Υπάρχουν περίοδοι στην ιστορία κατά τις οποίες αλλάζει η ίδια η εποχή. Σήμερα ζούμε μία από αυτές. Για σχεδόν ογδόντα χρόνια, οι δυτικές δημοκρατίες στηρίχθηκαν σε ένα σύνολο παραδοχών που έμοιαζαν αδιαμφισβήτητες. Όπως ότι κάθε γενιά θα ζούσε καλύτερα από την προηγούμενη.
Η παγκοσμιοποίηση θα παρήγαγε περισσότερη ευημερία, η τεχνολογία θα δημιουργούσε περισσότερες ευκαιρίες από όσες θα κατέστρεφε, η φιλελεύθερη δημοκρατία θα αποτελούσε το αυτονόητο πολιτικό μοντέλο του δυτικού κόσμου. Η μεσαία τάξη θα διευρυνόταν και η κοινωνική κινητικότητα θα παρέμενε ζωντανή. Σήμερα, σχεδόν καμία από αυτές τις βεβαιότητες δεν θεωρείται δεδομένη.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει ριζικά την εργασία. Η γεωπολιτική επέστρεψε ως κυρίαρχος παράγοντας μετά από δεκαετίες σχετικής σταθερότητας και η δημογραφική γήρανση πιέζει την αναπτυξιακή δυναμική των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Οι ανισότητες διευρύνονται, ενώ η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα υποχωρεί. Δεν πρόκειται για μία ακόμη συγκυριακή κρίση.
Πρόκειται για το τέλος ενός ιστορικού κύκλου. Ακριβώς γι’ αυτό, το πραγματικό ερώτημα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι ποιος θα κυβερνήσει καλύτερα, αλλά ποιος πολιτικός χώρος μπορεί να διαμορφώσει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για αυτή τη νέα εποχή. Για την Ελλάδα, το ερώτημα αυτό αφορά πρωτίστως τη Νέα Δημοκρατία.
Όχι μόνο επειδή είναι σήμερα η κυβερνώσα παράταξη. Αλλά επειδή αποτελεί την κυρίαρχη πολιτική έκφραση της ελληνικής κεντροδεξιάς, της παράταξης που ιστορικά συνέδεσε τη χώρα με την Ευρώπη, τη σταθερότητα με την ανάπτυξη, τον πατριωτισμό με τον ρεαλισμό και την οικονομική ελευθερία με την κοινωνική ευθύνη. Η Νέα Δημοκρατία είχε τα τελευταία χρόνια μια καθαρή αποστολή: Να βγάλει τη χώρα από την εκκρεμότητα της προηγούμενης δεκαετίας και να δημιουργήσει συνθήκες σταθερότητας σε μια περίοδο αλλεπάλληλων κρίσεων.
Αυτή η αποστολή δεν ήταν ούτε μικρή ούτε αυτονόητη. Αλλά η πολιτική δεν ζει μόνο από τον απολογισμό της. Η κοινωνία αναγνωρίζει την πρόοδο, αλλά δεν κατοικεί στους δείκτες. Κατοικεί στην καθημερινότητα. Στο εισόδημα που πιέζεται, στην αγωνία των νέων για το μέλλον, στην αίσθηση ότι το κράτος αλλάζει -αλλά όχι πάντα αρκετά γρήγορα. Εκεί θα κριθεί η επόμενη φάση και εδώ βρίσκεται και η μεγάλη πρόκληση της σύγχρονης κεντροδεξιάς που εκφράζει η Νέα Δημοκρατία.
Όχι να υπερασπιστεί το παρελθόν, αλλά να αποδείξει ότι διαθέτει την πολιτική και ιδεολογική επάρκεια να οργανώσει το μέλλον. Να συνδυάσει αποτελεσματικά την οικονομική ελευθερία με την κοινωνική συνοχή, την ανάπτυξη με την προστασία των πιο αδύναμων, τον πατριωτισμό με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Να υπενθυμίσει ότι η δύναμή της δεν βρισκόταν ποτέ στις ιδεολογικές υπερβολές, αλλά στην ικανότητά της να συνθέτει. Αυτός είναι και ο λόγος που το Κέντρο αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία. Όχι ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, ούτε ως μια διαρκής αναζήτηση συμβιβασμών, αλλά ως χώρος όπου οι μεγάλες αλλαγές αποκτούν κοινωνική νομιμοποίηση.
Ένας χώρος ισορροπίας όπου η ελευθερία συναντά την ευθύνη, η ανάπτυξη τη δικαιοσύνη και η αποτελεσματικότητα τη δημοκρατική λογοδοσία. Η ίδια λογική ισχύει και για τις μεταρρυθμίσεις. Για πολλά χρόνια αντιμετωπίστηκαν είτε ως τεχνοκρατική αναγκαιότητα είτε ως ιδεολογική εμμονή. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν έναν μηχανισμό προσαρμογής μιας δημοκρατίας στις αλλαγές της εποχής. Είναι ο τρόπος με τον οποίο μια κοινωνία αλλάζει χωρίς να διαλύεται.
Ένα κράτος που λειτουργεί αποτελεσματικά, μια Δικαιοσύνη που απονέμεται έγκαιρα, μια δημόσια διοίκηση που αξιολογείται και λογοδοτεί, δεν αποτελούν απλώς δείκτες καλής διακυβέρνησης. Είναι προϋποθέσεις κοινωνικής εμπιστοσύνης. Και εδώ η πολιτική αντιπαράθεση αποκτά πραγματικό περιεχόμενο. Γιατί απέναντι σε αυτή την προσπάθεια βρίσκεται ο λαϊκισμός, από αριστερά και από δεξιά. Η εύκολη υπόσχεση, η καταγγελία χωρίς σχέδιο, η νοσταλγία για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Η χώρα όμως έχει πληρώσει ακριβά αυτές τις αυταπάτες.
Τις πλήρωσε με ύφεση, αναξιοπιστία, κοινωνικό διχασμό και χαμένες ευκαιρίες. Γι’ αυτό και η απάντηση στον λαϊκισμό δεν μπορεί να είναι ούτε η ηθικολογία ούτε ένας ψυχρός τεχνοκρατισμός. Πρέπει να είναι πολιτική με αντίκρισμα στις ζωές των πολιτών. Μεταρρυθμίσεις που εξηγούνται, αποτελέσματα που φαίνονται, ευθύνη που αναλαμβάνεται. Κοινωνική πολιτική που δεν υπόσχεται τα πάντα σε όλους, αλλά στηρίζει πραγματικά όσους έχουν ανάγκη και δημιουργεί ευκαιρίες για όσους θέλουν να προχωρήσουν. Γιατί η πολιτική πρόκληση σήμερα είναι πως θα προχωρήσουμε μπροστά χωρίς να αφήσουμε πίσω την κοινωνία. Πώς θα αξιοποιήσουμε την τεχνολογική πρόοδο χωρίς να διευρύνουμε τις ανισότητες. Πώς θα διατηρήσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας χωρίς να υπονομεύσουμε τη συνοχή της.
Πώς θα υπερασπιστούμε την ελευθερία χωρίς να θυσιάσουμε την ασφάλεια. Αυτά είναι τα τέσσερα κρίσιμα ερωτήματα της νέας εποχής. Γι’ αυτό και η επιτυχία της Νέας Δημοκρατίας θα κριθεί από το αν θα μπορέσει να διατυπώσει μια πειστική απάντηση για το αύριο. Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα στηρίζεται στην ευθύνη, στην αξιοκρατία, στη θεσμική εμπιστοσύνη, στις μεταρρυθμίσεις και στην παραγωγή πραγματικών αποτελεσμάτων για τον πολίτη. Ο Μαξ Βέμπερ διέκρινε δύο μορφές πολιτικής. Την πολιτική της πεποίθησης και την πολιτική της ευθύνης.
Στον κόσμο που αναδύεται, η δεύτερη γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ. Γιατί οι πολίτες θα κρίνουν τις κυβερνήσεις από την ικανότητά τους να παράγουν αποτέλεσμα μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας. Οι μεγάλες πολιτικές παρατάξεις δοκιμάζονται όταν αλλάζει η εποχή.
Τότε καλούνται να επαναπροσδιορίσουν όχι μόνο τις πολιτικές τους, αλλά και τον λόγο ύπαρξής τους. Η κεντροδεξιά βρίσκεται σήμερα ακριβώς μπροστά σε αυτή την ιστορική στιγμή. Αν κατορθώσει να συνδυάσει την ελευθερία με την ευθύνη, την ανάπτυξη με τη συνοχή, τον πατριωτισμό με την εξωστρέφεια και τη μεταρρύθμιση με την προστασία της κοινωνίας, δεν θα έχει απλώς απαντήσει στις προκλήσεις της εποχής. Θα έχει διαμορφώσει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας. χαρης θεοχαρης
