Την ώρα που το οικονομικό επιτελείο εισέρχεται στην τελική ευθεία της επεξεργασίας όλων των δεδομένων, προκειμένου μέσα στις επόμενες εβδομάδες να καταρτιστεί στο σύνολο και τις λεπτομέρειές του το πακέτο της ΔΕΘ, που θα ανακοινώσει τον Σεπτέμβριο από τη Θεσσαλονίκη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, το σύνολο των υπουργείων καλείται πλέον να επισπεύσει την προώθηση των πολιτικών για τις οποίες έχει ήδη δοθεί το «πράσινο φως».
Στο Μέγαρο Μαξίμου αντιμετωπίζουν το επόμενο διάστημα ως την τελική ευθεία για την υλοποίηση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν το 2023, με κυβερνητικά στελέχη να επισημαίνουν ότι η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον στο μέσο της θητείας της, με την εντολή του πρωθυπουργού να είναι σαφής: Το κυβερνητικό έργο πρέπει να τρέξει με μεγάλη ταχύτητα, οδηγία, που θα δοθεί με ένταση και στην επόμενη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.
Συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη υπογραμμίζουν ότι στόχος είναι οι πολίτες να βλέπουν το αποτύπωμα και τα αποτελέσματα αυτού του έργου, που θα συνεχιστεί με βασικούς άξονες τη διατήρηση της σταθερότητας και της ασφάλειας στη χώρα, κυρίως μέσα σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας αβεβαιότητας, τη στήριξη των εισοδημάτων των πολιτών, με δεδομένο ότι οι ανατιμήσεις, που συνεχίζονται πιέζουν τα νοικοκυριά, τη βελτίωση των υπηρεσιών του Εθνικού Συστήματος Υγείας, με στόχο τη μετατροπή του σε ένα σύστημα υγείας σύγχρονο, που θα δίνει έμφαση στη θεραπεία, αλλά και την πρόληψη και την ενίσχυση της δημόσιας παιδείας σε όλα τα επίπεδα.
Ο κ. Μητσοτάκης φέρεται να λέει, μάλιστα, σε συνεργάτες του ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει να εργάζεται «έτσι ώστε να μπορέσουμε το 2027 να κοιτάξουμε τους πολίτες στα μάτια και να τους πούμε: τα είπαμε και τα κάναμε αυτά για τα οποία δεσμευτήκαμε το 2023».
Στην κυβερνητική στρατηγική θα εμφανιστούν, όμως, και στοιχεία αυτοκριτικής, με τον πρωθυπουργό να παραδέχεται λάθη και αστοχίες και να στέλνει μήνυμα στους πολίτες, σημειώνοντας χαρακτηριστικά «με θάρρος θα σας πούμε: εδώ δεν τα καταφέραμε και πρέπει να γίνουμε καλύτεροι». Ήδη, ο κ. Μητσοτάκης πριν από λίγες ημέρες αναφέρθηκε σε καθυστερήσεις, που σημειώνονται, λέγοντας ότι «καθημερινά η πατρίδα μας αλλάζει και προοδεύει, κάνοντας βήματα μπροστά, όχι πάντα με τους ρυθμούς που θα θέλαμε, αλλά σε κάθε περίπτωση ακολουθώντας έναν σχεδιασμό, ο οποίος με προσήλωση και με επιμονή τελικά αποδίδει».
Το «ορόσημο» για την επόμενη ημέρα της κυβέρνησης παραμένει, σε κάθε περίπτωση, η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, με τη θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας να μετατρέπεται στο ισχυρότερο επιχείρημα του κυβερνητικού αφηγήματος. Ο στόχος για ένα «πακέτο» μέτρων ύψους 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποίο θα εξαγγείλει ο πρωθυπουργός από το βήμα της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο, παραμένει, επισημαίνουν κυβερνητικά στελέχη, με παράγοντες του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας να σημειώνουν ότι το 1 δισεκατομμύριο ευρώ θα προέρχεται από τις επιδόσεις του Προϋπολογισμού, που έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τις προβλέψεις τόσο σε έσοδα όσο και σε δαπάνες και τα 500 εκατομμύρια ευρώ θα εξοικονομηθούν από τη ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες.
Επίκεντρο των επικείμενων ανακοινώσεων θα είναι οι μειώσεις φόρων για τη μεσαία τάξη, όπως και η ενίσχυση των ευάλωτων ομάδων, με το οικονομικό επιτελείο να επεξεργάζεται σχετικές προτάσεις, μόνιμου χαρακτήρα. Στο πακέτο της ΔΕΘ αναμένεται να περιληφθούν και νέες παρεμβάσεις για το στεγαστικό, με τις οριστικές αποφάσεις να «κλειδώνουν» μέσα στον επόμενο μήνα. Στόχος είναι όλα τα μέτρα, να έχουν αναπτυξιακό πρόσημο για την οικονομία, χωρίς να αποτελούν απλώς παροχές.
Σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, στα μέτρα περιλαμβάνονται μειώσεις φόρων για τα μεσαία εισοδήματα, με παρεμβάσεις σε κλιμάκια και συντελεστές της φορολογικής κλίμακας, φορολογικές ελαφρύνσεις για οικογένειες με παιδιά για τη στήριξη των οικογενειών, στο «τραπέζι» βρίσκεται η αύξηση του αφορολόγητου ορίου, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης για τα εισοδήματα από ενοίκια, αλλά και η χορήγηση επιπλέον κινήτρων προς τους ιδιοκτήτες να διαθέσουν στην αγορά κλειστά ακίνητα.
Στόχος της κυβέρνησης είναι να υπάρχουν παρεμβάσεις όπου εντοπίζονται ζητήματα για τους πολίτες, λένε χαρακτηριστικά στην κυβέρνηση, αναφέροντας τα μέτρα που προωθήθηκαν άμεσα για τις τραπεζικές χρεώσεις και προμήθειες, τη στιγμή, που ανέκυψε σχετικό ζήτημα τις τελευταίες ημέρες, λαμβάνοντας μεγάλες διαστάσεις, αλλά και τις ρυθμίσεις που βρίσκονται υπό επεξεργασία για τους δανειολήπτες σε ελβετικό φράγκο.
Στο κυβερνητικό επιτελείο επικρατεί συγκρατημένη αισιοδοξία, καθώς, όπως επισημαίνεται, τα στοιχεία για την πορεία της οικονομίας όπως αυτά των επενδύσεων, των τουριστικών εσόδων, των εξαγωγών και της μείωσης του χρέους, είναι εξαιρετικά ικανοποιητικά. Στο Μέγαρο Μαξίμου κάνουν λόγο για άλμα το πρώτο πεντάμηνο του έτους, υπογραμμίζοντας ότι η ελληνική οικονομία αποδεικνύεται ιδιαίτερα ανθεκτική σε μία περίοδο αβεβαιότητας, τη στιγμή, μάλιστα, που το κλίμα αυτό εντείνεται από τη δασμολογική πολιτική Τραμπ.
Χαρακτηριστικά, επισημαίνουν τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με τα οποία οι άμεσες ξένες επενδύσεις μεταξύ Ιανουαρίου και Μαΐου ανήλθαν στα 2,07 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά περίπου 600 εκ., δηλαδή 41%, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, τα ταξιδιωτικά έσοδα που ξεπέρασαν τα 4,35 δισ. ευρώ το πεντάμηνο, καταγράφοντας αύξηση κατά 12,7% -490 εκ. Ευρώ- σε σχέση με το περασμένο έτος, πριν η χώρα εισέλθει στην καλοκαιρινή περίοδο, ενώ μιλούν για σημαντική αύξηση στις εξαγωγές ελληνικών αγαθών και υπηρεσιών, που οδήγησε και σε βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου.
Στη «μεγάλη εικόνα» της χώρας στο διεθνές σκηνικό, από την κυβέρνηση επισημαίνουν τα θετικά μηνύματα στο μέτωπο του δημόσιου χρέους, δίνοντας έμφαση στα στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία η Ελλάδα πέτυχε για μία ακόμα φορά τη μεγαλύτερη βελτίωση της αναλογίας χρέους-ΑΕΠ ανάμεσα στα 27 κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυβερνητικά στελέχη υπογραμμίζουν ότι τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν τη δυναμική και τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας, αλλά και την ενίσχυση της εξωστρέφειας της χώρας.
Αυτό το μείγμα πολιτικών, με «όχημα» την οικονομία εκτιμούν στο κυβερνητικό επιτελείο ότι θα οδηγήσει και σε βελτίωση της εικόνας της κυβέρνησης το επόμενο διάστημα. Όπως σημειώνουν, έως σήμερα οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν δύο συμπεράσματα. Αφενός, την αντοχή της κυβέρνησης, η οποία διανύει τη δεύτερη τετραετία της και την αναγνώριση από τους πολίτες του συγκριτικού της πλεονεκτήματος σε σχέση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Αφετέρου, τη διαπίστωση ότι υπάρχει ακόμη απόσταση από το επιθυμητό ποσοστό των εκλογών του 2027, που θα οδηγούσε στην επιδιωκόμενη αυτοδυναμία για τη Νέα Δημοκρατία, επομένως το μήνυμα των πολιτών, όπως λένε, είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να επενδύσει στο έργο, να διορθώσει λάθη και να τρέξει πιο γρήγορα.