Όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης τόσο περισσότερο πιέζονται τα κόμματα να ξετυλίξουν το κουβάρι των σκέψεων και των σχεδίων τους για την επόμενη κυβέρνηση της χώρας. Ειδικά από τη στιγμή που, όπως δείχνουν οι απαντήσεις των πολιτών στα ερωτηματολόγια των δημοσκόπων, η ψήφος του θυμού και της διαμαρτυρίας δίνει σταδιακά τη θέση της στην προοπτική της πολιτικής σταθερότητας και την κυβερνησιμότητα της χώρας. Από την άποψη αυτή το προεκλογικό τοπίο θολώνει ολοένα και περισσότερο.
Τα μετεκλογικά σενάρια είναι επί της ουσίας δύο. Η Νέα Δημοκρατία προβάλλει την ανανέωση της λαϊκής εντολής για τρίτη κατά σειρά θητεία ως προϋπόθεση για «την πολιτική σταθερότητα και την ολοκλήρωση του έργου της» τα δε κόμματα της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν την ανάγκη για πολιτική αλλαγή προκειμένου «να απαλλαγεί η χώρα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την παρέα του Μαξίμου». Και τα δύο αυτά σενάρια στηρίζονται, με βάση τις μέχρι στιγμής εξαγγελίες των κομμάτων, αποκλειστικά στην επίτευξη κομματικής αυτοδυναμίας.
Το κυβερνητικό κόμμα διεκδικεί επιτακτικά μια νέα αυτοδύναμη τετραετία παρά το γεγονός ότι τόσο το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών όσο και οι δημοσκοπικές έρευνες που ακολούθησαν το εμφανίζουν να απέχει σημαντικά από αυτό τον στόχο. Η διεξαγωγή επαναληπτικών εκλογών και μάλιστα «όσες φορές χρειαστεί» σύμφωνα με κάποια κυβερνητικά στελέχη, αποδεικνύει την ειλημμένη απόφασή της ΝΔ να συνδέσει την πολιτική σταθερότητα αποκλειστικά και μόνο με την κοινοβουλευτική της παντοδυναμία.
Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, έχει θέση από καιρό τον στόχο της πολιτικής αλλαγής ανοίγοντας προγραμματικά και θεσμικά μέτωπα κατά της κυβέρνησης. Η συνεδριακή του απόφαση-δέσμευση για αποκλεισμό της συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία «σε κάθε εκδοχή της» όπως και η πρόσφατη απόρριψη από τον Νίκο Ανδρουλάκη κάθε ενδεχόμενης συμπόρευσης με την ΕΛΑΣ του Τσίπρα δεν αφήνουν ανοιχτό παρά μόνο το σενάριο της αυτοδύναμης διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ «με τις δυνάμεις που συμφωνούν σε όλα με το πρόγραμμά του».
Το μόνο καινούργιο που συνόδευσε την επαναδραστηριοποίηση Τσίπρα είναι το όνομα του νέου του κόμματος, αφού προηγουμένως έκανε ότι μπορούσε για να διαλύσει τον ΣΥΡΙΖΑ με τον οποίο κυβέρνησε τη χώρα πριν μερικά χρόνια. Κατά τα άλλα το rebranding του απέδειξε ότι παραμένει αμετανόητος σε ότι αφορά στα «επιτεύγματα» της θητείας του στην εξουσία για τα οποία εξακολουθεί να δηλώνει περήφανος. Το γεγονός ότι αποκλείει κάθε συνεργασία με άλλα κόμματα δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι θα κυβερνήσει σύντομα τη χώρα αποδεικνύουν ότι στοχεύει στην αυτοδυναμία και μόνο.
Η επίκληση των κομματικών ηγεσιών στην έλλειψη κουλτούρας πολιτικών συμπράξεων και κυβερνητικών συμμαχιών είναι μια παγιωμένη και βολική δικαιολογία για την ματαίωση κάθε σχετικού εγχειρήματος. Άλλωστε, κάθε προγραμματική συνεργασία θεωρείται εκ των προτέρων ως προδοτικός συμβιβασμός και εγκατάλειψη των βασικών θέσεων και αρχών της κάθε πλευράς. Η πεποίθηση αυτή απειλεί να πλήξει για μια ακόμα φορά την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος ειδικά στην περίπτωση που η - επαναλαμβανόμενη έστω - εκλογική διαδικασία δεν δώσει σε κανένα κόμμα τη δυνατότητα της αυτοδύναμης διακυβέρνησης.
Ωστόσο, η πολιτική σταθερότητα θα απειληθεί επίσης και από τις παλιές και νέες δυνάμεις του λαϊκισμού που διεκδικούν να έχουν ρυθμιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Η ενδεχόμενη συμμετοχή «αντισυστημικών» κομμάτων σε κυβερνητικό σχήμα θα αποτελέσει πλήγμα για τη δημοκρατία με σοβαρές συνέπειες στη χάραξη της εθνικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της χώρας. Οι δυνάμεις του ορθολογισμού πρέπει να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη μένοντας μακριά από μικροκομματικούς υπολογισμούς και μελλοντικά συμφέροντα.
