«Ωραίο το Ναύπλιο!». Σίγουρα όλοι την έχουμε πει μια φορά στη ζωή μας αυτή τη φράση. Μια μικρή πόλη της Πελοποννήσου, στολισμένη με κτήρια που έχουν επιβιώσει μέσα στους αιώνες και μαρτυρούν την μακρά - και κομβική πολλές φορές για την χώρα - ιστορία της.
Το Ναύπλιο, με τα πολύχρωμα κτήρια και τις εντυπωσιακές βουκαμβίλιες να κρέμονται από μπαλκόνια και να αναρριχώνται σε τοίχους, έχει περάσει από πολλά χέρια στο πέρας των αιώνων. Εμείς μάλιστα - οι Έλληνες - αποτελούμε τον τελευταίο σταθμό στην μακρά ιστορία της κυριαρχίας του.
Απόδειξη για αυτό, αποτελεί ένα εντυπωσιακό κτίσμα, το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα και είναι ένα ορόσημο της πόλης. Καθώς κανείς πλησιάζει το Ναύπλιο, μπορεί να δει από πολύ μακριά, πριν φτάσει ακόμα στην πόλη, ότι στην κορυφή ενός πελώριου βράχου δεσπόζει ένα φρούριο. Αυτό, είναι το Παλαμήδι.
Ακούει κανείς τη λέξη «Παλαμήδι» και μάλλον στο μυαλό του αντηχεί ένα κουρασμένο «Ωχ…». Αλλά το Παλαμήδι είναι πολλά περισσότερα από τα 857 σκαλιά που πρέπει να ανεβεί κανείς για να το δει. Δεν λέω, κουραστικό, ειδικά κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Ας πούμε πρώτα, όμως, την ιστορία του και κρίνετε εσείς αν αξίζει να ανεβείτε ή αν σας αρκεί ένα νοητικό ταξίδι…
Το Παλαμήδι είναι κτίσμα που ανήκει στα «χωράφια» της Νεότερης Ιστορίας της Ελλάδας. Πριν από περίπου τρεις αιώνες, γινόταν φασαρία για τα εδάφη της Πελοποννήσου. Πόσο μάλλον για ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σημεία της ανατολικής Μεσογείου, όπως το Ναύπλιο.
Μία το είχαν οι Οθωμανοί μία οι Ενετοί εκείνη την εποχή. Κατά την Β’ Ενετοκρατία της πόλης, λοιπόν, από το 1686, οι Ενετοί έκαναν το Ναύπλιο το διοικητικό τους κέντρο. Έγινε η επίσημη πρωτεύουσα του λεγόμενου τότε ενετικού Βασιλείου του Μωρέως. Έτσι, εγκαταστάθηκαν εκεί όλες οι πολιτικές και στρατιωτικές αρχές τους.
Οι Ενετοί γνώριζαν ότι αυτό δεν ήταν το τέλος των μαχών με τους Οθωμανούς. Θα ξαναγύριζαν. Έτσι, μετέτρεψαν το Ναύπλιο σε φρούριο. Συγκεκριμένα, στην κορυφή του λόφου του Παλαμηδίου, ανατολικά της Ακροναυπλίας έχτισαν ένα κάστρο.
Στις αρχές του 18ου αιώνα, άρχισε να χτίζεται το κάστρο, το οποίο κατασκευάστηκε σε χρόνο ρεκόρ. Μέσα σε τρία χρόνια. Περιτριγυρίζεται από τείχη, τα οποία ενισχύονται με οκτώ προμαχώνες. Ο καθένας τους έχει ονοματιστεί.
Ο λεγόμενος «Άγιος Ανδρέας», φιλοξενεί εντός του μέρος μιας εκκλησίας αφιερωμένης στον ίδιο Άγιο. Ο ημικυλινδρικός της θόλος εισχωρεί σε μία από τις καμάρες του διαδρόμου των τειχών, επιτρέποντας στους αμυνόμενους να εισέρχονται ενώ βρίσκονται εντός τους. Ένας άλλος προμαχώνας, με το όνομα «Μιλτιάδης», ήταν η φυλακή του γνωστότερου εθνικού ήρωα της Επανάστασης, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Όλοι γνωρίζουν φυσικά τα πολλά και ανοδικά σκαλοπάτια για να φτάσει κανείς στο κάστρο, τα οποία να προσθέσουμε ότι έχουν μικρές πολεμίστρες για προστασία.
Η μοίρα του Παλαμηδίου, ωστόσο, αποδείχθηκε κάθε άλλο παρά ήρεμη, σφραγίζοντας την ιστορία ολόκληρου του έθνους. Μόλις έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωση των εργασιών του, τον Ιούλιο του 1715, η οθωμανική στρατιά πολιόρκησε το Ναύπλιο. Παρά τη βενετική υπεροπλία, το «απόρθητο» φρούριο έπεσε στα χέρια των Οθωμανών μέσα σε λίγες μόνο ημέρες, βυθίζοντας την περιοχή στη δεύτερη περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Η δικαίωση για το κάστρο ήρθε έναν αιώνα αργότερα. Τη νύχτα της 29ης Νοεμβρίου 1822, εν μέσω της Ελληνικής Επανάστασης, ο Στάικος Σταικόπουλος και οι άνδρες του πραγματοποίησαν μια παράτολμη, νυχτερινή καταδρομή. Σκαρφαλώνοντας αθόρυβα στα απόκρημνα βράχια, αιφνιδίασαν την οθωμανική φρουρά και κυρίευσαν το κάστρο, υψώνοντας την ελληνική σημαία.
Ανήμερα της εορτής του Αγίου Ανδρέα, το Ναύπλιο ξημέρωσε ελεύθερο, έτοιμο να γίνει η πρώτη πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Σήμερα, καθώς ο επισκέπτης ατενίζει το Παλαμήδι, δεν αντικρίζει απλώς ένα αρχιτεκτονικό κομψοτέχνημα, αλλά ένα ζωντανό μνημείο όπου η βενετική φιλοδοξία, η οθωμανική κυριαρχία και η ελληνική εθνική αποκατάσταση άφησαν ανεξίτηλο το ιστορικό τους αποτύπωμα.
Βιβλιογραφία:
