Στις 14 Ιουνίου συμπληρώνονται 40 χρόνια από τον θάνατο ενός τιτάνα των παγκόσμιων γραμμάτων, του οποίου το έργο έχει συνδεθεί εμμέσως και με την Ελλάδα. Βέβαια, σταθερά στο έργο του ο Μπόρχες επέστρεφε και υπομνημάτιζε το παγκόσμιο κλασσικό πνεύμα και τα γράμματα (από τον Όμηρο και τον Βιργίλιο, από τους προσωκρατικούς και Γνωστικούς και τον Πασκάλ, τον Μπέρκλεϊ ή τον Νίτσε, έως τον Θερβάντες και τον Χώθορν, τον Λιούις Κάρολ καιτον Νοβάλις) και πάντοτε έμενε πιστός στην κληρονομιά του, υπενθυμίζοντας σταθερά τη σημασία του να μην απωλεσθεί στην επικάλυψη του χρόνου και του επικαιρικού γούστου η βαρύτητά της, αλλά η Ελλάδα για εκείνον είχε μία ακόμη πιο κεντρική θέση στο έργο του.
Γιατί ο Χόρχε Λούις Μπόρχες, αυτός ο αδηφάγος αναγνώστης, ο εμπνευσμένος και αλληγορικός συγγραφέας, ο τυφλός σαν τον Όμηρο ραψωδός της παγκόσμιας Ιστορίας του πνεύματος μέσα από τη μυθοπλασία, δεν προσέγγισε την Ελλάδα με τη ματιά ενός σχολαστικού φιλολόγου, ενός υπομονετικού αρχαιολόγου, αλλά ως έναν διαρκώς πάλλοντα και ζωντανό χώρο της ανθρώπινης δημιουργίας και φαντασίας. Σχεδόν σε όλο το έργο του Μπόρχες, είτε είναι πεζογράφημα ή ποίημα, είτε είναι δοκίμιο, η Ελλάδα εμφανίζεται, εάν όχι σε άμεση αναφορά (ο Ηράκλειτος, ο Παρμενίδης, ο Ζήνων, ο Πλάτων, ο Όμηρος κ.ο.κ διαρκώς ανακαλούνται στα κείμενά του), σταθερά επανέρχεται ως σπερματικό στάδιο και κεφαλόσκαλο της δυτικής και μοιραία, της παγκόσμιας σκέψης.
Η Ελληνική Φιλοσοφία του Μπόρχες: Ηράκλειτος και Ζήνων
Εκτός από την ελληνική μυθολογία, ο Μπόρχες γοητεύτηκε βαθιά από την προσωκρατική και κλασική ελληνική φιλοσοφία, κυρίως δε από τις δύο μορφές, που απετέλεσαν τους βασικούς πόλους της: το ηρακλείτιο γίγνεσθαι και την οντολογική στατικότητα του Σύμπαντος του Ζήνωνα του Ελεάτη. Η φιλοσοφία του Ηρακλείτου που συμπυκνώνεται στην ιδέα του ποταμού που ρέει και της διαρκούς μεταβολής («Τα πάντα ρεί») αποτελεί βασικό μοτίβο στην ποίηση του Μπόρχες. Και για τον τροβαδούρο του Μπουένος 'Αιρες, ο χρόνος είναι ένας ποταμός που μας παρασύρει, και είμαστε η ίδια η ροή του. Στο ομώνυμο ποίημά του «Ηράκλειτος» δηλώνει:
«Ποια πλοκή είναι αυτή
του θα είναι, του είναι και του ήταν;
Ποιο ποτάμι είναι τούτο μέσα από το οποίο κυλάει ο Γάγγης;»
Παράλληλα, τα παράδοξα του Ζήνωνα, ιδιαίτερα αυτό του Αχιλλέα και της χελώνας, επανέρχονται διαρκώς στα δοκίμια του Μπόρχες. Η μαθηματική και φιλοσοφική αδυναμία του ωκύποδα Αχιλλέα να φτάσει τον βραδυπορούντα αντίπαλό του μετατρέπεται στην πέννα του Μπόρχες σε μια εφιαλτική, λογοτεχνική απόδειξη της ψευδαίσθησης του χώρου και του χρόνου.
Σε πολλά δοκίμια και ποιήματα του Μπόρχες, η Ελλάδα εμφανίζεται ως η «μεγάλη απαρχή» -- η στιγμή όπου η ανθρωπότητα άρχισε να ονειρεύεται με τρόπο συστηματικό και ποιητικό. Και γιατί όχι, όπως τούτη η ελπίδα ανακυκλώνεται διαρκώς στα κείμενό του και μία «επιστροφή» -όπως εκείνη που ο ίδιος επιτελεί διαρκώς, σαν λογοτεχνικός Οδυσσέας σε μία γενέθλια γη της φαντασίας και του πνεύματος. Σε μία από τις στροφές της «Ποιητικής Τέχνης» (Arte Poetica) το δηλώνει ανοικτά:
«Διηγούνται πως ο Οδυσσέας, χορτασμένος από θαύματα,
έκλαψε από αγάπη καθώς αντίκρισε την Ιθάκη του,
πράσινη και ταπεινή. Η τέχνη είναι αυτή η Ιθάκη
μιας πράσινης αιωνιότητας, όχι θαυμάτων».
Έχοντας όμως διαρκή επίγνωση, σα δεινός προσωκρατικός (ένας Ηράκλειτος ή Ζήνων) πως πάντα όπως το βέλος μένει πάντα ακίνητο κι ο Αχιλλέας δεν προλαβαίνει ποτέ τη χελώνα ή όπως δεν μπαίνουμε δύο φορές στο ίδιο ποτάμι, ο μύθος ακριβώς όπως κι η πραγματικότητα δεν ανακτάται, εξηγείται ή στην καλλίτερη περίπτωση, όπως ο Δον Κιχώτης του μεταφραστή Πιερ Μενάρ αντιγράφεται, αλλά υποβάλλοντας ένα άλλο συγκείμενο, που υπερβαίνει την αρχική σημασία του πρωτοτύπου.
Κι άλλωστε αυτό κάνει διαρκώς ο Μπόρχες στα κείμενά του: διαρκώς επικαλείται μία μεγάλη στιγμή της ανθρώπινης σκέψης, μία φιλοσοφική ιδέα, μία θρησκευτική παραβολή, ένα λογοτεχνικό αριστούργημα, όχι για να στηρίξει κάποια δική του θεωρία. Αλλά, όπως έκανε κι ο Πλάτωνας στους διαλόγους του με τους μύθους, ο Μπόρχες χρησιμοποιεί τα κείμενα για να τα εξηγήσει, αποκαλύπτοντας τον πυρήνα της σημασίας, το ειδικό πνευματικό, γλωσσικό και φιλοσοφικό ή μεταφυσικό ή και λογοτεχνικό βάρος της κάθε φράσης και λέξης τους. Και ταυτόχρονα με υπερβατικό τρόπο να τα συμπλέξει στη δική του μυθοπλασία, ουσιαστικά μυθοποοιώντας την επιστήμη και τις ανακαλύψεις της και τη μεταφυσική ή τη θρησκεία και τις αποκαλύψεις της (όπως στο δοκίμιό του «Υπεράσπιση του Ψευδο-Βασιλίδη» για το Γνωστικό Δόγμα), ξαναδίνοντάς τους το αισθητικό μεγαλείο και τη διάσταση του θαύματος, που συνήθως υπερκαλύπτονται από το γενικό και το σχηματικό. Η τέχνη γίνεται ο Οιδίποδας που πρέπει να ερμηνεύσει και να λύσει το Αίνιγμα του κόσμου, όπως στο ομώνυμο ποίημά του «Ο Οιδίποδας και το Αίνιγμα»:
«Η όψη
της μορφής της ανείπωτης
του Είναι μας
θα μας είχε συντρίψει.
το έλεος του Θεού
μας χάρισε τη μετάβαση
και τη λησμονιά.»
Όπως ο ίδιος είχε δηλώσει, κάθε φορά που διαβάζουμε τους κλασικούς, δεν επιστρέφουμε απλώς στο παρελθόν, αλλά ανακαλύπτουμε εκ νέου το ίδιο μας το παρόν. Η ελληνική γλώσσα και οι μύθοι της αποτελούν πάντα για τον Μπόρχες, τα αρχέτυπα πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η δυτική σκέψη.
Οι Μορφές του Μύθου: Λαβύρινθοι και Μινώταυροι
Εάν υπάρχει ένα σύμβολο που συμπυκνώνει την εμμονή του Μπόρχες με την ελληνική μυθολογία, τότε αυτό είναι αναμφίβολα ο Λαβύρινθος. Ο ίδιος, στον λόγο που εκφώνησε κατά την αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα στο Παν/μιο της Κρήτης το 1984 τόνιζε: «Από την ελληνική μυθολογία με εντυπωσίασαν οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή, η εκστρατεία των Αργοναυτών και, φυσικά, ο μύθος του λαβυρίνθου. Πέρασα τη ζωή μου διαβάζοντας και γράφοντας, και αυτά τα δύο πράγματα με έκαναν ευτυχισμένο. Ο μύθος του λαβυρίνθου με ενδιέφερε πάντα. Ωστόσο, ο λαβύρινθος δεν μου προκαλεί μόνο φόβο, αλλά και ένα είδος ελπίδας. Επειδή, αν ο κόσμος είναι ένα χάος, είμαστε χαμένοι. Αν όμως είναι ένας λαβύρινθος, τότε απομένει κάποια ελπίδα· υπάρχει ένας σκοπός· ένα μυστικό σχέδιο μέσα σε αυτό το φαινομενικό χάος».
Εμπνευσμένος από τον μύθο της Κρήτης, ο λαβύρινθος στο έργο του Μπόρχες μετατρέπεται σε μεταφορά α) για το ίδιο το Σύμπαν και το χάος του κόσμου β) για τον χρόνο, που όπως τονίζει κι ο ίδιος στο αριστουργηματικό του διήγημα «Τα διασταυρούμενα μονοπάτια» διακλαδίζεται προς άπειρες κατευθύνσεις. Και κυρίως, κάτι που φαίνεται ιδιαίτερα σήμερα με την ΤΝ και τον ψηφιακό κόσμο, την ίδια την ανθρώπινη σκέψη, που παγιδεύεται στις δικές της κατασκευές. Στο προαναφερθέν δοκίμιο «Υπεράσπιση του Ψευδο-Βασιλίδη», ο Μπόρχες σχολιάζει «μια αξιοθαύμαστη ιδέα: ο κόσμος ιδωμένος ως μία ουσιαστικά μάταιη διαδικασία, σαν ένας παράπλευρος και χαμένος αντικατοπτρισμός παλιών ουράνιων επεισοδίων, η δημιουργία σαν ένα συμπτωματικό γεγονός».
Παράλληλα, στο περίφημο διήγημά του «Το Σπίτι του Αστέριου» (La casa de Asterión), ο Μπόρχες ανατρέπει τον μύθο του Μινώταυρου, δίνοντας φωνή στο ίδιο το τέρας. Ο Αστέριος δεν παρουσιάζεται ως ένας αιμοδιψής τύραννος, αλλά ως ένα ον μοναχικό, φυλακισμένο σε έναν απέραντο λαβύρινθο, που περιμένει τον Θησέα όχι ως δήμιο, αλλά ως λυτρωτή.
Ο λαβύρινθος για τον Μπόρχες είναι η αποτυχία της επιστημολογικής από τη μιά και της μεταφυσικής προσπάθειας του ανθρώπου να ερμηνεύσει τον κόσμο. Με αποτέλεσμα να καταφύγει στη μόνη πιθανή διέξοδο: την πλασματικότητα όπως στο διήγημα «Τλον, Ούκμπαρ, Όρμπις Τέρτιους», το άλλο Σύμπαν, τον τεχνητό λαβύρινθο, της τέχνης, της λογοτεχνίας, που έχει καταστήσει ως δική του πραγματικότητα
Ο Όμηρος και η Τυφλότητα ως ταυτότητα κι αλληγορία
Εάν υπάρχει επίσης ένα «ετερώνυμο» του Μπόρχες, που λειτουργεί σχεδόν σαν alter ego του και το οποίο επανέρχεται σταθερά στα έργα του με διάφορες παραλλαγές, είναι η φιγούρα του Ομήρου. Παραβάλλοντας τον αρχαίο ραψωδό με τον εαυτό του, ο οποίος έχασε τελείως την όρασή του στην ώριμη ηλικία του, η τυφλότητα κατέχει κεντρική θέση στο μπορχεσιανό σύμπαν και λειτουργεί ως ένας βαθύς, προσωπικός καθρέφτης για τον Μπόρχες, αλλά και μία αλληγορία για τη δημιουργία: ο στοχαστής κλείνει τα μάτια του στον κόσμο κι επιστρέφει μέσα του για να μετατρέψει την εμπειρία σε τέχνη .
Στο διήγημά του «Ο Αθάνατος» (El Inmortal), μέσα από διαρκείς αναχρονισμούς κι ανακολουθίες (σαν ένα διαρκές mis-en abyme) ο Όμηρος εμφανίζεται ως ένας τρωγλοδύτης, ξαπλωμένος στην άμμο σα μικρή κατεστραμμένη σφίγγα από λάβα, που δεν είναι κανείς, αλλά είναι οι πάντες και που έχει ζήσει πολλούς αιώνες, έχοντας ξεχάσει ακόμα και την ίδια του την ιδιότητα, τα αθάνατα έργα του: την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Για τον Μπόρχες, ο Όμηρος είναι ο απόλυτος «Ποιητής»: ένα ον που, στερούμενο την οπτική επαφή με τον υλικό κόσμο, αναγκάζεται να κοιτάξει προς τα μέσα, μετατρέποντας τη μνήμη και το σκοτάδι σε καθαρή μουσική και λόγο.
Ελλάδα: Μια Πνευματική Πατρίδα
Για τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, η Ελλάδα δεν ήταν ένας νεκρός πολιτισμός που ανήκει στο παρελθόν. Ήταν μια ζωντανή πηγή, μια πνευματική πατρίδα στην οποία επέστρεφε διαρκώς για να βρει απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα της ύπαρξης. Όπως υπογραμμίζουν πολλοί μελετητές του, ο Μπόρχες κατάφερε να κάνει την Ελλάδα μέρος της δικής του προσωπικής μυθολογίας, αποδεικνύοντας ότι, σε τελική ανάλυση, όλοι είμαστε, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εξόριστοι πολίτες αυτής της αρχαίας, ιδανικής επικράτειας.
Στο ποίημά του, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Clarín ( 11 Απριλίου 1985) και περιλαμβάνεται στη συλλογή «Συγκεντρωμένα Κείμενα» (Textos recobrados 1956-1986), ο Μπόρχες δηλώνει ανοιχτά την προσέγγισή του με το ελληνικό πνεύμα:
«Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι του έρωτα της Ελένης της Τροίας.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι του να έχουμε πεθάνει στα 'Αρβηλα.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα πιστεύουμε στην ελεύθερη βούληση, αυτή την ψευδαίσθηση της κάθε στιγμής.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα γνωρίζουμε πως το πλοίο του Οδυσσέα θα επιστρέψει στην Ιθάκη.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε ο λόγος και το σπαθί.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι του κρυστάλλου και του μαονιού, του χιονιού και του μαρμάρου.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε άξιοι των καθημερινών πραγμάτων, που τώρα πια δεν είναι τέτοια.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα είμαστε το βέλος στον αέρα.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα πιστεύουμε στο έλεος του λύκου και στη δικαιοσύνη των δικαίων.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα αξίζουμε τη μεγάλη σου φωνή, Γουόλτ Ουίτμαν.
Όσο διαρκεί αυτή η μουσική, θα αξίζουμε να έχουμε δει, από μια κορυφή, τη γη της επαγγελίας».
