Τον διευρυμένο ρόλο του Υπερταμείου ως επιταχυντή επενδύσεων και ωρίμανσης κρίσιμων έργων για την ελληνική οικονομία περιέγραψε ο αναπληρωτής CEO του, Παναγιώτης Σταμπουλίδης, αποκαλύπτοντας ότι ο οργανισμός ωριμάζει σήμερα έργα συνολικού ύψους 9 δισ. ευρώ για λογαριασμό της Ελληνικής Πολιτείας, ενώ μέσα στα τελευταία τρία χρόνια έχει υλοποιήσει έργα ύψους 3,5 δισ. ευρώ.
Μιλώντας στο Growthfund Summit, ο κ. Σταμπουλίδης τόνισε ότι το Υπερταμείο έχει πλέον εξελιχθεί σε έναν οργανισμό που δεν περιορίζεται στη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, αλλά αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στον σχεδιασμό, την ωρίμανση και την υλοποίηση στρατηγικών έργων με άμεσο αναπτυξιακό αποτύπωμα.
Στο πλαίσιο αυτό, γνωστοποίησε ότι προωθείται νέο σχέδιο νόμου, το οποίο θα επιτρέπει στο Υπερταμείο να συμμετέχει ακόμη πιο ενεργά στον σχεδιασμό και την υλοποίηση έργων που αφορούν κρίσιμες υποδομές και κρίσιμες οντότητες της χώρας.
Όπως διευκρίνισε, το νέο θεσμικό πλαίσιο αφορά έργα που σχετίζονται με τη ΔΕΗ και συνολικά τον ενεργειακό τομέα, τις εταιρείες ύδρευσης, τα λιμάνια, αλλά και τις δημόσιες συγκοινωνίες, ενισχύοντας τον ρόλο του Υπερταμείου ως φορέα που συμβάλλει στην επιτάχυνση επενδύσεων στρατηγικής σημασίας.
«Το Υπερταμείο θέλει να λειτουργεί ως διευκολυντής αλλά και ως επιταχυντής των επενδύσεων», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι βασικός στόχος είναι η ταχύτερη ωρίμανση κρίσιμων περιουσιακών στοιχείων, ώστε να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων και την υλοποίηση μεγάλων έργων.
Ο κ. Σταμπουλίδης υπογράμμισε ότι τα αποτελέσματα της δραστηριότητας του Υπερταμείου είναι ήδη ορατά στην καθημερινότητα των πολιτών, από τις παρεμβάσεις στα δημόσια νοσοκομεία μέχρι τις επενδύσεις στις λιμενικές υποδομές. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την ολοκλήρωση του έργου εκβάθυνσης του λιμένα της Αλεξανδρούπολης, το οποίο, όπως είπε, ενισχύει τον στρατηγικό ρόλο της περιοχής ως πύλης προς τα Βαλκάνια και τη Βόρεια Ευρώπη.
Παράλληλα, επισήμανε ότι το Υπερταμείο εμβαθύνει συνεχώς τη συμμετοχή του στα δημόσια έργα και στις δημόσιες προμήθειες, καθώς οι ανάγκες της οικονομίας εξελίσσονται ταχύτερα από τις διαδικασίες που προβλέπουν το ελληνικό και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.
Ο αναπληρωτής CEO του Υπερταμείου σημείωσε ακόμη ότι ο οργανισμός αποκτά πλέον και διεθνή παρουσία, εξάγοντας την τεχνογνωσία που έχει αναπτύξει μέσα από την υλοποίηση έργων στρατηγικής σημασίας στην Ελλάδα. Ήδη, όπως αποκάλυψε, έχει υπογραφεί διακρατική συμφωνία συνεργασίας με τη Μολδαβία, μέσω της οποίας μεταφέρεται ελληνική τεχνογνωσία σε θέματα σχεδιασμού και υλοποίησης δημοσίων επενδύσεων.
«Έχοντας αποκτήσει την εμπειρία έργων στρατηγικής σημασίας, χτίζουμε τη σχέση μας με άλλες χώρες που έχουν ανάγκη από αυτού του είδους την τεχνογνωσία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανάγκη ενίσχυσης της ανθεκτικότητας των κρίσιμων υποδομών, σημειώνοντας ότι δίκτυα ενέργειας, ύδρευσης, μεταφορών και λιμενικές εγκαταστάσεις πρέπει να μπορούν να λειτουργούν απρόσκοπτα ακόμη και σε συνθήκες κρίσης.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, αποκάλυψε ότι το επόμενο διάστημα η αρμόδια Κυβερνητική Επιτροπή αναμένεται να εντάξει επιπλέον έργα ύψους 500 εκατ. ευρώ στη Μονάδα Στρατηγικών Συμβάσεων (PPF) του Υπερταμείου, διευρύνοντας περαιτέρω το χαρτοφυλάκιο των έργων που διαχειρίζεται ο οργανισμός.
Οι επενδύσεις της ΕΤΕπ
Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επεδύσεων (ΕΤΕπ), Γιάννης Τσακίρης, ανέφερε ότι μόνο το 2025 η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων χρηματοδότησε έργα ύψους 100 δισ. ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία, μέσω της μόχλευσης, αντιστοιχούν σε συνολικές επενδύσεις περίπου 500 δισ. ευρώ στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Όπως ανέφερε, η στρατηγική της ΕΤΕπ επικεντρώνεται πλέον σε επενδύσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της Ευρώπης, δίνοντας έμφαση στις κρίσιμες υποδομές, στα δίκτυα, στην άμυνα και την ασφάλεια, στην υψηλή τεχνολογία και στις μεταφορές.
Ειδικά για την Ελλάδα, ο κ. Τσακίρης χαρακτήρισε την οικονομική σταθερότητα ως το σημαντικότερο πλεονέκτημα της χώρας, σημειώνοντας ότι αποτελεί το πρώτο στοιχείο που εξετάζουν οι διεθνείς επενδυτές πριν αποφασίσουν εάν θα τοποθετήσουν κεφάλαια σε μια οικονομία.
«Η οικονομική σταθερότητα είναι το νούμερο ένα κριτήριο για τους διεθνείς επενδυτές», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών έχει δημιουργήσει πλέον διαφορετικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι οι σημαντικότερες επενδυτικές ευκαιρίες βρίσκονται πλέον στα δίκτυα κάθε μορφής.
Όπως εξήγησε, πέρα από το οδικό δίκτυο, όπου έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές επενδύσεις τα προηγούμενα χρόνια, η χώρα χρειάζεται να επιταχύνει έργα που αφορούν τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, τις διασυνδέσεις, τα σιδηροδρομικά δίκτυα, τις υποδομές ύδρευσης και συνολικά τις κρίσιμες υποδομές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις επενδύσεις αποθήκευσης ενέργειας, αλλά και στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, τόσο εντός της χώρας όσο και σε διασυνοριακό επίπεδο, τις οποίες χαρακτήρισε στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι πύλες εισόδου της χώρας, όπως η Αλεξανδρούπολη, η Θεσσαλονίκη, ο Πειραιάς, η Ελευσίνα και το Λαύριο, οι οποίες μπορούν να εξελιχθούν σε ισχυρούς κόμβους μεταφορών, ενέργειας και εφοδιαστικής αλυσίδας για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
