Οι μύθοι για την αρχαία Κρήτη είναι ευρέως γνωστοί. Ο βασιλιάς της ο Μίνωας, η σύζυγός του η Πασιφάη και ο καρπός του έρωτά της με έναν ταύρο, ο Μινώταυρος. Ο υπόγειος, σκοτεινός λαβύρινθος, η πριγκίπισσα Αριάδνη, ο μίτος της και ο ήρωας Θησέας, που έβαλε τέλος στα βάσανα των νεαρών Αθηναίων που θυσιάζονταν κάθε χρόνο.
Όλες αυτές οι ιστορίες ήταν γνωστές από καιρό. Από τους αρχαίους συγγραφείς, τους οποίους μελετούν εδώ και αιώνες στην Ευρώπη. Το όνομα της περιοχής όπου βασίλευε ο Μίνωας, «Κνωσός», επιβεβαιώθηκε από πλήθος νομισμάτων της Ελληνιστικής και της Ρωμαϊκής περιόδου, που βρίσκονταν και ανακαλύφθηκαν στην θέση αυτή. Στην μπροστινή όψη, τον εμπροσθότυπο, διαβάζεται η επιγραφή «ΚΝΩΣ» και στην πίσω όψη, τον οπισθότυπο των νομισμάτων, αποτυπώνεται ο λαβύρινθος.
Η πόλη της Κνωσού, όμως, υπήρχε πολύ πριν την έλευση των Ρωμαίων και τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Οι αρχαίοι μύθοι, αναφέρονταν σε πρόσωπα που υποτίθεται ότι ζούσαν χρόνια πριν από αυτούς που τους κατέγραψαν και τους αφηγούνταν. Από το σήμερα πάντως, γνωρίζουμε ότι η ίδρυση του πρώτου μεγάλου ανακτόρου της Κνωσού απέχει 4.000 χρόνια, αν και ο ίδιος ο οικισμός είχε γεννηθεί ήδη από τη Νεολιθική εποχή, πριν από περίπου 9.000 χρόνια.
Κατά τον 19ο αιώνα, η αρχαία αυτή πόλη έμελλε να έρθει και πάλι στο φως. Ένας έμπορος και αρχαιολάτρης από το Ηράκλειο, αποφάσισε κάποια στιγμή να ερευνήσει την περιοχή του λόφου Κεφάλας. Το όνομά του; Μίνωας Καλοκαιρινός. Όνομα και πράγμα θα έλεγε κανείς.
Ο Καλοκαιρινός, ήταν ο πρώτος που ξεκίνησε τις ανασκαφές στο σημείο τα τέλη του 1878. Οι πρώτες του ανακαλύψεις, ήταν μέρος ερειπίων από κάτι που έμοιαζε με μεγάλο κτήριο. Οι μύθοι, μάλλον περιείχαν μια δόση αλήθειας τελικά… Αυτά που ανακάλυψε ο Καλοκαιρινός, ήταν η Δυτική πτέρυγα και οι αυλές ενός ανακτόρου. Σε αυτήν την πτέρυγα, μέσα στα ερείπια, ανακάλυψε επίσης και κάτι ακόμα πιο θαυμαστό. Κεραμικά αγγεία, μικρών αλλά και τεραστίων διαστάσεων. Αγγεία περίτεχνα διακοσμημένα και πίθους (αποθηκευτικά πιθάρια δηλαδή).
Ο Καλοκαιρινός, αργά ή γρήγορα κατάλαβε ότι είχε να κάνει με μια μεγάλη και σπουδαία ανακάλυψη. Πίστευε ότι δεν θα αργούσε να βρει και αρχαιολογικούς θησαυρούς θαμμένους κάτω από το χώμα της κορυφής το λόφου. Έτσι, πήρε μια σημαντική απόφαση, που ίσως καθόρισε κατά πολύ το μέλλον του αρχαιολογικού χώρου της Κνωσού.
Η Κρήτη τότε, βρισκόταν ακόμα υπό την κυριαρχία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ήταν σχεδόν σίγουρο, λοιπόν, ότι οτιδήποτε ανακάλυπτε από τότε και στο εξής, θα μεταφερόταν στην Κωνσταντινούπολη και θα ήταν αμφίβολο αν θα επέστρεφε ποτέ ξανά στον τόπο του.
Έτσι, σταμάτησε τις ανασκαφές και αντί αυτού, έστειλε πάρα πολλές επιστολές και σχέδια στην Ευρώπη. Σε τότε νεοδημιουργηθέντα και πολλά υποσχόμενα μουσεία και άλλους αρχαιοδίφες της εποχής. Στόχος του ήταν να στρέψει το παγκόσμιο ενδιαφέρον στην Κνωσό, ώστε να εξασφαλίσει τη διεθνή προστασία των ευρημάτων και την καλύτερη δυνατή διαχείρισή τους.
Τότε είναι που εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Άρθουρ Έβανς, επιμελητής του μουσείου Ashmolean στην Οξφόρδη. Ο Έβανς ενδιαφερόταν καιρό για την Κρήτη. Είχε ασχοληθεί με σφραγιδόλιθους που είχαν βρεθεί εκεί και είχαν πάνω τους επιγραφές. Επρόκειτο για μια αρχαία, άγνωστη γραφή που δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφηθεί τότε. Το πάθος του να λύσει αυτό το μυστήριο τον οδήγησε στο νησί και στην ανακάλυψη της Γραμμικής Γραφής Α’ και της Γραμμικής Γραφής Β’.
Φτάνουμε, λοιπόν, στο 1898. Το έτος που σηματοδοτεί το τέλος της οθωμανικής κυριαρχίας και την ίδρυση της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας. Με τη δημιουργία του νέου κράτους, οι πολιτικές συνθήκες άλλαξαν ριζικά. Έτσι, στις αρχές του 1900, ο Έβανς κατάφερε τελικά να αγοράσει ολόκληρο σχεδόν τον λόφο της Κεφάλας και να ξεκινήσει αμέσως τις μνημειώδεις ανασκαφές του.
Πριν από 4.000 χρόνια, η Κνωσός ήταν η μεγαλύτερη, πλουσιότερη και σημαντικότερη ανάμεσα στις 100 πόλεις της Κρήτης. Ο Έβανς δεν βρήκε απλά δύο αρχαίες γραφές, αλλά πολλά περισσότερα. Συνέχισε το έργο του Μίνωα Καλοκαιρινού, ονομάζοντας τον πολιτισμό που ανακάλυψε ο Κρητικός έμπορος «Μινωικό», από τον μυθικό βασιλιά του.
Στις ανασκαφές αυτές, ανακαλύφθηκε το υπόλοιπο μεγαλοπρεπές «Ανάκτορο του Μίνωα», όπως το χαρακτήρισε ο Έβανς. Παρά τις λίγο πρόχειρες και μη ασφαλείς πολλές φορές ανασκαφικές τεχνικές του, ο Έβανς με την βοήθεια του Σκοτσέζου Duncan Mackenzie (ο οποίος γνώριζε και εφάρμοζε ανασκαφές με βάση την στρωματογραφία του εδάφους), έφερε στο φως ολόκληρο το βασιλικό συγκρότημα της πόλης.
Μέχρι σήμερα μπορούμε να δούμε τα ερείπια των πτερύγων του ανακτόρου, της περίφημης και αινιγματικής Αίθουσας του Θρόνου, του αρχαιότερου που υπάρχει στην Ευρώπη, της βασιλικής έπαυλης, των αποθηκών με τους γιγαντιαίους πίθους και τις θαυμαστές χρωματιστές τοιχογραφίες με τις Μινωίτισσες, τους Μινωίτες, τα λουλούδια, τα δελφίνια και τους γρύπες.
Το μέγεθος και η συνθετότητα του τεράστιου αυτού κτηριακού συγκροτήματος, του γεμάτου με διαδρόμους, κλίμακες και δωμάτια, ήταν αυτό που μάλλον ενέπνευσε όλο τον μύθο της βασιλικής οικογένειας και τον λαβύρινθο του Μινώταυρου.
Ακόμα και η ίδια η λέξη «λαβύρινθος» φαίνεται να συνδέεται άμεσα με το παλάτι. Προέρχεται από τη λέξη «λάβρυς» (ο διπλός πέλεκυς δηλαδή), που ήταν το ιερό σύμβολο των Μινωιτών. Επομένως, Λαβύρινθος σήμαινε αρχικά «Το σπίτι του Διπλού Πελέκεως», δηλαδή το ίδιο το ανάκτορο της Κνωσού.
Βιβλιογραφία:
Υπουργείο Πολιτισμού - Ανάκτορο
