Γιατί η ΝΔ διατηρεί την κυριαρχία της παρά την αναδιάταξη της αντιπολίτευσης
«To the point» με τον Ζαχαρία Ζούπη

Γιατί η ΝΔ διατηρεί την κυριαρχία της παρά την αναδιάταξη της αντιπολίτευσης

Οι δημοσκοπήσεις συνήθως γίνονται αντικείμενο συζήτησης με όρους πρόθεσης ψήφου. Ποιος προηγείται, ποιος ανεβαίνει, ποιος χάνει. Ασφαλώς αυτή την κάρτα συνοψίζονται πολλά συμπεράσματα. Ωστόσο, είναι οι ποιοτικοί δείκτες εκείνοι που αποκαλύπτουν τις βαθύτερες πολιτικές διεργασίες και προϊδεάζουν για τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν. Και οι τελευταίες έρευνες δείχνουν ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα πολιτική φάση, όπου η αντιπολίτευση αναδιατάσσεται, αλλά η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την πολιτική κυριαρχία. 

 Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα των δημοσκοπήσεων. Παρά τη φθορά που αναπόφευκτα συνοδεύει μια κυβέρνηση μετά από δύο συνεχόμενες θητείες, οι πολίτες εξακολουθούν να αποδίδουν στον Κυριάκο Μητσοτάκη σαφές προβάδισμα στους δείκτες καταλληλότητας για την πρωθυπουργία, αξιοπιστίας και αποτελεσματικής διαχείρισης των κρίσιμων ζητημάτων. Δεν πρόκειται απλώς για μια αριθμητική πρωτιά. Πρόκειται για πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν η εκλογική συμπεριφορά διαμορφώνεται περισσότερο από την εμπιστοσύνη παρά από τη συγκυριακή διαμαρτυρία.

Η εικόνα αυτή διαφοροποιεί τη σημερινή συγκυρία από άλλες περιόδους της μεταπολίτευσης. Το 2009 η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είχε ήδη απολέσει την πολιτική της αξιοπιστία πριν οδηγηθεί στις κάλπες. Το 2014 ο ΣΥΡΙΖΑ είχε κατοχυρωθεί ως η προφανής εναλλακτική λύση εξουσίας απέναντι στην κυβέρνηση Σαμαρά. Το 2019 η Νέα Δημοκρατία είχε ήδη πείσει την κοινωνία ότι μπορούσε να κυβερνήσει αποτελεσματικότερα από την κυβέρνηση Τσίπρα. Σήμερα, αντίθετα, η κυβέρνηση δέχεται ισχυρή κοινωνική πίεση, αλλά η αντιπολίτευση δεν έχει κατορθώσει να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα.

Οι ποιοτικές έρευνες φωτίζουν ακριβώς αυτή την αντίφαση. Οι πολίτες εκφράζουν έντονο προβληματισμό για την ακρίβεια, το κόστος ζωής, την καθημερινότητα και τη λειτουργία του κράτους. Παρ' όλα αυτά, όταν καλούνται να απαντήσουν ποιος μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα τη χώρα, εξακολουθούν να εμπιστεύονται περισσότερο τη σημερινή κυβέρνηση. Η δυσαρέσκεια υπάρχει, αλλά δεν έχει ακόμη αποκτήσει έναν πειστικό πολιτικό εκφραστή.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ίδρυση της ΕΛΑΣ από τον Αλέξη Τσίπρα αποτελεί τη σημαντικότερη πολιτική εξέλιξη στον χώρο της Κεντροαριστεράς των τελευταίων ετών. Η δυναμική που καταγράφει στις πρώτες δημοσκοπήσεις αποδεικνύει ότι ένα σημαντικό τμήμα του προοδευτικού ακροατηρίου αναζητούσε έναν νέο πολιτικό φορέα με κυβερνητική εμπειρία, αναγνωρίσιμη ηγεσία και δυνατότητα επανεκκίνησης του χώρου.

Η άνοδος της ΕΛΑΣ, ωστόσο, πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά. Τα ποιοτικά ευρήματα δείχνουν ότι η βασική της δεξαμενή προέρχεται από τον κατακερματισμένο χώρο της αντιπολίτευσης. Ανασυνθέτει σε σημαντικό βαθμό τον χώρο που άφησε πίσω της η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ, ασκεί πίεση στο ΠΑΣΟΚ και επηρεάζει συνολικά τις ισορροπίες της Κεντροαριστεράς. Δεν προκύπτει όμως, τουλάχιστον προς το παρόν, ότι αντλεί σημαντικές δυνάμεις από τη Νέα Δημοκρατία ή ότι έχει ήδη δημιουργήσει ένα νέο πλειοψηφικό κοινωνικό ρεύμα.

 Αυτό ακριβώς βρίσκεται στον πυρήνα του σημερινού πολιτικού προβλήματος της αντιπολίτευσης. Η αναδιάταξη του χώρου δεν ταυτίζεται με την οικοδόμηση κυβερνητικής εναλλακτικής. Η ΕΛΑΣ αλλάζει τους εσωτερικούς συσχετισμούς, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει τον συνολικό πολιτικό συσχετισμό.

Την ίδια στιγμή, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αναζητά τον ρόλο του ανάμεσα στην κυβερνητική υπευθυνότητα και τη διεκδίκηση της εξουσίας, χωρίς να έχει κατορθώσει να αξιοποιήσει τη φθορά της κυβέρνησης. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κρίση που δεν είναι πλέον μόνο εκλογική αλλά υπαρξιακή, καθώς η αποχώρηση στελεχών και ψηφοφόρων προς την ΕΛΑΣ περιορίζει ακόμη περισσότερο την πολιτική του επιρροή. Παράλληλα, μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης είτε παρουσιάζουν σημάδια κόπωσης είτε απευθύνονται σε περιορισμένα εκλογικά ακροατήρια, χωρίς δυνατότητα να διαμορφώσουν ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες.

Οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν, επομένως, μια διπλή πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά, η αντιπολίτευση βρίσκεται σε διαδικασία ανασύνθεσης. Από την άλλη, η διαδικασία αυτή δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε αξιόπιστη πρόταση διακυβέρνησης. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη εξήγηση της ανθεκτικότητας που εμφανίζει η Νέα Δημοκρατία στους ποιοτικούς δείκτες.

 Η πολιτική ιστορία διδάσκει ότι οι κυβερνήσεις δεν χάνουν μόνο επειδή φθείρονται. Χάνουν όταν απέναντί τους διαμορφώνεται μια πειστική και κοινωνικά αποδεκτή εναλλακτική λύση εξουσίας. Μέχρι στιγμής, οι ποιοτικές δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι αυτή η συνθήκη δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί. Η ΕΛΑΣ φαίνεται να αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στον χώρο της αντιπολίτευσης, όμως καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να υπερβεί τα όρια της κομματικής ανασύνθεσης και να απευθυνθεί στον κρίσιμο μεσαίο χώρο, εκεί όπου παραδοσιακά κρίνονται οι εκλογές.

 Η Νέα Δημοκρατία, λοιπόν, δεν διατηρεί την πρωτοκαθεδρία επειδή δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ή επειδή η κοινωνία είναι ικανοποιημένη από όλες τις κυβερνητικές επιλογές. Τη διατηρεί επειδή, μέχρι σήμερα, εξακολουθεί να θεωρείται από την πλειοψηφία των πολιτών η πιο αξιόπιστη επιλογή διακυβέρνησης. Και όσο η αντιπολίτευση αναλώνεται κυρίως στην ανακατανομή των εσωτερικών της δυνάμεων αντί να οικοδομεί μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, οι ποιοτικοί δείκτες θα συνεχίσουν να επιβεβαιώνουν ότι η πραγματική πολιτική υπεροχή της κυβέρνησης δεν βρίσκεται μόνο στα ποσοστά της πρόθεσης ψήφου, αλλά κυρίως στην αντίληψη των πολιτών ότι εξακολουθεί να διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα της διακυβέρνησης.


 *Ο Zαχαρίας Ζούπης, στέλεχος εταιριών έρευνας αγοράς, δημοσκοπήσεων και επικοινωνίας από την δεκαετία του ‘90, είναι σήμερα Διευθυντής Ερευνών και Στρατηγικής Επικοινωνίας της OPINION POLL. Είχε την ευθύνη του σχεδιασμού, της υλοποίησης και της επιστημονικής επιμέλειας ερευνητικών προγραμμάτων και στρατηγικής επικοινωνίας. Έχει διεξάγει πολυάριθμες πολιτικές, αυτοδιοικητικές, κοινωνικές, εμπορικές έρευνες και focus groups. Έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα και δύο βιβλία («Εκεί γύρω στα τριάντα», «40+1 άρθρα για την Κεντροαριστερά»).