίκη, πριν ξεκινήσει την πανελλαδική περιοδεία της.
Τη βασίλισσα της Τροίας, Εκάβη, που αντικρίζει την απόλυτη καταστροφή, ερμηνεύει η Γιώτα Φέστα, ενώ η Ιωάννα Πηλιχού υποδύεται την Ανδρομάχη, μία από τις πιο συγκλονιστικές γυναικείες μορφές της αρχαίας τραγωδίας. Μαζί τους, 19 ηθοποιοί, τραγουδιστές και μουσικοί δημιουργούν επί σκηνής ένα ενιαίο σύνολο, φιλοδοξώντας να μετατρέψουν την παράσταση σε μια καθηλωτική εμπειρία που θα συγκινήσει το κοινό από την πρώτη έως την τελευταία στιγμή.
Μιλώντας στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, η Γιώτα Φέστα αναφέρει ότι από την πρώτη στιγμή αντιλήφθηκε πως το εγχείρημα αυτής της ένωσης λειτουργεί. «Το κατάλαβα όταν άκουσα για πρώτη φορά τα τραγούδια. Ο Θωμάς Λαζάρου τα μετέτρεψε από μονοφωνικά σε πολυφωνικά και τότε κατάλαβα πόσο βαθιά συνδέονται με τον λόγο του Ευριπίδη. Έχουν συνδεθεί με έναν τελείως ανεξερεύνητο τρόπο και είναι κάτι πραγματικά μαγικό», λέει.
Η ίδια, στη διάρκεια των προβών που πραγματοποιούνται εδώ και τρεις εβδομάδες στη Θεσσαλονίκη, παραδέχεται ότι υπάρχουν στιγμές που αφαιρείται ακούγοντας τις φωνές των νεότερων ηθοποιών και μουσικών και μένει να τους κοιτάζει με θαυμασμό. «Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, ακούγοντας τη Σωτηρία Μπέλλου, ότι αυτά τα τραγούδια μπορούν να αποκτήσουν αυτή τη νέα μορφή», τονίζει.
Μάλιστα, εκτιμά ότι η μουσική του Δημήτρη Λάγιου λειτουργεί σαν μια ανθρώπινη απάντηση στην ακραία βία που διατρέχει τις «Τρωάδες». «Μέσα σε όλη αυτή την οδύνη και τον όλεθρο του πολέμου, ακούγονται τα τραγούδια σαν το αντίπαλο δέος. Είναι σαν να έρχεται η αγάπη και να απαλύνει όλο αυτόν τον πόνο. Η Εκάβη ακούει από την αρχή μέχρι το τέλος το ένα χειρότερο νέο μετά το άλλο και ξαφνικά έρχεται η μουσική σαν μια απάντηση που μαλακώνει αυτή την οδύνη», σημειώνει η κ. Φέστα.
Η ίδια επιστρέφει στον ρόλο της Εκάβης έξι χρόνια μετά και δείχνει να απολαμβάνει αυτή τη νέα συνάντηση με την ηρωίδα. «Μου αρέσει πάρα πολύ να επιστρέφω σε ρόλους. Δεν με γοητεύει τόσο να παίζω συνεχώς καινούργιους. Αισθάνομαι πως όσο περισσότερο σκάβεις, σαν τον αρχαιολόγο, τόσο πιο πολύτιμα πράγματα βρίσκεις», δηλώνει.
Όπως λέει, η Εκάβη είναι ταυτόχρονα γυναίκα, μητέρα και βασίλισσα. Και αυτό που τη συντρίβει περισσότερο δεν είναι μόνο η προσωπική της απώλεια, αλλά η εξαφάνιση ολόκληρης της Τροίας. «Νομίζω ότι αυτό που την ενδιαφέρει περισσότερο είναι να μείνει κάτι από την Τροία. Και τελικά δεν μένει τίποτα. Η Τροία γίνεται στάχτη. Αν έμενε κάτι, θα υπήρχε μια μικρή ελπίδα συνέχειας. Το να χαθούν όμως τα πάντα είναι το πιο φοβερό απ' όλα», υπογραμμίζει.
Έτσι προσεγγίζει την ηρωίδα, ακολουθώντας πιστά τον λόγο του Ευριπίδη. «Τα μεγάλα, οικουμενικά κείμενα έχουν από μόνα τους τη δύναμη. Αν δεν παραδοθείς μέσα σε αυτά, δεν μπορείς να βρεις άκρη. Η Εκάβη βρίσκεται σε μια μετέωρη στιγμή, στην αρχή μιας άλλης ζωής που όμως είναι η σκλαβιά. Δέχεται το ένα χτύπημα μετά το άλλο και στο τέλος δεν της μένει τίποτα», τονίζει.
Οι πόλεμοι του σήμερα μέσα από την Τροία
Παρότι η παράσταση βασίζεται σε ένα έργο που γράφτηκε πριν από περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια, η ηθοποιός θεωρεί ότι συνομιλεί άμεσα με τη σημερινή πραγματικότητα και τονίζει πως η Εκάβη θα μπορούσε να είναι μια μητέρα από την Ουκρανία, την Παλαιστίνη ή το Ιράν, μια γυναίκα που έχει χάσει τα πάντα. «Στις "Τρωάδες" δεν βλέπεις τον πόλεμο. Βλέπεις το μετά. Βλέπεις πώς ένας νικητής λαός συμπεριφέρεται σε έναν ηττημένο. Δεν ενδιαφέρεται ούτε για τον πολιτισμό του άλλου ούτε για το τι μπορεί να μείνει. Έχουμε σχεδόν συνηθίσει να βλέπουμε εικόνες πολέμου. Νομίζω όμως ότι βαθιά μέσα μας μάς επηρεάζουν και όλοι έχουμε χάσει κάτι από την ανθρωπιά μας», επισημαίνει.
Ιδιαίτερη θέση στην παράσταση κατέχει και η σκηνική εγκατάσταση με τα δύο χιλιάδες ανδρικά ρούχα, που, όπως σημειώνει, παραπέμπει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, χωρίς ωστόσο να επιβάλλει μία μόνο ανάγνωση. «Ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα είναι καλό να δημιουργεί ερωτήματα και όχι να δίνει απαντήσεις. Τα ρούχα αυτά είναι σαν να ακουμπάς πάνω σου κάτι που ανήκε σε κάποιον που δεν ζει πια», λέει.
Μόνο καλά λόγια έχει να πει η Γιώτα Φέστα για τη συνεργασία της με τους νεότερους ηθοποιούς και μουσικούς της παραγωγής, υπογραμμίζοντας πως το σημαντικότερο επίτευγμα ήταν η δημιουργία μιας κοινής γλώσσας ανάμεσα σε ανθρώπους που αρχικά ήταν άγνωστοι μεταξύ τους. «Δεν με απασχολεί να κάνω μια "σπουδαία Εκάβη". Αυτό που με ενδιαφέρει είναι να μπορώ να συνομιλώ πραγματικά με τους ανθρώπους που βρίσκονται απέναντί μου. Όταν αυτό συμβαίνει, είναι μια μαγική στιγμή και τότε το εισπράττει και ο θεατής», εξηγεί.
Παράλληλα, δηλώνει πως αισθάνεται ότι τη συνδέει ένα ιδιαίτερο νήμα με τη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που, όπως λέει, την έχει αγκαλιάσει σε κάθε θεατρική της επιστροφή. Θεωρεί, μάλιστα, ιδιαίτερα σημαντικό ότι μεγάλες παραγωγές γεννιούνται εκτός της πρωτεύουσας, ώστε οι μεγάλες πόλεις της χώρας να έχουν τον δικό τους ισχυρό πολιτιστικό λόγο.
Η παραγωγή πραγματοποίησε τις προηγούμενες ημέρες ανοιχτές πρόβες στο προαύλιο του 1ου Γενικού Λυκείου Καλαμαριάς, δίνοντας στο κοινό τη δυνατότητα να γνωρίσει από κοντά τη διαδικασία δημιουργίας μιας μεγάλης μουσικοθεατρικής παράστασης. Η πανελλήνια πρεμιέρα θα δοθεί στις 29 Ιουλίου στο Θέατρο Γης Θεσσαλονίκης και θα ακολουθήσει περιοδεία σε θεατρικούς και πολιτιστικούς χώρους σε όλη την Ελλάδα.
