Το ντόμινο των εξελίξεων που προκαλούν στον χώρο της αντιπολίτευσης τα δύο νέα κόμματα στο πολιτικό σκηνικό, παρακολουθούν με προσοχή από το κυβερνητικό επιτελείο και παρότι η εκτίμηση έως τώρα, είναι ότι ο αντίκτυπος δεν αγγίζει τον χώρο της Νέας Δημοκρατίας, είναι σαφές ότι επηρεάζει τόσο την τακτική απέναντι στους πολιτικούς της αντιπάλους, όσο και τα δεδομένα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Σε ένα κατακερματισμένο τοπίο, άλλωστε, ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν είναι πλέον ο μόνος που διεκδικεί να αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας.
Το ίδιο έπραξε, από την παρουσίαση ακόμη του νέου του κόμματος, ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά και η Μαρία Καρυστιανού. Με διακηρυγμένο αυτό τον στόχο των τριών, οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται ή διενεργούνται αυτές τις ώρες, αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Για την ώρα, η «μάχη» διεξάγεται για την δεύτερη θέση και «ρίχνει λάδι στη φωτιά» της αντιπαράθεσης μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης, με το ΠΑΣΟΚ να αποδίδει δόλο στις μετρήσεις κοινής γνώμης, ακόμη και να μιλά για υπόγεια συμφωνία Τσίπρα-Μαξίμου και τα σενάρια περί μετεκλογικών συνεργασιών ακόμη και των κομμάτων της αντιπολίτευσης, να μοιάζουν σχεδόν απαγορευμένα στη δημόσια συζήτηση.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, το Μέγαρο Μαξίμου θα επαναφέρει το επίδικο της σταθερότητας, τη στιγμή που διατηρεί σε όλες τις δημοσκοπήσεις την πρώτη θέση, με διψήφια διαφορά από τη δεύτερη πλέον Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, που αφήνει ακόμη πιο πίσω το ΠΑΣΟΚ, σε μια στιγμή που η Ελπίδα για τη Δημοκρατία «απειλεί» να βρεθεί ή ακόμη και βρίσκεται κατά μία, τουλάχιστον, έρευνα, στην τρίτη θέση.
Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι υπό αυτές τις συνθήκες μάλλον ο στόχος της αυτοδυναμίας, που θέτουν, είναι πιο εφικτός στην υλοποίησή του, από το να δημιουργηθούν συνθήκες σύμπραξης μεταξύ άλλων δυνάμεων, πόσο μάλλον να υπάρξει δυναμική για ένα από αυτά τα κόμματα, που θα μπορέσει να ανατρέψει το σκηνικό.
Οι πρώτες δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν την αρχική αντίδραση των πολιτών απέναντι στο νέο, με το βάρος, για την κυβέρνηση, να πέφτει πλέον στον προγραμματικό λόγο που θα διατυπώσουν στον δρόμο προς τις εθνικές κάλπες, που επιμένουν ότι θα στηθούν το 2027. «Οι πολίτες σήμερα, ειδικά σε μια διεθνή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, θέλει συγκεκριμένες απαντήσεις, συγκροτημένες πολιτικές, κοστολογημένα προγράμματα», λένε τα κυβερνητικά στελέχη, υπογραμμίζοντας ότι έως τώρα το μεν ΠΑΣΟΚ δεν έχει καταφέρει να πείσει ότι διαθέτει εναλλακτική κυβερνητική πρόταση, ενώ τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού παραμένουν στη διακήρυξη αρχών, που δεν αποτελούν πρόγραμμα διακυβέρνησης.
Το επιχείρημα ότι η αυτοδυναμία αποτελεί μονόδρομο για την πολιτική σταθερότητα, κρίνουν στο κυβερνητικό επιτελείο ότι ενισχύει η στάση του ΠΑΣΟΚ, αφενός, η συνεδριακή του απόφαση ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τη ΝΔ, αφετέρου τα δείγματα γραφής, που δίνει.
Στην κυβέρνηση διαβλέπουν κινήσεις πανικού της Χαριλάου Τρικούπη απέναντι στον Αλέξη Τσίπρα, επισημαίνοντας ότι με αυτή την τακτική ο Νίκος Ανδρουλάκης μετατρέπει το κόμμα του, σε ένα κόμμα διαμαρτυρίας, υπενθυμίζοντας ότι έχει «φτάσει στο σημείο να υιοθετεί θεωρίες που ακόμα και οι γνήσιοι εκπρόσωποι ψεκασμένων θεωριών θα τις ζήλευαν, αδικώντας το παρελθόν του», φέρνοντας ως παράδειγμα την κατηγορία περί «συμπαιγνίας της ΝΔ με το κόμμα του κ. Τσίπρα» ή της ανακοίνωσης της Χαριλάου Τρικούπη με την οποία επιτίθεται στις εταιρείες δημοσκοπήσεων.
Η πολιτική και δημοσιονομική σταθερότητα εκτιμούν στο κυβερνητικό επιτελείο ότι στο τέλος της ημέρας θα κρίνει την εκλογική αναμέτρηση. Η αποτελεσματικότητα, που η κυβέρνηση θα έχει επιδείξει έως τότε, λένε, η τήρηση των δεσμεύσεων που ανέλαβε, αλλά και η παρουσίαση συγκεκριμένου προγράμματος που θα δίνει προοπτική για την επόμενη τετραετία, θεωρούν ότι είναι τα «κλειδιά» για το προεκλογικό αφήγημα, που μπορεί να συσπειρώσει δυνάμεις γύρω από τη ΝΔ.
Η συσπείρωση αποτελεί το ζητούμενο, με κυβερνητικά στελέχη να κρίνουν ότι η παρουσία του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να δημιουργήσει ένα πιο απτό δίπολο τους επόμενους μήνες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, άλλωστε, έχει σημειώσει σε όλες του τις τοποθετήσεις ότι δεν υποτιμά κανέναν αντίπαλο, τονίζοντας, όπως λένε συνεργάτες του, στις καθημερινές επικοινωνίες του με τους υπουργούς του, ότι «κάθε μήνας μετράει», αλλά και ότι η δουλειά θα πρέπει να συνεχιστεί, καθώς οι πολίτες θα κρίνουν την κυβέρνηση από το έργο της.
Στην κυβέρνηση αναμένουν τις συγκεκριμένες προτάσεις σε επίπεδο προγραμματικού λόγου, που ο Αλέξης Τσίπρας θα παρουσιάσει το επόμενο διάστημα, οπότε η αντιπαράθεση αναμένεται να περάσει πλέον επί συγκεκριμένων πεδίων. «Η κοινωνία θέλει αποτέλεσμα. Στην κυβέρνηση δεν υποστηρίζουμε πως έχουμε λύσει όλα τα προβλήματα, αλλά έχουμε προχωρήσει αρκετά πράγματα και έχουμε πολύ δουλειά να κάνουμε ακόμη.
Αυτή είναι η απάντηση που ζητούν οι πολίτες και όχι συνθήματα», σημειώνουν, λέγοντας ότι το rebranding του πρώην πρωθυπουργού μέχρι τώρα βασίζεται μόνο στην επικοινωνία και δεν αναφέρεται σε ουσιώδη ζητήματα που απασχολούν τον κόσμο.
