Στην αρχαιότητα, οι κάτοικοι της σημερινής Ελλάδας είχαν με πολλές γιορτές να ασχοληθούν. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα έβρισκαν την ευκαιρία να ξεφύγουν από την καθημερινότητά τους και να επιδοθούν σε χορούς και φαγοπότια.
Στην αρχαία Αθήνα, η σπουδαιότερη και σημαντικότερη γιορτή απ’ όλες, αυτή που λογικά περίμεναν όλοι πώς και πώς, ήταν τα Μεγάλα Παναθήναια. Από το 566 π.Χ., το έτος κατά το οποίο καθιερώθηκαν, τα Μεγάλα Παναθήναια πραγματοποιούνταν κάθε τέσσερα χρόνια.
Η γιορτή ξεκινούσε στις 28 του μήνα Εκατομβαιώνα, δηλαδή του δικού μας Ιουλίου και διαρκούσε 12 ημέρες. Ήταν 12 γεμάτες ημέρες για όλους. Καταρχήν, ήταν μεγάλο γεγονός για τις εκλεκτές Αθηναίες κοπέλες, οι λεγόμενες «εργαστίναι», οι οποίες επιλέγονταν να υφαίνουν ένα μεγάλο τετράγωνο ύφασμα, τον πέπλο (είδος αρχαίου ελληνικού φορέματος θα μπορούσαμε να πούμε), υπό την επίβλεψη της ιέρειας της θεάς Αθηνάς.
Το βράδυ της παραμονής έναρξης της γιορτής, στις 27 Εκατομβαιώνα, ο κόσμος της Αθήνας συγκεντρωνόταν σε ένα μεγάλο πλήθος για να παρακολουθήσουν την «παννυχίν», κατά την οποία χόρευαν μικρά αγόρια και κορίτσια, προετοιμάζοντάς τον για τις μέρες που θα ακολουθούσαν.
Με την ανατολή της 28ης Εκατομβαιώνα, ξεκινούσε η γιορτή προς τιμήν της προστάτιδας της πόλης και η λαμπαδηφορία. Ένας πυρσός άναβε στον χώρο του Άλσους του Ακάδημου, έξω από την πόλη, απ’ όπου θα ξεκινούσε και η μεγάλη πομπή των Παναθηναίων.
Ακολουθούσαν χιλιάδες άνθρωποι, μαζί με ζώα, που άρχιζαν να περπατούν όλοι μαζί πίσω από τον πυρσό. Στον κεντρικό δρόμο της αρχαίας Αθήνας, πίσω από την ιερή φλόγα, κινούνταν ένα πλοίο με τροχούς, είχε για ιστίο τον πέπλο που είχαν υφάνει οι «εργαστίναι», με παραστάσεις από την Γιγαντομαχία, στην οποία είχε διαπρέψει η Αθηνά.
Την πομπή αποτελούσαν γυναίκες, οι οποίες κουβαλούσαν στο κεφάλι τους κάνιστρα (καλάθια δηλαδή), γεμάτα με προσφορές για την θεά, γι’ αυτό και ονομάζονταν «κανηφόροι». Ηλικιωμένοι με κλαδιά ελιάς στα χέρια, οι λεγόμενοι «θαλλοφόροι». Άλλες γυναίκες και νεαρά κορίτσια που κουβαλούσαν στους ώμους τους υδρίες (αγγεία που γέμιζαν με νερό), οι «υδριαφόροι». Γύρω τους, ακολουθούσαν νέοι Αθηναίοι πάνω στα άλογά τους, μαζί με κατσίκες, κριάρια, ταύρους, αγελάδες και πρόβατα, που προορίζονταν να θυσιαστούν στον βωμό της θεάς.
Η τεράστια αυτή πομπή χιλιάδων ανθρώπων και ζώων, που οδηγούνταν από την φωτιά του πυρσού και το θαυμαστό πλοίο που κινούνταν στην στεριά, περνούσαν μέσα από την Αγορά και έφταναν στον Άρειο Πάγο. Εκεί, ο ιερός πέπλος παραδιδόταν στους ιερείς, οι οποίοι έντυναν στη συνέχεια με αυτό το ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς.
Η φλόγα του πυρσού, μαζί και όλοι οι ακόλουθοι, έφταναν μέχρι την κορυφή του ιερού βράχου της Ακρόπολης και τον βωμό της γλαυκομάτας θεάς. Εκεί πραγματοποιούνταν θυσίες και όλοι άφηναν τα «δώρα», τις προσφορές τους στον ναό της. Ήταν, εξάλλου, η μέρα των γενεθλίων της… Μέχρι και εκπρόσωποι από τις αποικίες και τις πόλεις-συμμάχους της Αθήνας, έρχονταν για αυτήν.
Τις επόμενες μέρες, γινόταν…το σώσε. Αοιδοί (οι αρχαίοι τραγουδιστές δηλαδή) και αθλητές απ’ όλη την Αθήνα, αλλά και άλλες πόλεις, συμμετείχαν σε μουσικούς και γυμνικούς αγώνες. Πραγματοποιούνταν επίσης και αγώνες χορού, με ένοπλους άντρες κάθε ηλικίας να χορεύουν τον «πυρρίχιο», τον γνωστό αρχαίο ελληνικό πολεμικό χορό.
Ο νικητής των αθλητικών αγώνων των Μεγάλων Παναθηναίων, έπαιρνε ως έπαθλο έναν Παναθηναϊκό Αμφορέα. Ένα μεγάλο αγγείο, στολισμένο με παραστάσεις της θεάς Αθηνάς και του συμβολικού της ζώου, της κουκουβάγιας, γεμάτο με ελαιόλαδο. Οι υπεύθυνοι της απονομής των επάθλων, τοποθετούσαν επίσης στα μαλλιά του ένα στεφάνι από κλαδί ελιάς, το ιερό φυτό της θεάς της σοφίας και της πόλης της.
Παράλληλα με τους αγώνες, γίνονταν κι άλλες πολλές τελετές και θυσίες, με κυριότερη την «εκατόμβη», την θυσία εκατό βοδιών στον βωμό προς τιμήν της θεάς. Το κρέας από τις θυσίες βέβαια, δεν πήγαινε χαμένο. Μετά τις θυσίες, μοιραζόταν στους πολίτες στον χώρο της Αγοράς.
Η πομπή των Μεγάλων Παναθηναίων, αργότερα απεικονίστηκε στα μάρμαρα της ζωφόρου του Παρθενώνα. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Αθήνας, στην οποία συνέρρεε πλήθος κόσμου για να τιμήσει την προστάτριά της. Ήταν ένας τρόπος να δείξει η πόλη την δύναμη και την υπεροχή της, αλλά και ένας τρόπος να συσφίξει τους δεσμούς των πολιτών της, καθώς δεν υπήρχε ούτε ένας που δεν παρίστατο στην γιορτή.
Βιβλιογραφία:
