Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και ο οικονομικός σχεδιασμός της κυβέρνησης
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI
ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και ο οικονομικός σχεδιασμός της κυβέρνησης

Με την απόφαση για την έκτη, από το 2022, αύξηση του κατώτατου μισθού, που διαμορφώνεται πλέον στα 920 ευρώ και θα εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου, προστίθεται ένα νέο δεδομένο στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, που εν μέσω της κρίσης και των οικονομικών επιπτώσεων, που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, αναδιαμορφώνεται συνεχώς. Ο στόχος για βασικό μισθό 950 ευρώ το 2027 παραμένει, με τον πρωθυπουργό να μιλά για μέσο μισθό στα 1500 ευρώ και να δηλώνει ότι στην Ελλάδα οι αυξήσεις και οι φοροελαφρύνσεις θα είναι μόνιμες και επαναλαμβανόμενες. 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στο υπουργικό συμβούλιο, έδωσε και το στίγμα του πλαισίου, μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί η χώρα, μιλώντας για αβέβαιο παγκόσμιο περιβάλλον και λέγοντας ότι “σε τόσο σύνθετη συγκυρία την εθνική ισχύ που εκπέμπεται και πέραν των συνόρων μας οφείλει να την σφυρηλατεί η εσωτερική σταθερότητα και ενότητα”. Περιγράφοντας ουσιαστικά και τις προκλήσεις που η κυβέρνηση έχει μπροστά της, ο κ. Μητσοτάκης μίλησε για “αναχώματα” που βάζει, αναφέρθηκε σε διακυμάνσεις των τιμών στα καύσιμα που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό, για αβεβαιότητα που απαιτεί συνεχή εγρήγορση και για μέτρα με σκοπό να συγκρατηθούν οι τιμές, να ενισχυθούν στοχευμένα τα νοικοκυριά και οι αγρότες, αλλά και να εξασφαλιστεί ότι τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια θα κινηθούν κοντά στις περσινές τιμές.

Η απόφαση του υπουργικού συμβουλίου για τον βασικό μισθό -που συμπαρασύρει τριετίες, επιδόματα κι έχει άμεσο αντίκτυπο και στους μισθούς του Δημοσίου και σειρά σημαντικών παροχών, όπως το επίδομα ανεργίας, το επίδομα μητρότητας, τα επιδόματα των τριετιών για τους παλαιότερους εργαζόμενους και το επίδομα γονικής άδειας, ενώ επηρεάζει έμμεσα και την προσαύξηση για υπερωριακή εργασία- διαμορφώθηκε κατά τις κυβερνητικές πηγές, λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων όλων των βαθμίδων, διατηρώντας τον στόχο ο βασικός μισθός να ανέλθει στα 950 ευρώ το 2027. Η αύξηση του κατώτατου μισθού αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες στην στόχευση της κυβέρνησης για ενίσχυση των εισοδημάτων των πολιτών.

Όπως επισημαίνεται, η ελάχιστη αμοιβή αυξήθηκε από τα 650 ευρώ που ήταν το 2019, στα 920 ευρώ από τον επόμενο μήνα, δηλαδή μία αύξηση της τάξεως του 41,5%, που αντιστοιχεί σε πάνω από 3.780 ευρώ το χρόνο, υπερβαίνοντας τον αντίστοιχο πληθωρισμό. Κυβερνητικές πηγές επεσήμαναν ως σημαντικό το γεγονός ότι έως σήμερα, οι αλλεπάλληλες αυξήσεις του βασικού μισθού δεν έχουν επηρεάσει την πτωτική πορεία της ανεργίας, η οποία τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 7,7%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφοντας την καλύτερη επίδοση από το 2008, με την δημιουργία περισσότερων από 563.000 θέσεων εργασίας από το 2019 έως σήμερα.

Στο πλέγμα των μέτρων, που η κυβέρνηση εντάσσει στις πολιτικές ενίσχυσης των εισοδημάτων, περιλαμβάνει, εκτός από την αύξηση του βασικού μισθού και την άνοδο του μέσου μισθού πάνω από τα 1500 ευρώ, που έχει ήδη επιτευχθεί, την ψήφιση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις -με ενδεικτική αυτή στον κλάδο του επισιτισμού που προβλέπει αυξήσεις μισθών έως 25% σε σχέση με τον κατώτατο- τη συνεχιζόμενη αύξηση των υπερωριών που δηλώνονται χάρη στην ψηφιακή κάρτα εργασίας -το 2025 δηλώθηκαν 2,7 εκατομμύρια περισσότερες ώρες υπερωριακής απασχόλησης συγκριτικά με το προηγούμενο έτος- όπως και την μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 μονάδες σωρευτικά.

“Κορωνίδα” η μείωση δεκάδων φόρων και κυρίως η φορολογική μεταρρύθμιση, που τέθηκε σε εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου, προβλέποντας μειώσεις φορολογικών βαρών κυρίως για την μεσαία τάξη, τους νέους και τις οικογένειες με παιδιά. 

Είναι σαφές ότι η διάρκεια του πολέμου και το εύρος των επιπτώσεων, που θα επιφέρει, σε συνδυασμό με τον χρόνο που θα χρειαστεί για την επαναφορά της οικονομίας σε συνθήκες “κανονικότητας”, επηρεάζουν το σύνολο του στρατηγικού σχεδιασμού και του σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής για το Μέγαρο Μαξίμου.

Απορρίπτοντας κάθε εισήγηση έως τώρα για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες και επιμένοντας ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν το 2027, ο κ. Μητσοτάκης καλείται να συνυπολογίσει όλα τα δεδομένα μέσα στους επόμενους μήνες, έχοντας προαναγγείλει την ύπαρξη “εφεδρειών” αν χρειαστεί και πριν έρθει η ώρα των αποφάσεων για τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης στην επόμενη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου πριν ξεσπάσουν τα τελευταία γεγονότα, θεωρείτο ως ο καταλύτης για το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο η χώρα θα οδηγούνταν στις κάλπες.

Στις δημοσκοπήσεις το ζήτημα της ακρίβειας παραμένει πιο ανησυχητικό για τους πολίτες, καθιστώντας “στοίχημα” για την κυβέρνηση την διαχείριση των οικονομικών επιπτώσεων της κρίσης. Ταυτόχρονα, όμως, στο Μέγαρο Μαξίμου βλέπουν ότι στις δημοσκοπήσεις αρχίζει να αποτυπώνεται μια εικόνα συσπείρωσης δυνάμεων γύρω από τη ΝΔ, τάση που επιδιώκεται να ενισχυθεί το επόμενο διάστημα. 

Η “ανάγνωση” των επόμενων μηνών γίνεται πάντα υπό την αίρεση των απρόβλεπτων γεωπολιτικών και οικονομικών εξελίξεων. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε και στο υπουργικό συμβούλιο ότι “από την πρώτη στιγμή η Ελλάδα ήταν παρούσα διπλωματικά, και σε διμερές και σε πολυμερές και σε ευρωπαϊκό επίπεδο”, επισημαίνοντας ότι “αυτά τα οποία συμβαίνουν στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα τις εξελίξεις στην πατρίδα μας, είτε μιλάμε για τον Ελληνισμό της Κύπρου είτε μιλάμε για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, είτε μιλάμε για την ενεργειακή ασφάλεια”.

Δίνοντας το περίγραμμα της στάσης, που η χώρα θα τηρήσει, σημείωσε ότι “η Ελλάδα είναι και θα είναι παρούσα είτε στο Συμβούλιο Ασφαλείας, είτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση είτε διμερώς και πολυμερώς μέσω των πολύ σημαντικών στρατηγικών σχέσεων που έχει αναπτύξει με όλες τις χώρες της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου” και στέλνοντας ένα σήμα στο εσωτερικό, υπογράμμισε ότι “είναι σημαντικό να έχουμε τη δύναμη να ξεχωρίζουμε τα μεγάλα και τα σοβαρά ενός κόσμου που αλλάζει, με εξελίξεις που μας αφορούν άμεσα, από τα μικρά και τα λιγότερο σημαντικά του κομματικού μας μικρόκοσμου”.

Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε εκ νέου στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, λέγοντας ότι “δεν είναι μία πολυτέλεια, είναι μία αναγκαιότητα” και καταλήγοντας ότι “η ασφάλεια της πατρίδας είναι το υπέρτατο αγαθό και αυτή η κυβέρνηση αυτή την ασφάλεια μπορεί και την εγγυάται”.