7ος χρόνος, ημέρα 2155η
Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2021

Η «Αργώ» που θα σηκώσει 40 δισ. κόκκινα δάνεια

Η «Αργώ» που θα σηκώσει 40 δισ. κόκκινα δάνεια

Πλώρη για την Κομισιόν, όπου η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού θα εξετάσει λεπτομερώς όλες τις πτυχές του σχεδίου, βάζει εκτός απροόπτου το project «Αργώ», όπως ονομάζεται η πρόταση της Τράπεζας της Ελλάδος, για την περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων, μετά τον Ηρακλή.

Αύριο Παρασκευή ολοκληρώνονται οι συναντήσεις του Γιάννη Στουρνάρα με τις διοικήσεις των ελληνικών τραπεζών (κατά σειρά Alpha Bank, Attica Bank, Εθνική, Τρ. Πειραιώς και Eurobank) στις οποίες παρουσιάζει τα βασικά σημεία ενός πολυσέλιδου σχεδίου που στοχεύει στη μείωση των NPLs κατά 40 δισ. ευρώ.

Ο τελικός όγκος των δανείων που θα μπουν στην «bad bank» θα εξαρτηθεί από τη συμμετοχή των τραπεζών, που θα είναι εθελοντική, και από το ύψος των εγγυήσεων που θα αποφασίσει να διαθέσει το ελληνικό δημόσιο. Όπως έχει αναφέρει ο «Φιλελεύθερος», το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης θα εξετάσει την πρόταση στη βάση των δημοσιονομικών δυνατοτήτων του ελληνικού δημοσίου από τη στιγμή που περιλαμβάνει και χρήση κρατικών εγγυήσεων. Σύμβουλοι της κυβέρνησης σε αυτή τη διαδικασία είναι η Lazard και η Axia Ventures.

Μέσα στον Οκτώβριο θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις από τον πρωθυπουργό και τον υπουργό Οικονομικών και η πρόταση αναμένεται να σταλεί τον Νοέμβριο στην Κομισιόν και στη συνέχεια θα ξεκινήσουν οι συζητήσεις για την τελική διαμόρφωση του project. Ένα ρεαλιστικό σενάριο είναι η «Αργώ» να τεθεί σε πλήρη λειτουργία το αργότερο μετά το καλοκαίρι του 2021.

Η καινοτομία του σχεδίου της ΤτΕ για την AMC εδράζεται στο γεγονός ότι οι τράπεζες θα πληρώνουν το κόστος της μεταβίβασης κόκκινων δανείων εν μέρει με αναβαλλόμενο φόρο ενώ σήμερα δαπανούν «πραγματικά» κεφάλαια. Το ελληνικό δημόσιο θα δώσει εγγυήσεις για την ομαλή λειτουργία του σχήματος και την προσέλκυση επενδυτών για τις οποίες θα αποζημιωθεί σε μια πενταετία με τις τράπεζες να αναλαμβάνουν το κόστος.

Η λύση της AMC προβλέπει την εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών χωρίς resolution με στόχο να ξαναγίνουν οι ελληνικές τράπεζες ανταγωνιστικές και επενδυτικά ενδιαφέρουσες. Θα μπορέσουν έτσι να προσελκύσουν επενδυτές και να ξεφύγουν από το χρηματιστηριακό τέλμα. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει να επιλεγεί μία στρατηγική που θα προβλέπει μείωση των κόκκινων δανείων κοντά στα ευρωπαϊκά ποσοστά (κάτω από 5%) μετά τον Ηρακλή και παράλληλα θα εξαλείφει τον κίνδυνο νέας ανακεφαλαιοποίησης που επηρεάζει και χρηματιστηριακά τις τράπεζες.

Η λειτουργία της AMC θα «πατήσει» πάνω στις υφιστάμενες δομές αξιοποιώντας τους servicers που δραστηριοποιούνται ήδη στην ελληνική αγορά, όπως η Cepal, η Intrum κλπ. Οι δύο βασικοί παράγοντες που οδήγησαν τον διοικητή της ΤτΕ στη συγκεκριμένη πρόταση έχουν να κάνουν με την κατάσταση στην οποία θα βρεθούν οι ελληνικές τράπεζες μετά την ολοκλήρωση του «Ηρακλή». Παρά την πολύ θετική συμβολή του σχήματος, την οποία αναγνωρίζει η ΤτΕ, θα συνεχίσουν να υφίστανται δύο μεγάλα αγκάθια.

Το πρώτο είναι το υπερβολικά υψηλό ποσοστό του αναβαλλόμενου φόρου επί των συνολικών κεφαλαίων, που μετά τον Ηρακλή αναμένεται να ξεπεράσει το 85%-90%. Αν και δεν υπάρχει κάποιο όριο που να έχει θέσει ο SSM για το ποσοστό του αναβαλλόμενου φόρου στα κεφάλαια των τραπεζών, η Moody’s έχει επανειλημμένα χτυπήσει «καμπανάκι» για το γεγονός ότι τα κεφάλαια αυτά δεν είναι ποιοτικά και δεν μπορούν να απορροφήσουν πιστωτικές ζημιές. Άρα, μετά τον Ηρακλή οι ελληνικές τράπεζες θα διαθέτουν στο μεγαλύτερο ποσοστό κεφάλαια «χαμηλής ποιότητας».

Το δεύτερο είναι το ποσοστό των NPLs και το απόθεμα των 40 δισ. ευρώ που θα έχει απομείνει στα βιβλία των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και των νέων κόκκινων δανείων της πανδημίας. Το απόθεμα θα πρέπει να μειωθεί το ταχύτερο δυνατό στα 15 δισ. ευρώ για να έχει επιτευχθεί η πρώτη φάση της σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη και να γίνουν ξανά οι ελληνικές τράπεζες ελκυστικές στα μάτια των επενδυτών.

Εκτός από την Ελλάδα η οποία θα διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη με μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη χώρα ακόμη και μετά τον Ηρακλή, δεν αποκλείεται να υπάρξουν εθνικές πρωτοβουλίες και σε άλλες χώρες. Βασικοί υποψήφιοι για να δημιουργήσουν εθνικές AMC είναι η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Κύπρος.