Κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» και όνειρα θερινής νυκτός

Κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» και όνειρα θερινής νυκτός

Ένας νέος στόχος, που συνδυάζει επιθυμίες και υπόγειες μεθοδεύσεις, επωάζεται στα παρασκήνια και προβάλει στο προσκήνιο άλλοτε με επίταση, και άλλοτε σποραδικά, αφού η επικαιρότητα επιβάλλει στη σχολιαστική αρθρογραφία το δικό της ρυθμό. Το όνομα αυτού είναι «κυβέρνηση ειδικού σκοπού».

Την επικαλούνται πολιτικές περσόνες των οποίων έχει εκπνεύσει το πολιτικό ζην. Βρέθηκαν στα αζήτητα και επαναδιεκδικούν ρόλο. Την προωθούν μιντιακοί ολιγάρχες, προκειμένου να σπάσει το συμπαγές της μητσοτακικής κυριαρχίας και να αντικατασταθεί από το ασθενές και διασπαστικό των πρόσκαιρων συμμαχιών, που θα τους επιτρέψει να καταστούν και πολιτικώς κυρίαρχοι.

Προωθούν π.χ. τον Τσίπρα, αλλά οι οπαδοί του από κεκτημένη ταχύτητα και πολιτικό στραβισμό, εξακολουθούν να πιστεύουν και να δηλώνουν ότι τα κυρίαρχα ΜΜΕ ευνοούν τον Μητσοτάκη.

Η ελπίδα των κέντρων αυτών ενισχύεται από το αναμενόμενο κόμμα Σαμαρά, τον οποίο θεωρούν ως καταλύτη. Πιστεύουν ότι θα αποσπάσει ένα έστω και μικρό ποσοστό από τη ΝΔ, στερώντας της τη δυνατότητα προσφυγής σε δεύτερες εκλογές.

Αυτό, σύμφωνα με την εύφορη φαντασία τους, θα οδηγήσει αλλότριες και αντιτιθέμενες μεταξύ τους δυνάμεις (η «κυβέρνηση των ηττημένων» που έλεγε το 2023 ο Τσίπρας), να συμπράξουν είτε να σχηματισθεί συμμαχική κυβέρνηση. Εάν αυτό αποβεί αδύνατο, ως ύστατη ελπίδα θα προωθήσουν την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης ή ανοχής σε μια κυβέρνηση της ΝΔ.

Φυσικά με άλλο πρόσωπο επικεφαλής. Μια τέτοια απαίτηση εξοστρακισμού του Μητσοτάκη θα είναι το προσχηματικό κάλυμμα μιας ψευδεπίγραφης πολιτικής αρετής.

Θέλουν να επιστρέψουν στην εξουσία - στόχος φυσικά καθόλα νόμιμος - αλλά δεν αρκούν τα ποσοστά τους. Γι’ αυτό θα μπορούσαν να ανεχτούν μια συγκυβέρνηση με τη ΝΔ «για το καλό της πατρίδας» πάντα. Η έξωση του σκοπίμως δαιμονοποιημένου Μητσοτάκη, θα λειτουργούσε ως νομιμοποιητικό επιχείρημα της στάσης τους.

Το θέμα αποτραβηγμένο προς το παρόν από το προσκήνιο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, υποφώσκει και αναμασάται σε άρθρα πολιτικών σχολιαστών, απορριφθέντων πολιτικών, περιστασιακών δημοσιολόγων, ενώ προωθείται στα social media και αναπαράγεται σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις πολιτικών.

Ο Αντρέας Δρυμιώτης, του οποίου η πολιτική πείρα και η ικανότητα στην αλχημεία των εκλογικών ποσοστών δεν αμφισβητείται, ούτε θεωρείται εχθρικός προς την κυβέρνηση, έχει συγκεκριμενοποιήσει με αριθμούς ένα τέτοιο ενδεχόμενο:

«Εάν η ΝΔ πέσει στο 25% ή χαμηλότερα, δε θα πάρει το μπόνους των εδρών. Σε αυτήν την περίπτωση η ΝΔ θα έπαιρνε περίπου 75 βουλευτές, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα θα είχαν περίπου 225 έδρες. Αυτό θα άλλαζε δραματικά τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και θα επέτρεπε σε μια ευρεία πλειοψηφία (κυβέρνηση ειδικού σκοπού και ορισμένου χρόνου), να παραπέμψει ΝΔ και Μητσοτάκη σε ειδικά δικαστήρια».

Φυσικά εύκολα θα βρεθεί η αιτιολογία ηθικής νομιμοποίησης μιας τέτοιας, πολιτικά ευτελούς, μεθόδευσης. Όπως βρέθηκε και το βρώμικο 1989, με την περίφημη «κάθαρση». Δια της παραπομπής θα απαλλάσσονταν από αυτόν που με την πρωθυπουργική καταλληλότητα που του δίνουν οι δημοσκοπήσεις, αποτελεί τον μόνιμο βραχνά τους.

Γι’ αυτό και ο αντιπολιτευτικός λόγος ειδικά της Αριστεράς, και ως πρόσφατα του ΠΑΣΟΚ (το οποίο θυμήθηκε εν τέλει ότι έχει ένα κάποιο κυβερνητικό πρόγραμμα να λανσάρει), ήταν η δαιμονοποίηση του Πρωθυπουργού. Εξ αυτού τα χείρω που λένε οι σύγχρονοι… Θεόφιλοι του νέου βυζαντινισμού.

Δεν λέμε ότι θα γίνουν αυτά. Λέμε τα σενάρια που αναπτύσσονται. Βασική παράμετρος επιτυχίας ή αποτυχίας τους, είναι ο λαός. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι διαθέσεις του δεν είναι ευνοϊκές για τους σεναριογράφους.

Τα ποσοστά πέριξ του 30% που δίνουν στη ΝΔ, ευνοούν την προσφυγή σε δεύτερες εκλογές με μεγάλη πιθανότητα κατάκτησης αυτοδυναμίας. Πολύ περισσότερο που το ΠΑΣΟΚ παρουσιάζεται διχασμένο. Το 20% των ψηφοφόρων του είναι ευνοϊκά διακείμενο σε ενδεχόμενη συγκυβέρνηση με τη ΝΔ.

Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι σε ενδεχόμενες επαναληπτικές εκλογές θα στραφούν στη ΝΔ. Μαζί τους και κάποιοι ψηφοφόροι των άλλων κομμάτων που δεν εμφορούνται από ιδεολογικό φανατισμό ή εχθροπαθή αντιμητσοτακισμό, και πιστεύουν ότι ωραία τα κόλπα, αλλά η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί.

Αυτά όμως ισχύουν για το ορατό μέλλον. Ο χρόνος ως την Άνοιξη του 2027 είναι αρκετά μακρύς και το μέλλον αόρατον.