Για να παραφράσουμε μια φράση του Κ. Μαρξ, «ένα φάντασμα φαίνεται να κυριαρχεί στην Ευρώπη, αυτό της αστάθειας». Η πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη δεν εκδηλώνεται σήμερα μόνο ως κυβερνητική κρίση με τη στενή έννοια, αν και στην Μεγάλη Βρετανία η αλλαγή πρωθυπουργών έχει γίνει κάτι σαν ψωμοτύρι, αναδεικνύοντας τα αδιέξοδα των Συντηρητικών πριν και τώρα των Εργατικών.
Εκδηλώνεται κυρίως ως σταδιακή αποδυνάμωση του παραδοσιακού πολιτικού κέντρου και ως ενίσχυση κομμάτων ή κινημάτων που αμφισβητούν τις μέχρι πρότινος σταθερές ισορροπίες εξουσίας. Αυτό φαίνεται να είναι το κοινό νήμα που ενώνει χώρες τόσο διαφορετικές όσο η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο: οι πολίτες δείχνουν ολοένα μικρότερη πίστη στα κλασικά κόμματα διακυβέρνησης και μεγαλύτερη διάθεση να στραφούν σε εναλλακτικές, συχνά πιο ριζοσπαστικές επιλογές.
Η Γερμανία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετατόπισης, ακριβώς επειδή για δεκαετίες θεωρούνταν το υπόδειγμα πολιτικής σταθερότητας στην Ευρώπη. Σήμερα, όμως, η εικόνα αυτή έχει ραγίσει. Τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες, δεν διαθέτουν πια την κοινωνική και πολιτική κυριαρχία που είχαν στο παρελθόν, ενώ ο κυβερνητικός συνασπισμός έχει βρεθεί επανειλημμένα υπό πίεση.
Την ίδια ώρα, η AfD έχει καταφέρει να μετατραπεί από δύναμη διαμαρτυρίας σε σοβαρό παράγοντα πίεσης για το σύστημα, εκφράζοντας τμήματα της κοινωνίας που αισθάνονται αποκλεισμένα από την κεντρική πολιτική γραμμή, κυρίως σε ζητήματα μετανάστευσης, οικονομικής ανασφάλειας και εθνικής ταυτότητας.
Ας σημειωθεί δε, ότι στις δημοσκοπήσεις ήδη εμφανίζεται πρώτο κόμμα, την ώρα που οι Σοσιαλδημοκράτες δύσκολα έμπαιναν στο Κοινοβούλιο τοπικών Κρατιδίων, όπου έγιναν εκλογές τους τελευταίους μήνες. Η γερμανική περίπτωση δείχνει ότι η αστάθεια δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή χάους για να είναι ουσιαστική: αρκεί να φανεί ότι το παλιό μοντέλο συναίνεσης δεν πείθει πια όσο πριν.
Στη Γαλλία, η αμφισβήτηση του κατεστημένου παίρνει πιο έντονα πολωμένα χαρακτηριστικά. Το πολιτικό κέντρο πιέζεται ταυτόχρονα από τη ριζοσπαστική δεξιά και την αριστερά, ενώ η διακυβέρνηση γίνεται δυσκολότερη όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε εκλογική αποδοκιμασία. Η ενίσχυση της εθνικιστικής δεξιάς δεν είναι απλώς συγκυριακή. Αντανακλά μια βαθύτερη αποξένωση σημαντικού μέρους της κοινωνίας από το υπάρχον μοντέλο εξουσίας. Ουσιαστικά υπάρχει μια ιδιόμορφη κατάσταση κατά την οποία αναμένεται απλά η άνοδος Λεπέν στην προεδρία, με ότι αυτό σημαίνει για την Γαλλία και την Ευρώπη συνολικά.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η πολιτική αστάθεια έχει αποκτήσει πιο δομικό χαρακτήρα μετά την πολυετή αναταραχή που ακολούθησε το Brexit. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι μόνο η εναλλαγή ηγεσιών ή η φθορά των κυβερνήσεων, αλλά η αίσθηση ότι τα μεγάλα κόμματα δυσκολεύονται να αποκαταστήσουν μια πειστική εθνική κατεύθυνση. Η δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα παραμένει υψηλή, ενώ οι κοινωνικές και περιφερειακές διαιρέσεις εξακολουθούν να τροφοδοτούν τη ρευστότητα.
Στην Ισπανία, η εικόνα είναι διαφορετική αλλά όχι λιγότερο αποκαλυπτική. Εκεί, η αστάθεια εκφράζεται κυρίως μέσα από τον πολυκομματισμό και την ανάγκη για δύσκολες συνεργασίες. Νέα ή ενισχυμένα κόμματα αμφισβήτησαν το παλαιό δίπολο, με αποτέλεσμα η κυβερνησιμότητα να εξαρτάται συχνά από εύθραυστες κοινοβουλευτικές ισορροπίες και από περιφερειακές συμμαχίες. Η Ισπανία δείχνει ότι ακόμη και χωρίς θεσμική κρίση, η πολιτική σταθερότητα μπορεί να περιοριστεί σημαντικά όταν το παραδοσιακό σύστημα εκπροσώπησης κατακερματίζεται. Η συμμαχία με τους Βάσκους αυτονομιστές του Σάντσεθ, τα σκάνδαλα που ταλανίζουν την κυβέρνησή του ταρακουνούν μια κυβέρνηση για πολλούς που έχουν αναδείξει την κυβέρνηση Σάντσεθ κάτι σαν πρότυπο.
Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο, η χώρα μας εμφανίζει μια σημαντική διαφορετικότητα. Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε πολύ καλύτερη θέση σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες ως προς τη συνοχή της κυβερνητικής εικόνας, τη σταθερότητα, τον σημαντικό ρόλο του χώρου του Κέντρου που κυρίαρχα αν και με πληγές εκφράζει ο Κ. Μητσοτάκης και με σαφή την κυριαρχία της Κεντροδεξιάς. Ωστόσο, υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο σε αντίθετη κατεύθυνση. Η φθορά της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, η κοινωνική κόπωση, η αίσθηση απομάκρυνσης των πολιτών από το πολιτικό σύστημα, ο υψηλός αριθμός αναποφάσιστων και η διάχυση της ψήφου προς μικρότερους σχηματισμούς, η ανακατανομή της δύναμης κομμάτων της αντιπολίτευσης μετά την ίδρυση των δύο νέων κομμάτων δείχνουν ότι και εδώ το περιβάλλον γίνεται πιο ρευστό.
Η Νέα Δημοκρατία παραμένει πρώτη δύναμη και με σημαντικό προβάδισμα από τη δεύτερη αυτή τη στιγμή Ε.Λ.Α.Σ αλλά σε ένα πλαίσιο μεγαλύτερου κατακερματισμού, με μικρότερα κόμματα να διεκδικούν χώρο από το παραδοσιακό κομματικό σύστημα. Ας σκεφτούμε ότι υπάρχουν 14 κόμματα που μετράμε στις δημοσκοπήσεις και ένα ακόμα σε αναμονή (κόμμα Σαμαρά). Βέβαια βρισκόμαστε σε φάση που «ανοίγει το πολιτικό ακορντεόν». Όταν θα κλείσει, δύσκολα μπορεί να δει κάποιος πάνω από 7-8 κόμματα που να μπορούν να έχουν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Ήδη κάποια «εξαφανίζονται» στην πρόθεση ψήφου.
Αυτό σημαίνει ότι η πορεία προς τις επόμενες βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα δεν θα καθοριστεί μόνο από την κυβερνητική φθορά ή από τη δύναμη του δεύτερου κόμματος. Θα καθοριστεί και από το αν θα ενισχυθεί περαιτέρω η διάθεση αμφισβήτησης απέναντι στη ΝΔ ως κυβέρνηση. Αν η ευρωπαϊκή τάση συνεχιστεί, τότε και στην Ελλάδα είναι πιθανό να δούμε πιο επιθετική παρουσία νέων ή μικρότερων κομμάτων, εντονότερη ψήφο διαμαρτυρίας και δυσκολότερη αναπαραγωγή της πολιτικής σταθερότητας ως αυτονόητου δεδομένου.
Οι επόμενες εκλογές, επομένως, δεν θα είναι απλώς μια αναμέτρηση προσώπων ή ποσοστών. Θα είναι και μια δοκιμασία για το κατά πόσο το ελληνικό πολιτικό σύστημα μπορεί να απορροφήσει την ευρωπαϊκή αβεβαιότητα χωρίς να εισέλθει και το ίδιο σε πιο βαθιά φάση αστάθειας. Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό γι' αυτήν τη χώρα. Αυτή θα είναι η κύρια δοκιμασία βασικά για το μεγάλο κόμμα της χώρας, την ΝΔ που καλείται να ανταποκριθεί σ΄ αυτή την πρόκληση, ως το κόμμα που αυτήν τη στιγμή αποτελεί τη μόνη δύναμη που διαθέτει πραγματική και όχι φαντασιακή πρόταση διακυβέρνησης.
Το θέμα βέβαια είναι τι θα πρυτανεύσει στην τελική απόφαση των πολιτών. Σταθερότητα και βελτίωση της ζωής των ανθρώπων ή αστάθεια, σενάρια κυβερνήσεων οικουμενικών αμφίβολης σύνθεσης, προτάσεις ότι «θα βρεθεί κάποια λύση αρκεί να φύγει ο Μητσοτάκης»; Ας αποφασίσουμε τι θέλουμε για τη χώρα, αλλά επιλέγοντας προτάσεις. όχι αερολογίες που τις πληρώσαμε ακριβά στο παρελθόν.
*Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).
