Γιάννης Μαρκόπουλος: Ο συνθέτης που έδωσε άλλη ταυτότητα στην ελληνική μουσική
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//EUROKINISSI
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΝΗΣ//EUROKINISSI

Γιάννης Μαρκόπουλος: Ο συνθέτης που έδωσε άλλη ταυτότητα στην ελληνική μουσική

Ακάματος «εργάτης» της μουσικής, σαν αρχαιολόγος που από τις λέξεις ανέσκαπτε τη σύνθεση, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες συνθέτες που με το όραμά του έκανε τομή στα μουσικά πράγματα της δεκαετίας του ’70 και έδωσε άλλη ταυτότητα στη σύγχρονη ελληνική μουσική, άφησε στις 10 Ιουνίου την τελευταία του πνοή σε ηλικία 84 ετών, ηττημένος από ανίατη ασθένεια αλλά στεφανωμένος για την παρακαταθήκη που αφήνει πίσω του.

Το έργο του αριθμείται σε περισσότερα από 60 χρόνια πορείας στη μουσική και συνεχόμενης δημιουργίας, ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής μουσικής καθότι υπήρξε «σημαιοφόρος» του κινήματος της «επιστροφής στις ρίζες»· μία μουσική του πρόταση και δική του σχολή στο  δημοτικό τραγούδι που «δε σημαίνει παραδοσιολαγνεία, συντήρηση ή πολύ περισσότερο οπισθοδρόμηση, αλλά δυναμική πορεία προς το μέλλον, με αφετηρία την εμπειρία από το παλιό και δοκιμασμένο παραδοσιακό υλικό», όπως σημειώνει ο εθνομουσικολόγος Γιώργος Αμαργιανάκης.

Το μουσικό έργο του Μαρκόπουλου (γενν. Ηράκλειο Κρήτης, 1939) εκτείνεται από το έντεχνο τραγούδι έως τις συνθέσεις για συμφωνική ορχήστρα και από την κινηματογραφική και θεατρική μουσική έως την όπερα και το ορατόριο. Οι κύκλοι τραγουδιών του εστιάζουν στην ιστορία, τους μύθους και τον έρωτα σαν κινητήριες δυνάμεις ψυχικής ανάτασης καθώς και στους μεγάλους ποιητές που προσέγγισε (Ελύτη, Σεφέρη) αλλά και νεότερους που ανέδειξε.

Τα συμφωνικά του έργα –όπου συναντώνται ελληνικά παραδοσιακά όργανα, όπως η λύρα και το σαντούρι με εκείνα της συμφωνικής ορχήστρας– αποτέλεσαν νέα πρόταση για την παγκόσμια μουσική σκηνή.

Από την μουσική του φαρέτρα «ξεπήδησαν» -μεταξύ άλλων- τα «Παραπονεμένα Λόγια», τα «Ζαβαρακατρανέμια», τα «Λόγια και τα χρόνια», οι «Οχτροί», τα «Χίλια μύρια κύματα», η «Λένγκω (Ελλάδα)», «Το Καφενείον η Ελλάς», «Ο τόπος μας είναι κλειστός», «Μιλώ για τα παιδιά μου», «Πότε θα κάνει ξαστεριά», που έγιναν σύμβολα και μύθοι.

Από τα πιο σπουδαία και απαιτητικά του έργα η μελοποίηση (1977) των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Διονυσίου Σολωμού. Ένα μουσικό ταξίδι που πάει πίσω στο 1954 οπότε και ο Μαρκόπουλος έγραψε την πρώτη του μελωδία επάνω στη φράση του Σολωμού «Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει / λαλεί πουλί παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει», κατόπιν στο 1960 όταν ξεκίνησε να συνθέτει τα πρώτα μουσικά συνθέματα που για αρκετό καιρό παρέμειναν ατελή, έπειτα στο 1968 έως την ολοκλήρωση της μελοποίησης.

«Δεν κάνω ποτέ μελοποίηση. Η μελοποίηση είναι για μένα μια αναγκαία υποχώρηση της μουσικής. Εργάζομαι πάντα στο πλαίσιο της πρότασης, ότι η μουσική μου σύνθεση προσεγγίζει την ποίηση με όλη την αυτόνομη δημιουργικότητα της για έναν ιδανικό γάμο για την πραγματοποίηση του οποίου προσφέρει κάθε τέχνη ένα μέρος από την αυτονομία της. Σε κάθε περίπτωση μπορεί να λειτουργήσουν και χωριστά», είχε διευκρινίσει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του.

Γνώριζε και είχε συνεργαστεί –μεταξύ άλλων– με τους Ελύτη, Κούνδουρο, Ξενάκη, Τσαρούχη, Καμπανέλλη, Καρούζο, Αναγνωστάκη, Ξυλούρη, Νταλάρα, Μοσχολιού, Σιδηρόπουλο, Μαρία Δημητριάδη, θεωρούσε τον Σεφέρη «τόσο σημαντικό όσο και τον Αναξίμανδρο, σημαντικότερο δε και από τον Έλιοτ, με όλο αυτό το στοιχείο της οικουμενικότητας που τον χαρακτηρίζει», είχε πει.

Για να συμπληρώσει: «Ο Νίκος Κούνδουρος είναι μακρινός συγγενής μου, εκτός από συνεργάτης μου, αλλά και αυτός που με παρέλαβε (1956) κυριολεκτικά από το πλοίο της γραμμής όταν έφτασα στην πρωτεύουσα. […]. Συνεργαστήκαμε για πρώτη φορά το ’63 στις ''Μικρές Αφροδίτες'' του, αλλά μουσική για κινηματογράφο έγραφα από πριν. Συγκεκριμένα, για δύο ντοκιμαντέρ του Φίνου, αλλά και για ένα άλλο, πολύ ωραίο ντοκιμαντέρ που έκαναν Εγγλέζοι στη χώρα μας, με τίτλο ''Πέτρος ο Πελεκάνος''».

Για τη μουσική του στις «Μικρές Αφροδίτες» είχε βραβευθεί το 1963 στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Όπως ο ίδιος ο συνθέτης είχε πει, το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς του στη δεκαετία του ’60 αφορούσε μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο.

Με την επιβολή της δικτατορίας μετέβη στο Λονδίνο όπου εμπλούτισε τις μουσικές του γνώσεις. Κυκλοφόρησε το 1970 τον πρώτο του δίσκο  «Χρονικό», σε ποίηση Κ. Χ. Μύρη (Κώστα Γεωργουσόπουλου), με ερμηνευτές τους Νίκο Ξυλούρη και Τάνια Τσανακλίδου. Και ακολούθησαν και άλλοι δίσκοι, όπως «Ορίζοντες» (1981), «Σειρήνες» (1983), «Παράθυρο στη Μεσόγειο» (1983), «Του σίδερου και του νερού» (1984), «Ρεπορτάζ» (1985), «Τολμηρή επικοινωνία» (1987), «Παιχνίδι με το χρόνο» (1988), «Αθέατος σφυγμός» (1997).

Κοιτώντας πίσω, ο Γιάννης Μαρκόπουλος που έμελλε με τη μουσική του να γράψει ιστορία, ξεκίνησε τα πρώτα του μουσικά βήματα στην Ιεράπετρα Κρήτης, όπου μεγάλωσε έως ότου μεταβεί στην Αθήνα. Έπαιζε βιολί και κλαρίνο στην Φιλαρμονική μπάντα της Ιεράπετρα, στην Αθήνα σπούδασε μουσική στο Ωδείο Αθηνών, με δασκάλους τους Γεώργιο Σκλάβο (σύνθεση) και Ιωσήφ Μπουτίνουϊ (βιολί). Στο μεταξύ, είχε ξεκινήσει να φοιτά στην Πάντειο Σχολή, την οποία και εγκατέλειψε έπειτα από τρία χρόνια για να αφιερωθεί στη μουσική.

Στη μουσική που τον ανέδειξε και την ανέδειξε, στη μουσική που με πίστη αφοσιώθηκε και φρόντισε, εκπαιδεύοντας το μουσικόφιλο και μη κοινό σε εκείνα που η ψυχή αναζητά.

Διαβάστε επίσης:

Κυρ. Μητσοτάκης για Γ. Μαρκόπουλο: Τον αποχαιρετούμε με ευγνωμοσύνη

Οικογένεια Γ. Μαρκόπουλου: Η μουσική ψυχή της Ελλάδας σίγησε

Γ. Κουμεντάκης για Γ. Μαρκόπουλο: Aπό τους τελευταίους της γενιάς των σπουδαίων μεταπολεμικών Ελλήνων συνθετών

Αλ. Τσίπρας για Γ. Μαρκόπουλο: Σήμερα ξεριζώθηκε ένα κομμάτι από τις Ρίζες μας

Ν. Ανδρουλάκης για Γ. Μαρκόπουλο: Οι Έλληνες τον αποχαιρετούν με ευγνωμοσύνη