Η υπόθεση της Marfin είχε μετατραπεί σε αυτό που στις ΗΠΑ αποκαλούν cold case. Δηλαδή ανεξιχνίαστη υπόθεση επί σειρά ετών, η οποία είχε μπει «στο ψυγείο» ελλείψει νέων στοιχείων που θα άνοιγαν ξανά την επιχειρησιακή έρευνα.
Και εδώ ξεκινούν οι θεωρίες συνωμοσίας, όπως σε κάθε θέμα που επι μακρόν παραμένει σε εκκρεμότητα.
«Την άνοιξαν τώρα διότι πλησιάζουν εκλογές.»
«Την κρατούσαν σε αναμονή για να δουν πότε τους βολεύει να βγει.»
«Μα πώς ένα ανώνυμο email ξεμπλόκαρε μια υπόθεση που είχε βαλτώσει? Κάτι άλλο συμβαίνει, κάτι που δε μας λένε…»
Είναι ίδιον των ανθρώπων να στρέφονται στην συνωμοσιολογία όταν κάτι που θεωρούν νεκρό «ανασταίνεται».
Εκτός από την πολιτική εμπάθεια, υπάρχει και η παράξενη γοητεία της πονηρίας.
Η αίσθηση ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται και πως πάντα «κάτι μας κρύβουν».
Η συνωμοσιολογία είναι ανίκητος εχθρός. Διότι δεν χρειάζεται να τεκμηριώσει τίποτα. Απλώς διασπείρεται και καταλαμβάνει την θέση της στο συλλογικό υποσυνείδητο.
Είναι γλυκιά, ας το παραδεχτούμε.
Μάταια θα προσπαθήσει κάποιος να πει ότι οι εκλογικοί κύκλοι καμία σχέση δεν έχουν με τις αστυνομικές έρευνες. Ότι και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ εξάρθρωσε την 17Ν αλλά λίγους μήνες μετά έχασε τις εκλογές.
Ότι τα ανώνυμα email ήταν πάντα ένας τρόπος άντλησης πληροφοριών για τις αρχές. Από ζηλόφθονες συζυγούς που αποκαλύπτουν ανώνυμα φοροδιαφυγές των συζυγών τους, μέχρι τα ανώνυμα καρφώματα μεταξύ κακοποιών για να ξεκαθαρίσουν τους εσωτερικούς τους λογαριασμούς…
Ας είναι. Το περιεχόμενο του άρθρου είναι διαφορετικό.
Το γιατί χρειάστηκαν 16 χρόνια, έχει πολλές απαντήσεις. Από επιχειρησιακά λάθη της εποχής μέχρι τις τότε κοινωνικές συνθήκες που δεν ευνοούσαν εξιχνιάσεις τέτοιων υποθέσεων.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τι (οφείλει να) κάνει το Κράτος, η συντεταγμένη πολιτεία όταν ευθέως αμφισβητείται ο θεσμικός του ρόλος.
Αυτός της προστασίας των πολιτών.
Τι οφείλει να κάνει ένα Κράτος όταν η επιχειρησιακή του μνήμη ταυτίζεται με την κοινωνική μνήμη.
Η Marfin δεν είναι μια απλή cold case. Είναι ένα από τα ισχυρότερα, μετά τη 17Ν, σύμβολα πολιτικής βίας στη σύγχρονη Ελλάδα.
Μια διαρκής υπενθύμιση ότι δεν τελειώσαμε με την τρομοκρατία.
Είναι ένα βαθύ τραύμα κοινωνικής μνήμης.
Ένα διαρκές μέτρο της επιχειρησιακής ικανότητας των Αρχών.
Ένα μαχαίρι στο μαλακό υπογάστριο της Δημοκρατίας.
Άρα η επανεξέταση της υπόθεσης υπό το φως νέων στοιχείων δεν αφορά μόνο την άσκηση ποινικών διώξεων σε πρόσωπα.
Αφορά την αξιοπιστία του ιδίου του Κράτους.
Την τιμή και την υπόληψη των διωκτικών αρχών.
Είναι μια ανοιχτή πληγή για την ΕΛ.ΑΣ. που οφείλει κάποτε να κλείσει.
Όλα αυτά κατατείνουν σε μία κρίσιμη έννοια: τη θεσμική αντοχή
Το κύριο χαρακτηριστικό των κρατικών θεσμών είναι η αντοχή στο χρόνο, στις κοινωνικές μεταβολές, στην πίεση και στις κάθε λογής κρίσεις.
Αυτό ακριβώς οφείλει να επιδεικνύει η ΕΛ.ΑΣ., ως ένας από τους κατεξοχήν θεσμούς προστασίας της κοινωνίας και της δημοκρατικής τάξης.
Η αποτελεσματικότητα των θεσμών δε μετριέται μόνο από το άμεσο αποτέλεσμα, την άμεση εξιχνίαση στη περίπτωση που εξετάζουμε.
Αυτή δεν είναι πάντα εφικτή και συχνά συναντά εμπόδια που οι δημοκρατίες καλούνται να υπερπηδήσουν χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο δημοκρατικά δικαιώματα πολιτών. Και αυτό είναι χρονοβόρο και δυσχερές.
Μετριέται από το αν διατηρούν το υλικό και τη γνώση,
Αν επαναξιολογούν παλαιά στοιχεία,
Αν είναι απαλλαγμένοι από προκαταλήψεις και δεκτικοί σε νέα πληροφορία,
Αν δεν θεωρούν οριστική την επιχειρησιακή αποτυχία,
Αν μπορούν να επανεκκινήσουν μια έρευνα με καθαρή “ματιά” και χωρίς την ανάγκη να δικαιώσουν παλαιότερες εκτιμήσεις.
Μιλάμε πια για την αστυνομία ως έναν ζωντανό κοινωνικοπολιτικό θεσμό που έχει μνήμη, συνέχεια, συνέπεια και ζήλο.
Μια αστυνομία που δεν είναι απλώς ένας μηχανισμός συλλήψεων.
Όταν μια τέτοιας κοινωνικής σημασίας υπόθεση παραμένει ανεξιχνίαστη το κόστος είναι πολυεπίπεδο. Δεν είναι μόνο ένα έγκλημα ατιμώρητο.
Είναι μια κρίση θεσμικής εμπιστοσύνης.
Ο πολίτης αμφισβητεί και αυτό είναι ηχηρό πλήγμα για οποιονδήποτε κρατικό μηχανισμό.
Οι δράστες συχνά επενδύουν στην φθορά της μνήμης, στην επιχειρησιακή κόπωση και στο θεσμικό burn out.
Οι Αρχές, επιστρέφοντας σε μια υπόθεση και αρνούμενες ουσιαστικά να τη θεωρήσουν οριστικά κλειστή, επιβεβαιώνουν τον θεσμικό τους ρόλο και στέλνουν ένα σαφές μήνυμα: Κανείς δεν μπορεί να επενδύει στην κρατική κόπωση, στη φθορά της μνήμης και στη φυσική ροή του χρόνου, που αναπόφευκτα επιβάλλει νέες προτεραιότητες.
Υποθέσεις σαν της Marfin μπορούν —και πρέπει— να συμβάλουν στην αποκατάσταση της θεσμικής αξιοπιστίας της ΕΛ.ΑΣ. στη συλλογική συνείδηση.
Η ΕΛ.ΑΣ. αντιμετωπίζει διαχρονικά ένα πρόβλημα που δεν είναι μόνο επιχειρησιακό αλλά και κοινωνιολογικό:
Μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης για την Αστυνομία επικεντρώνεται στις αποτυχίες, στις καταγγελίες, στην αυθαιρεσία ή στην ανεπάρκεια. Ορισμένες φορές δικαιολογημένα, τις περισσότερες φορές με υπερβολή ή ιδεολογική προκατάληψη. Η απάντηση όμως σε αυτό δεν μπορεί να είναι επικοινωνιακή.
Δεν βελτιώνεται η εικόνα της Αστυνομίας με καμπάνιες αυτοπροβολής.
Βελτιώνεται όταν η κοινωνία βλέπει αποτελέσματα.
Η αξιοπιστία ενός αστυνομικού οργανισμού δεν χτίζεται με διακηρύξεις και ευχολόγια.
Χτίζεται όταν ο πολίτης διαπιστώνει, ότι ο θεσμός διαθέτει μνήμη, συνέχεια και αποφασιστικότητα· ότι μια υπόθεση δεν παύει να τον αφορά επειδή πέρασαν δέκα ή δεκαέξι χρόνια.
Θα πήγαινα, όμως, ένα βήμα βαθύτερα. Στη βιβλιογραφία της αστυνόμευσης υπάρχει ουσιαστική διάκριση μεταξύ αποτελεσματικότητας, εμπιστοσύνης και νομιμοποίησης. Δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Η Αστυνομία μπορεί να είναι επιχειρησιακά αποτελεσματική σε μία συγκεκριμένη υπόθεση χωρίς αυτομάτως να απολαμβάνει ευρύτερη κοινωνική εμπιστοσύνη.
Η εμπιστοσύνη οικοδομείται αργά και σωρευτικά. Και η νομιμοποίηση είναι ακόμη βαθύτερη: αφορά το κατά πόσο οι πολίτες αναγνωρίζουν στην Αστυνομία το δικαίωμα και την ηθική αυθεντία να ασκεί την εξουσία που της έχει ανατεθεί.
Η Marfin μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ αυτών των τριών εννοιών:
Αστυνομική επιμονή → επιχειρησιακή αξιοπιστία → κοινωνική εμπιστοσύνη → θεσμική νομιμοποίηση.
Εδώ εμφανίζεται μια μεγάλη ευκαιρία για την Πολιτεία: Να οικοδομήσει, μέσω της Αστυνομίας, ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο με την κοινωνία.
Ο πολίτης σύμφωνα με την γνωστή Βεμπεριανή αρχή, εκχωρεί στο κράτος το μονοπώλιο της νόμιμης βίας και αποδέχεται περιορισμούς και υποχρεώσεις με την προσδοκία ότι η Πολιτεία, από την πλευρά της, θα προστατεύσει τη ζωή, την ασφάλεια και τα δικαιώματά του.
Η Αστυνομία είναι ένας από τους θεσμούς μέσω των οποίων αυτή η θεμελιώδης υπόσχεση του κράτους δοκιμάζεται καθημερινά στην πράξη.
Και εδώ ακριβώς έρχεται να παίξει τον ρόλο της η Marfin.
Όταν η Αστυνομία, δεκαέξι χρόνια μετά, επιστρέφει σε μια υπόθεση τέτοιου κοινωνικού και συμβολικού βάρους, ανεξάρτητα από την τελική δικαστική έκβαση, στέλνει ένα μήνυμα προς την κοινωνία:
Δεν ξεχάσαμε. Δεν θεωρήσαμε ότι ο χρόνος ακύρωσε την υποχρέωσή μας. Εξακολουθούμε να ερευνούμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συλλήψεις αποτελούν από μόνες τους επιτυχία ούτε, βεβαίως, ότι προδικάζουν ενοχή. Σημαίνει όμως ότι η αστυνομική δράση έχει αυτοτελή θεσμική σημασία, όταν πραγματοποιείται νόμιμα, τεκμηριωμένα και με σεβασμό στα δικαιώματα.
Είναι ένα μήνυμα θεσμικής συνέχειας: η Πολιτεία θυμάται, η Αστυνομία επιμένει και η υποχρέωση προστασίας δεν έχει ημερομηνία λήξης.
Ποτέ και για κανέναν!
*Ο Κωνσταντίνος Δούβλης είναι εγκληματολόγος, διδάκτωρ κοινωνιολογίας της αστυνόμευσης.
