Από το Grexit στο Grecovery: Τι βλέπει η ΕΚΤ για την Ελλάδα
AP Photo
AP Photo

Από το Grexit στο Grecovery: Τι βλέπει η ΕΚΤ για την Ελλάδα

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σε εκτενή ανάρτηση με τίτλο «From Grexit to Grecovery», σκιαγραφεί την ελληνική οικονομία ως ένα σπάνιο παράδειγμα όπου συνυπάρχουν «μία από τις χειρότερες ιστορίες κρίσης» και «μία από τις πιο εντυπωσιακές ιστορίες ανάκαμψης» στη σύγχρονη Ευρώπη.

Η ανάλυση των οικονομολόγων της ΕΚΤ αποτιμά τη διαδρομή από το 2010 έως σήμερα, αναδεικνύοντας τόσο τα ουσιαστικά βήματα εξυγίανσης όσο και τα βαρίδια που εξακολουθούν να περιορίζουν τη σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου με την υπόλοιπη Ευρωζώνη.

Τράπεζες, NPLs και το νέο χρηματοπιστωτικό τοπίο

Κατά την ΕΚΤ, ο τραπεζικός τομέας αποτελεί ίσως το πιο ορατό πεδίο προόδου. Μετά τις τεράστιες ζημιές από το ελληνικό χρέος, την εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) και τη φυγή καταθέσεων στις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι τράπεζες ενισχύθηκαν κεφαλαιακά, καθάρισαν επιθετικά τους ισολογισμούς τους και μπήκαν σε αυστηρότερο εποπτικό πλαίσιο.

Καθοριστικό εργαλείο ήταν το Ελληνικό Σχήμα Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού (HAPS), μέσω του οποίου τιτλοποιήθηκαν και πουλήθηκαν περίπου 57 δισ. ευρώ NPLs έως το 2025. Σε συνδυασμό με τη σταθεροποίηση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, αυτό μετέφρασε την ανάκαμψη σε υψηλότερη ρευστότητα, κερδοφορία και κεφαλαιακή επάρκεια. Συγχωνεύσεις, όπως της Παγκρήτιας Τράπεζας με την Τράπεζα Αττικής, αναδιαμόρφωσαν τον χάρτη του κλάδου.

Η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών έχει επανεκκινήσει, με ιδιαίτερη βελτίωση στην πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Ωστόσο, η άλλη όψη του «καθαρού» τραπεζικού ισολογισμού είναι ότι μεγάλο μέρος του ιδιωτικού χρέους –περίπου το ένα τρίτο του ΑΕΠ– βρίσκεται πλέον εκτός τραπεζικού συστήματος, σε ξένα funds και εταιρείες διαχείρισης.

Η αργή επίλυση αυτών των χαρτοφυλακίων, παρά τις μεταρρυθμίσεις στην αφερεγγυότητα και τους ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς, κρατά χιλιάδες νοικοκυριά και επιχειρήσεις εκτός νέας χρηματοδότησης.

Η ΕΚΤ προειδοποιεί επιπλέον ότι οι κρατικές εγγυήσεις του HAPS δημιουργούν ενδεχόμενη δημοσιονομική υποχρέωση: αν οι ανακτήσεις από τα τιτλοποιημένα δάνεια αποδειχθούν χαμηλότερες του αναμενομένου, το κόστος θα επιβαρύνει το δημόσιο χρέος.

Ανάπτυξη, εξαγωγές και θεσμοί: η επόμενη φάση της σύγκλισης

Στο μέτωπο της πραγματικής οικονομίας, η ΕΚΤ καταγράφει μία στροφή από το προ κρίσης μοντέλο ανάπτυξης –βασισμένο σε δημοσιονομική επέκταση, κατανάλωση και φούσκα ακινήτων– προς ένα σχήμα πιο φιλικό στην παραγωγικότητα: περισσότερες επενδύσεις σε επιχειρήσεις και υποδομές, ισχυρότερες δημόσιες επενδύσεις μετά το 2020 και αυξημένο ρόλο των εξαγωγών.

Οι εξαγωγές αντιστοιχούν πλέον σε πάνω από 35% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 21% προ κρίσης, με ενδείξεις ενίσχυσης της εξαγωγικής ικανότητας και μεγαλύτερη παρουσία –έστω ακόμη μικρής κλίμακας– σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Ωστόσο, η σύνθεση παραμένει ευάλωτη, καθώς περίπου το μισό των εξαγωγών εξαρτάται από τουρισμό, ναυτιλία και ενέργεια, δηλαδή κλάδους εκτεθειμένους σε γεωπολιτικούς και κυκλικούς κραδασμούς.

Κρίσιμος παράγοντας για τη συνέχεια, σύμφωνα με την ΕΚΤ, είναι η ποιότητα των θεσμών: αποτελεσματική διοίκηση, ρύθμιση, κράτος δικαίου και έλεγχος της διαφθοράς.

Η Ελλάδα έχει βελτιωθεί, αλλά παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Έρευνα της ΕΚΤ δείχνει ότι αν η θεσμική ποιότητα έφθανε τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ, το μερίδιο των ιδιωτικών επενδύσεων που κατευθύνεται σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 5 ποσοστιαίες μονάδες· αν έφθανε τα επίπεδα των κορυφαίων χωρών, το ποσοστό αυτό θα πλησίαζε το ένα τέταρτο του συνόλου.

Στο υπόβαθρο, το δημόσιο χρέος, αν και μειώνεται γρήγορα από το 2021 και στηρίζεται σε προνομιακούς όρους προς ευρωπαίους εταίρους, παραμένει υψηλό – με την ΕΚΤ να υπογραμμίζει ότι η «ιστορία επιτυχημένης αποπληρωμής» της Ελλάδας δεν επιτρέπει εφησυχασμό.