Μια ιδιαιτέρως αυστηρή γραμμή φαίνεται οτι ακολουθεί τον τελευταίο χρόνο η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, με τα τελευταία στοιχεία να αποτυπώνουν ότι η συντριπτική πλειονότητα των προσφυγών εκ μέρους των φορολογουμένων να απορρίπτεται, την ώρα μάλιστα που εντείνεται η χρήση αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ για το 2025 μαρτυρούν ότι η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών αποδέχεται μόλις ένα μικρό μέρος των ενδικοφανών προσφυγών, αφήνοντας τους περισσότερους φορολογούμενους είτε να προσφύγουν στα διοικητικά δικαστήρια είτε να βρεθούν αντιμέτωποι με νέα ληξιπρόθεσμα χρέη.
Συγκεκριμένα, την περασμένη χρονιά υποβλήθηκαν 10.492 ενδικοφανείς προσφυγές, από τις οποίες εξετάστηκαν 9.685. Από αυτές, μόνο 1.736 έγιναν δεκτές, ολικά ή μερικά, κάτι που μεταφράζεται σε ποσοστό αποδοχής 17,9%. Αντίθετα, 7.835 προσφυγές απορρίφθηκαν, δηλαδή περίπου το 81% των περιπτώσεων, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι για τους περισσότερους φορολογούμενους η διοικητική οδός δεν οδηγεί σε δικαίωση.
Παράλληλα, 38 υποθέσεις απορρίφθηκαν για τυπικούς λόγους, όπως η εκπρόθεσμη κατάθεση, ενώ 76 κατέληξαν σε διαφορετική διαδικαστική έκβαση, όπως παραίτηση ή κατάργηση της διαδικασίας. Την ίδια ώρα, 625 αιτήματα αναστολής καταβολής του 50% του αμφισβητούμενου ποσού εξετάστηκαν ή έγιναν δεκτά, δίνοντας προσωρινή «ανάσα» σε φορολογούμενους μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης.
Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί ολοένα και περισσότεροι στρέφονται τελικά στη δικαιοσύνη. Μόνο το 2025, για 2.289 υποθέσεις ο επόμενος σταθμός μετά την απόρριψη ήταν τα διοικητικά δικαστήρια, γεγονός που δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος των διαφορών παραμένει ανοιχτό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Στο τέλος Δεκεμβρίου, σε εκκρεμότητα παρέμεναν 4.448 υποθέσεις, αριθμός που αποτυπώνει τόσο τη συνεχή εισροή νέων προσφυγών όσο και το βάρος που εξακολουθεί να δέχεται ο μηχανισμός διοικητικής επίλυσης.
Οι πιο συνηθισμένοι λόγοι για τους οποίους οι φορολογούμενοι προσφεύγουν αφορούν εσφαλμένο προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, αμφισβήτηση των έμμεσων τεχνικών ελέγχου, μη αναγνώριση δαπανών ως εκπιπτόμενων και λανθασμένο χαρακτηρισμό ποσών ως προσαύξησης περιουσίας. Στην πράξη, πολλές από τις υποθέσεις του 2025 συνδέονταν με διορθωτικούς προσδιορισμούς φόρου εισοδήματος, πρόστιμα για ΦΠΑ, υποθέσεις ΕΝΦΙΑ και φορολογίας ακινήτων, αλλά και παραβάσεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
Την ίδια ώρα, η πίεση από την πλευρά της φορολογικής διοίκησης αποτυπώνεται και στο μέτωπο των αναγκαστικών μέτρων. Ο αριθμός των οφειλετών στους οποίους επιβλήθηκαν κατασχέσεις αυξήθηκε κατά 97.230 μέσα σε έναν χρόνο, φτάνοντας συνολικά τα 1.662.981 φυσικά και νομικά πρόσωπα. Πρόκειται για αύξηση 6,21% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, με τις κατασχέσεις να αφορούν πλέον σχεδόν το 44,8% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλετών της εφορίας.
Μάλιστα, το «μακρύ χέρι» της εφορίας φτάνει όχι μόνο σε τραπεζικές καταθέσεις, αλλά και σε ποσά που βρίσκονται στα χέρια τρίτων πριν καν καταβληθούν στους δικαιούχους. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να δεσμευτούν μισθοί στα χέρια εργοδοτών, συντάξεις και παροχές στα χέρια ασφαλιστικών ταμείων, ενοίκια στα χέρια ενοικιαστών ή ακόμη και ποσά από πωλήσεις πριν περάσουν στον φορολογούμενο.
Για ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω των 30 ευρώ, η αρμόδια υπηρεσία μπορεί να προχωρήσει σε κατάσχεση τραπεζικών καταθέσεων. Εξαιρούνται ορισμένα κοινωνικά επιδόματα, μόνο όμως όταν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη περί ακατάσχετου. Σημαντική δικλίδα προστασίας παραμένει, φυσικά, το ακατάσχετο όριο των 1.250 ευρώ για έναν και μοναδικό τραπεζικό λογαριασμό, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός έχει δηλωθεί στην ειδική εφαρμογή της ΑΑΔΕ.
