Η πρόληψη δεν μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης

Η πρόληψη δεν μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης

Η συζήτηση για τη δωρεάν φαρμακευτική αγωγή κατά της παχυσαρκίας είναι μια καλή αφορμή για να δούμε με μεγαλύτερη σοβαρότητα ένα ευρύτερο ζήτημα πολιτικής υγείας: πώς μια χρηματοδοτούμενη δράση πρόληψης μετατρέπεται εγκαίρως σε ώριμη, αξιολογημένη και βιώσιμη δημόσια πολιτική.

Το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί καθαρά είναι ότι η ένταξη της παχυσαρκίας στην ατζέντα της πρόληψης ήταν σωστή επιλογή. Η παχυσαρκία δεν είναι ζήτημα αισθητικής ούτε ατομικής αδυναμίας. Είναι χρόνια νόσος, με σημαντικές επιπτώσεις στον καρδιαγγειακό κίνδυνο, στον διαβήτη, στην κινητικότητα, στην ψυχική υγεία, στην ποιότητα ζωής και τελικά στη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας.

Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση της Πολιτείας να αντιμετωπίσει την παχυσαρκία ως αντικείμενο οργανωμένης πρόληψης και θεραπευτικής παρακολούθησης ήταν θετική. Ήταν επίσης συμβατή με τη διεθνή μετατόπιση από την αντίληψη της παχυσαρκίας ως «προσωπικής επιλογής» προς την αναγνώρισή της ως χρόνιας νόσου που χρειάζεται συστηματική φροντίδα.

Πρέπει επίσης να αναγνωριστεί ότι το πρόγραμμα δεν παρουσιάστηκε ως γενική πολιτική απώλειας βάρους ή ως lifestyle παρέμβαση. Εντάχθηκε στο πλαίσιο της πρόληψης του καρδιαγγειακού κινδύνου και στόχευσε συγκεκριμένες ομάδες πολιτών με αυξημένο δείκτη μάζας σώματος ή συννοσηρότητες. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη, διότι μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο της εικόνας και της ατομικής ευθύνης στο πεδίο της δημόσιας υγείας.

Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ της Καθημερινής, περίπου 46.000 πολίτες έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα δωρεάν φαρμακευτικής αγωγής για την παχυσαρκία. Η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης έληξε στις 30 Ιουνίου 2026, ενώ το Υπουργείο Υγείας έχει διαβεβαιώσει ότι οι ήδη ενταγμένοι δικαιούχοι θα ολοκληρώσουν το προβλεπόμενο θεραπευτικό σχήμα. Παράλληλα, αναφέρεται ότι έχει ζητηθεί κατ’ εξαίρεση παράταση έως τις 31 Αυγούστου.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν έπρεπε να ξεκινήσει το πρόγραμμα. Έπρεπε. Ούτε αν οι δικαιούχοι έχουν ευθύνη επειδή ανταποκρίθηκαν σε μια θεσμοθετημένη δημόσια δράση. Δεν έχουν. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς διασφαλίζεται η επόμενη φάση μιας παρέμβασης που αφορά χρόνια νόσο, σημαντικό αριθμό πολιτών και θεραπείες με ουσιαστικό δημοσιονομικό αποτύπωμα.

Από τη σκοπιά της πολιτικής υγείας, το κρίσιμο σημείο είναι η μετάβαση. Δηλαδή η μετάβαση από την αρχική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση σε ένα πιο μόνιμο, αξιολογημένο και ελεγχόμενο εθνικό σχήμα, για όσους ασθενείς πληρούν σαφή κλινικά και κοινωνικά κριτήρια. Αυτό δεν αναιρεί την αξία της αρχικής παρέμβασης. Αντιθέτως, την προστατεύει.

Οι ευρωπαϊκοί πόροι είναι εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο επιτάχυνσης και θεσμικής δοκιμής νέων πολιτικών. Επιτρέπουν στο κράτος να δοκιμάσει νέες παρεμβάσεις, να ενεργοποιήσει υποδομές, να προσεγγίσει πληθυσμούς που συχνά μένουν εκτός συστηματικής φροντίδας και να δημιουργήσει διοικητική εμπειρία. Όμως, ειδικά στην υγεία, η επιτυχία ενός προγράμματος δεν κρίνεται μόνο από την έναρξή του. Κρίνεται από το αν μπορεί να περάσει εγκαίρως από τη φάση του προγράμματος στη φάση της πολιτικής.

Αυτό είναι ίσως το βασικό μάθημα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η πρόληψη και η θεραπευτική παρακολούθηση χρόνιων νοσημάτων δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως δράσεις με ημερομηνία λήξης. Πρέπει να σχεδιάζονται με όρους κύκλου ζωής πολιτικής υγείας: εκκίνηση, ένταξη δικαιούχων, παρακολούθηση, αξιολόγηση, επαναξιολόγηση και βιώσιμη χρηματοδότηση.

Η πρόταση για την επόμενη φάση θα μπορούσε να κινηθεί σε πέντε πρακτικά βήματα.

Πρώτον, άμεση θεραπευτική γέφυρα για τους ήδη ενταγμένους δικαιούχους. Κανείς που έχει ενταχθεί θεσμικά σε μια θεραπευτική διαδρομή δεν πρέπει να βρεθεί σε κενό ενημέρωσης ή συνέχειας, ιδίως όταν πρόκειται για χρόνια νόσο και ιατρικά παρακολουθούμενη παρέμβαση. Όσοι έχουν ξεκινήσει θεραπεία πρέπει να έχουν καθαρή και έγκαιρη ενημέρωση ότι θα ολοκληρώσουν το αρχικό θεραπευτικό σχήμα χωρίς ασυνέχεια. Αυτό μπορεί να γίνει μέσω ειδικής μεταβατικής χρηματοδότησης, είτε από τον ΕΟΠΥΥ είτε από ειδική γραμμή του προϋπολογισμού δημόσιας υγείας, αποκλειστικά για τον κλειδωμένο πληθυσμό των ήδη ενταγμένων.

Δεύτερον, επαναξιολόγηση μετά το αρχικό θεραπευτικό σχήμα. Η συνέχιση δεν χρειάζεται να είναι ούτε αυτόματη ούτε οριζόντια. Μπορεί να βασίζεται σε σαφή κριτήρια: κλινική ανταπόκριση, ύπαρξη συννοσηροτήτων, καρδιαγγειακός κίνδυνος, ασφάλεια, συμμόρφωση στην παρακολούθηση και ανάγκη συνέχισης. Αυτό δεν πρέπει να λειτουργήσει τιμωρητικά για τους ασθενείς, αλλά ως μηχανισμός δίκαιης και τεκμηριωμένης κατανομής πόρων.

Τρίτον, δημιουργία μητρώου παρακολούθησης παχυσαρκίας, με αυστηρές εγγυήσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων. Το μητρώο πρέπει να λειτουργεί με ελαχιστοποίηση δεδομένων, σαφή σκοπό επεξεργασίας, περιορισμένη πρόσβαση, ψευδωνυμοποίηση όπου είναι εφικτό και εκ των προτέρων εκτίμηση αντικτύπου, ώστε να υπηρετεί την αξιολόγηση της πολιτικής χωρίς να δημιουργεί νέο πεδίο στιγματισμού των ασθενών. Αν το κράτος χρηματοδοτεί τέτοιες θεραπείες, πρέπει να έχει πραγματικά δεδομένα αποτελεσματικότητας. Ποιοι ασθενείς ανταποκρίνονται; Ποιες συννοσηρότητες βελτιώνονται; Πόσο διατηρείται το αποτέλεσμα; Τι συμβαίνει μετά τη διακοπή; Ποιο είναι το πραγματικό κόστος ανά κλινικό όφελος για το ελληνικό σύστημα υγείας;

Τέταρτον, διαπραγμάτευση τιμών και όρων αποζημίωσης. Η συνέχιση ενός τέτοιου σχήματος χρειάζεται οικονομική τεκμηρίωση και προβλεψιμότητα. Το κράτος μπορεί να αξιοποιήσει συμφωνίες όγκου, κλειστούς προϋπολογισμούς και, όπου είναι εφικτό, συμφωνίες βάσει αποτελέσματος. Έτσι η δημόσια δαπάνη συνδέεται περισσότερο με πραγματικό θεραπευτικό όφελος και λιγότερο με απλή κατανάλωση φαρμάκου.

Πέμπτον, ένταξη της φαρμακευτικής αγωγής σε ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαχείρισης χρόνιας νόσου. Η φαρμακευτική θεραπεία δεν πρέπει να απομονωθεί από την υπόλοιπη φροντίδα. Χρειάζεται ιατρική παρακολούθηση, διατροφική υποστήριξη, καθοδήγηση για σωματική δραστηριότητα, ψυχολογική ενίσχυση όπου απαιτείται και συστηματική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς ένα πρόγραμμα χορήγησης φαρμάκων. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο μοντέλο διαχείρισης της παχυσαρκίας ως χρόνιας νόσου.

Σε επόμενο στάδιο, θα μπορούσε να εξεταστεί και ένα μικτό μοντέλο κάλυψης, με ρητή προϋπόθεση ότι δεν θα οδηγήσει σε αποκλεισμό ασθενών με πραγματική ανάγκη. Μηδενική συμμετοχή θα μπορούσε να προβλεφθεί για τους οικονομικά ασθενέστερους και για ασθενείς υψηλού καρδιομεταβολικού κινδύνου. Πολύ χαμηλή συμμετοχή θα μπορούσε να ισχύει για ασθενείς με τεκμηριωμένη κλινική ανάγκη και μέτρια οικονομική δυνατότητα. Διαφοροποιημένη συμμετοχή θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο για περιπτώσεις χαμηλότερου κινδύνου ή μεγαλύτερης οικονομικής δυνατότητας, πάντοτε με σαφή, διαφανή και προδημοσιευμένα κριτήρια. Με αυτόν τον τρόπο, η συμμετοχή δεν λειτουργεί ως μετακύλιση κόστους, αλλά ως μηχανισμός προστασίας της πρόσβασης για όσους έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.

Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι «φάρμακα ή όχι φάρμακα». Ούτε «δωρεάν για όλους ή τίποτα». Το πραγματικό δίλημμα είναι αν μπορούμε να περάσουμε από τη λογική του χρηματοδοτούμενου προγράμματος στη λογική της ώριμης δημόσιας πολιτικής.

Η χώρα έχει αξιοποιήσει πολλές φορές ευρωπαϊκούς πόρους για να ξεκινήσει σημαντικές δράσεις. Αυτό είναι θετικό και πρέπει να συνεχιστεί. Το επόμενο βήμα, όμως, είναι να αποκτήσουμε μεγαλύτερη ικανότητα μετάβασης: από την αρχική χρηματοδότηση στη μόνιμη λειτουργία, από την απορρόφηση πόρων στην αξιολόγηση αποτελεσμάτων, από την πιλοτική παρέμβαση στη θεσμοθετημένη πολιτική υγείας.

Στην περίπτωση της παχυσαρκίας υπάρχει ακόμη χρόνος για μια τέτοια θεσμική ωρίμανση. Η Πολιτεία μπορεί να προστατεύσει τους ήδη ενταγμένους δικαιούχους, να αξιολογήσει τα πραγματικά αποτελέσματα, να διαπραγματευθεί καλύτερους όρους αποζημίωσης και να διαμορφώσει ένα βιώσιμο μοντέλο συνέχισης για όσους πληρούν τεκμηριωμένα τα σχετικά κλινικά και κοινωνικά κριτήρια.

Έτσι προστατεύονται ταυτόχρονα οι ασθενείς, η δημοσιονομική αξιοπιστία και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος. Και έτσι μια σωστή χρηματοδοτούμενη δράση μπορεί να μετατραπεί σε ώριμη πολιτική υγείας.

Η πρόληψη δεν μπορεί να έχει ημερομηνία λήξης. Και η δημόσια πολιτική υγείας δεν μπορεί να εξαντλείται στην επιτυχή αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων. Η πραγματική πρόκληση είναι η μετάβαση από την αρχική χρηματοδότηση στη θεσμική συνέχεια: με αξιολόγηση, κανόνες, κλινικά κριτήρια και δημοσιονομική αντοχή.

Αυτό είναι το μάθημα που αξίζει να κρατήσουμε από την υπόθεση της παχυσαρκίας: οι ευρωπαϊκοί πόροι μπορούν να ανοίγουν δρόμους για σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Το επόμενο βήμα είναι να μετατρέπουμε εγκαίρως αυτές τις δράσεις σε ώριμες πολιτικές υγείας, ώστε οι ασθενείς, το κράτος και το σύστημα υγείας να κερδίζουν σε συνέχεια, εμπιστοσύνη και αποτελεσματικότητα.


* Ο Γιάννης Σ. Καλαντζάκης είναι συνιδρυτής της Urban Policy Lab ΑΜΚΕ και ιδρυτής της OLYSIS. Είναι εμπειρογνώμων πολιτικών υγείας, cDPO και Lead Verifier κατά EU ETS, ISO 14064-1 και ISO 14064-2.