Μια αλλόκοτη Πρώτη Κυρία και το ντεμπούτο της Μάγια Ρούντολφ στο Μπρόντγουεϊ

Μια αλλόκοτη Πρώτη Κυρία και το ντεμπούτο της Μάγια Ρούντολφ στο Μπρόντγουεϊ

«Oh, Mary!». Η παράλογη, ξεκαρδιστική, σκοτεινή κωμωδία, που έγινε cult, παρουσιάζει μια δυστυχισμένη και ασφυκτικά εγκλωβισμένη Μέρι Τοντ Λίνκολν τις τελευταίες εβδομάδες πριν από τη δολοφονία του συζύγου της, Αβραάμ Λίνκολν. Ανεκπλήρωτος πόθος, αλκοολισμός και καταπιεσμένες επιθυμίες κυριαρχούν σε αυτό το μονόπρακτο διάρκειας ογδόντα λεπτών, το οποίο επιχειρεί, με απολύτως ανατρεπτικό και σατιρικό τρόπο, να φωτίσει τη λησμονημένη ζωή και τα ανεκπλήρωτα όνειρα της Μέρι Τοντ, μέσα από το βλέμμα ενός… ηλίθιου, όπως αυτοσαρκαστικά περιγράφει την οπτική του ο συγγραφέας του έργου, Κόουλ Εσκόλα.

Το ρόλο της Μέρι Τοντ κρατά η Μάγια Ρούντολφ, η οποία κάνει το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ και στο Lyceum Theatre, με το θεατρικό έργο «Oh, Mary!». «Απόφοιτη» του Saturday Night Live, η δημοφιλής ηθοποιός και βιρτουόζος στον κωμικό αυτοσχεδιασμό, προπονήθηκε σκληρά για τα …βάρη του ρόλου με προσωπικό γυμναστή.

Το έργο, το οποίο παραβιάζει συνειδητά κάθε ιστορική ακρίβεια, επανασυστήνει την Μέρι Τοντ Λίνκολν ως μια κωμικά υστερική γυναίκα με αδυναμία στο ποτό και φιλοδοξία να γίνει τραγουδίστρια καμπαρέ, η οποία ονειρεύεται τη δόξα και ασφυκτιά δίπλα στον αυστηρό, επικριτικό σύζυγό της. Σε αυτή την αλλόκοτη εκδοχή, την οποία σκηνοθετεί ο Σαμ Πίκλετον, η Πρώτη Κυρία παρουσιάζεται ειρωνική, καταθλιπτική, επιρρεπής σε εκρήξεις θυμού και διψασμένη για ρομαντισμό, μια γυναίκα γεμάτη πικρία. Ένας καταβεβλημένος Πρόεδρος Λίνκολν, τον οποίο υποδύεται ο Φίλιπ Τζέιμς Μπράνον, την αποκαλεί «ηλίθια» με χαρακτηρισμούς που δεν ταιριάζουν σε έναν Πρόεδρο.

Η Μάγια Ρούντολφ αγαπά τα αστεία που είναι τόσο χαζά ώστε να είναι μεγαλοφυή. Γι’ αυτό και αποτελεί μεγάλο κομπλιμέντο, γράφουν οι Νew York Times, όταν η Ρούντολφ περιγράφει το θεατρικό έργο «Oh, Mary!» ως «τόσο χαζό».

Η Ρούντολφ είναι η όγδοη ηθοποιός που υποδύεται τη Μέρι. Η παράδοση ξεκίνησε από τον δημιουργό του έργου, Κόουλ Εσκόλα, ο οποίος κέρδισε βραβείο Tony το 2025 για την ερμηνεία του ως Μέρι. Οι άλλες «Μέρι Τοντ Λίνκολν» ήταν οι ηθοποιοί Μπέτι Γκίλπιν, Τάιτους Μπέρτζες, Τζινξ Μονσούν, Χάνα Σόλοου, Τζέιν Κρακόφσκι και Τζον Κάμερον

Μίτσελ. Η Ρούντολφ εντάχθηκε στην παραγωγή στα τέλη Απριλίου, έπειτα από μόλις δέκα ημέρες προβών, και παράτεινε τις εμφανίσεις της στον ρόλο έως τις 5 Ιουλίου.

Παρότι η πραγματική Μέρι Τοντ μεγάλωσε σε μια εύπορη οικογένεια στο Κεντάκι, σε μια επιστολή της περιέγραψε τα παιδικά της χρόνια ως «έρημα» και «μοναχικά». Η μητέρα της πέθανε όταν εκείνη ήταν μόλις έξι ετών και ο πατέρας της ξαναπαντρεύτηκε πολύ γρήγορα, γεγονός που την έκανε να νιώθει εγκαταλελειμμένη.

Στον δικό της γάμο, υπήρξαν στιγμές που επιτέθηκε σωματικά στον Λίνκολν, ενώ και εκείνος κατά καιρούς αντιδρούσε επιθετικά απέναντί της. Καθώς η ίδια ,όπως και ολόκληρο το έθνος, θρηνούσε τη δολοφονία του, η ψυχική της κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, ενώ κουβαλούσε ήδη μια ζωή γεμάτη τραγωδίες, ανάμεσά τους και τον θάνατο τριών από τα τέσσερα παιδιά της.

Ο Μάικλ Μπέρλινγκεϊμ, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόι στο Σπρίνγκφιλντ, δήλωσε ότι πέρα από την παρουσίαση του Λίνκολν ως του κλασικού «συζύγου που βρίσκεται συνεχώς υπό πίεση και κριτική από τη γυναίκα του», εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει τίποτα αστείο στην ιστορία της Μέρι Τοντ Λίνκολν.

«Η συνήθης προσέγγιση των περισσότερων ανθρώπων όταν γράφουν για την κυρία Λίνκολν είναι ότι παρερμηνεύτηκε από ιστορικούς και βιογράφους και ότι αξίζει συμπόνια», είπε ο Μπέρλινγκεϊμ, συγγραφέας του βιβλίου «Ένας Αμερικανικός Γάμος: Η Άγνωστη Ιστορία του Αβραάμ Λίνκολν και της Μέρι Τοντ».

«Μου φαίνεται μάλλον απίθανο να αποτελεί μια μορφή πάνω στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί μια κωμωδία». Και όμως, συνέβη στην πιο παλαβή εκδοχή.

Η Ρούντολφ γνώριζε ότι ο ρόλος δεν θα ήταν εύκολος, αλλά δεν ήταν πλήρως προετοιμασμένη για το πόσο σωματικά απαιτητικό είναι να υποδύεται τη Μέρι. Το περασμένο φθινόπωρο, όταν πήγε να δει την Κρακόφσκι στην παράσταση και πέρασε από τα παρασκήνια για να τη συγχαρεί, η Κρακόφσκι, με τεράστια εμπειρία στο θέατρο, της είπε πόσο δύσκολο ήταν να τρέχει πάνω στη σκηνή φορώντας τα γελοιωδώς ογκώδη και βαριά κρινολίνα της Μέρι. Γι’ αυτό και η Μάγια προπονήθηκε σκληρά με βάρη για να έχει καλή φυσική κατάσταση ώστε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου.

Η Ρούντολφ θα κρατά τον ρόλο έως τις 5 Ιουλίου και θα την διαδεχθεί από τις 6 Ιουλίου έως τις 12 Σεπτεμβρίου η ηθοποιός και κωμικός Μεγκ Στάλτερ. Θα ακολουθήσει περιοδεία στις ΗΠΑ με τελευταίο σταθμό τη Φλόριντα τον Μάιο του 2027.

Η παράσταση αποθεώθηκε από κοινό και κριτικούς. «Αν, όπως συμβαίνει σε πολλούς, ο κόσμος και η ίδια η ζωή σάς έχουν αφήσει με ένταση και κούραση, αυτή η παράσταση του Μπρόντγουεϊ θα απελευθερώσει κύματα άφθονου γέλιου από μέσα σας. Με τον καλύτερο τρόπο που μόνο το θέατρο μπορεί να πετύχει, η κωμικότητα μοιράζεται συλλογικά με τους υπόλοιπους θεατές, που γύρω σας ξεσπούν χαρούμενα σε γέλια. Για 80 λεπτά, το Λύκειο (Lyceum Theatre) μετατρέπεται σε μια βουερή θάλασσα από χαχανητά και τρανταχτά γέλια» έγραψε το The Daily Beast, ανάμεσα σε μια πληθώρα θετικών κριτικών.

Για τους δημιουργούς του «Oh, Mary!», το σκοτεινό, τολμηρό και παραληρηματικά αστείο έργο αποδεικνύει ότι η Ιστορία μπορεί να διαθέτει μια απρόσμενα σαρκαστική και ασεβή αίσθηση του χιούμορ. Και από ό,τι αποδείχθηκε αυτό γοήτευσε τους θεατρόφιλους που θέλουν να απολαμβάνουν την τρέλα και το χιούμορ μιας παράστασης κολυμπώντας σε μια θάλασσα από γέλια.