Στη δίνη του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ επιστρέφει το πολιτικό σκηνικό, σε μια κομβική στιγμή για την κυβέρνηση, όπου οι δημοσκοπήσεις έδειχναν μια ξεκάθαρη ανοδική πορεία, στον απόηχο του πολέμου στο Ιράν. Στο Μέγαρο Μαξίμου περνούν εκ νέου σε κατάσταση “διαχείρισης κρίσεων”, αναμένοντας τις λεπτομέρειες των στοιχείων, που περιλαμβάνονται στις δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που βάζουν στο “κάδρο” των ερευνών και των ποινικών αδικημάτων 11 βουλευτές και νυν και πρώην κυβερνητικά στελέχη.
Η στρατηγική της κυβέρνησης αναμένεται να φανεί, ωστόσο η τοποθέτηση του Παύλου Μαρινάκη που χαρακτήριζε “σοβαρή εξέλιξη” την αποστολή της δικογραφίας στον Άρειο Πάγο και προανήγγειλε “αξιολόγηση για κάθε περίπτωση ξεχωριστά”, όταν διαβιβαστεί στη Βουλή, δείχνει και την έως τώρα απόφαση να αντιμετωπιστεί κάθε πρόσωπο ανάλογα με τα επιβαρρυντικά στοιχεία, που θα το συνοδεύουν.
“Η κυβέρνηση και η ΝΔ έχει μια αρχή να γίνονται δεκτά τα αιτήματα άρσης ασυλίας” τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, δίνοντας ένα πρώτο στίγμα, πάντως, επιλέγοντας να επαναφέρει στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης και τις κινήσεις της κυβέρνησης, όπως είπε, “να κάνει πράξη το “ως εδώ”, να βάλει μια γραμμή σε μια παθογένεια διαχρονική, που στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση που έχει συντελεστεί”, υπενθυμίζοντας ότι την υπαγωγή του οργανισμού στην ΑΑΔΕ δεν την στήριξε η αντιπολίτευση.
Σε κάθε περίπτωση, οι τελευταίες εξελίξεις αναμένεται να έχουν αντίκτυπο σε δύο επίπεδα για τη Νέα Δημοκρατία, πρώτον το κυβερνητικό σχήμα -με δεδομένο ότι όπως συνέβη και στο πρόσφατο παρελθόν, τα πρόσωπα που βρίσκονται σε κυβερνητικές θέσεις και αναφέρονται στις δικογραφίες δεν αναμένεται να παραμείνουν στους υπουργικού θώκους τους- και δεύτερον το ίδιο το κόμμα, που ούτως ή άλλως βρίσκεται σε προσυνεδριακή φάση, καθώς αναμένεται να επηρεάσουν την κορυφή της κομματικής πυραμίδας.
Το ζητούμενο για το Μέγαρο Μαξίμου είναι, όμως, πως θα επηρεαστεί το γενικότερο πολιτικό κλίμα απέναντι στην κυβέρνηση, με δεδομένο ότι η αρχή του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ είχε προκαλέσει έντονες “αναταράξεις” και “καθίζηση” των δημοσκοπικών ποσοστών της, που χρειάστηκαν μήνες και μια σειρά κινήσεων σε άλλα επίπεδα, όπως η οικονομία και η άμυνα, για να αντιστραφεί η πορεία αυτή.
Το τελευταίο διάστημα, όλες οι δημοσκοπήσεις, έδειχναν τη Νέα Δημοκρατία στην εκτίμηση ψήφου να ξεπερνά το 31%, δίνοντας στο Μέγαρο Μαξίμου τη δυνατότητα σχεδιασμού των επόμενων βημάτων, με “ζωντανό” τον στόχο της αυτοδυναμίας, στην προοπτική ότι είχε στη διάθεσή του περίπου έναν χρόνο για να “χτίσει” επάνω σε αυτή τη δημοσκοπική δύναμη. Ο πόλεμος στο Ιράν, παρά τη νέα κρίση που δημιουργεί, προσέθεσε στη συσπείρωση της ΝΔ, με τους πολίτες να επικροτούν κινήσεις, όπως η αμυντική συνδρομή στην Κύπρο και η λήψη άμεσων μέτρων στήριξης για τις επερχόμενες ανατιμήσεις.
Το ερώτημα είναι πως οι νέες αποκαλύψεις για την εμπλοκή στελεχών της κυβέρνησης και της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ θα επιδράσουν στην εικόνα αυτή και το συγκεκριμένο ερώτημα θα απαντηθεί από τις επόμενες μετρήσεις. Σε αυτή την απάντηση, καθοριστικό ρόλο αναμένεται να παίξουν και οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή, υπό το πρίσμα των κυβερνητικών παρεμβάσεων για την συγκράτηση των συνεπειών του πολέμου.
Παρά την φημολογία που “αναζωπυρώνεται” περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, το κυβερνητικό επιτελείο εμφανίζεται κατηγορηματικό ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης απορρίπτει από θέση αρχής, αλλά και συνυπολογίζοντας το διεθνές περιβάλλον που απαιτεί σταθερότητα για τη χώρα, οποιοδήποτε τέτοια εισήγηση. Υπό τη σκιά των τελευταίων εξελίξεων, πάντως, η επόμενη Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης ανάγεται σε ορόσημο για το Μέγαρο Μαξίμου.
Με τον προβληματισμό που προκαλούν οι ανατιμήσεις στην αγορά, την αντιμετώπιση της ακρίβειας μέσω έκτακτων μέτρων να βρίσκεται σε προτεραιότητα, το κλίμα πίεσης που δημιουργούν οι τελευταίες εξελίξεις με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το θέμα της δίκης για τα Τέμπη να βρίσκεται στην επικαιρότητα λόγω της δικαστικής του διαδρομής, αλλά και την υπόθεση των υποκλοπών να επανέρχεται μετά το Πάσχα στη Βουλή, σε προ ημερησίας συζήτηση σε επίπεδο αρχηγών, είναι σαφές ότι τα “μέτωπα” για την κυβέρνηση είναι πολλά.
Και η επόμενη ΔΕΘ θα αποτελέσει ενδεχομένως τον τελευταίο “σταθμό” για το στίγμα των κυβερνητικών προθέσεων, παρότι ο πολιτικός χρόνος αποδεικνύεται εξαιρετικά πυκνός και ουδείς αυτή την ώρα μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το περιβάλλον, εσωτερικό και διεθνές, που θα έχει διαμορφωθεί έως τότε. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, πάντως, καλείται ο Κυριάκος Μητσοτάκης να λάβει τις αποφάσεις του, που θα αφορούν πλέον και σε συγκεκριμένα πρόσωπα, με το βλέμμα πλέον στην τελική ευθεία της διακυβέρνησής του.
