Θα πάρει η δεξιά το «όπλο» της;

Πολύ αμφιβάλλω. Δύσκολο να θυμηθεί πότε και πού το έθαψε. Όσο εύκολα δηλώνουν οι αριστεροί την αριστεροσύνη τους τόσο δύσκολα οι δεξιοί υπερασπίζονται τη δική τους πλευρά στην πάντοτε επίκαιρη σύγκρουση ιδεών.

Στο μεταξύ, οι «αριστεροί» διασκεδάζουν την ατολμία των «δεξιών» και συνεχίζουν να χρησιμοποιούν ανερυθρίαστα την πολιτική τους επιλογή ως πιστοποιητικό αυτονόητης κοινωνικής νομιμοποίησης.

Βρίσκονται εξ ορισμού, πιστεύουν οι ίδιοι, στην καλή πλευρά της πολιτικής σκηνής. Οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, συλλήβδην μάλιστα, απορρίπτονται και στριμώχονται στην «κακή» πλευρά. Πρόκειται για σοβαρή παραπλάνηση της ιστορικής εμπειρίας και ακόμη σπουδαιότερη στρέβλωση της πολιτικής πραγματικότητας.

Το φονικό στη Θεσσαλονίκη αποκαλύπτει πόσο εύκολα «κρύβονται» οι δολοφόνοι πίσω από αυτήν τη μανιχαϊστική διαίρεση ανάμεσα σε καλούς και κακούς πολίτες. Οι δολοφόνοι με τα γκαζάκια (αλλά και με άλλα μέσα, αναλόγως των περιστάσεων), καθόλου τυχαία, τοποθετούν εαυτούς και τις ενέργειές τους στην ίδια, αριστερή, πλευρά της πολιτικής σύγκρουσης.

Αυτό όφειλε να είναι πρόβλημα της αριστεράς και όχι της δεξιάς. Η αριστερά είναι που πρέπει να απολογηθεί επειδή δεν έχει κάνει όσα απαιτούνται ώστε να μην μπορούν να κρύβονται «πίσω της» δολοφόνοι με γκαζάκια.

Αν, για παράδειγμα, στην περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον Τσίπρα, είχαμε μια κάποια σύλληψη, μια κάποια εξάρθρωση τρομοκρατών, έστω μια κάποια αποκάλυψη, τότε κανείς και σίγουρα ούτε ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης δεν θα σκεφτόταν να ανοίξει παρόμοιες κουβέντες.

Είναι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας που αποφάσισε να γυρίσει τη χώρα πίσω στις σκληρές ιδέες της εμφύλιας σύγκρουσης, επιλέγοντας να νοηματοδοτήσει το comeback του με όρους «στράτευσης», λες και η σημερινή χώρα τελεί υπό κατοχή.

Πρόκειται για καθαρή προβοκάτσια της προσπάθειας Μητσοτάκη, η οποία, από την εποχή του πατέρα του πρωθυπουργού, επεδίωξε να τελειώνει αυτή η χώρα με τη διάκριση μεταξύ καλών και κακών. It takes two to tango…

Υπ’ αυτό το πρίσμα, η δεξιά οφείλει να πάρει τα όπλα της, στον ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα. Για να δούμε αν είναι σήμερα σε θέση να τα χειριστεί. Αν έχει πράγματι άποψη κι αν η άποψή της μπορεί να οδηγήσει στην πρόοδο της χώρας.

Αν, τελικά, θυμάται ακόμη πως οι κοινωνίες, για να προχωρήσουν μπροστά, χρειάζονται επιχειρήματα, πειστικά και ξεκάθαρα και ότι η πολιτική και οι πολιτικοί δεν κρίνονται μόνον από τις ικανότητες κατανομής των κρατικών πλεονασμάτων κατ’ αναλογίαν των παρατηρήσεων που κάνουν οι ειδικοί των focus groups και άλλων υπέροχων όπλων δολίευσης των παραπονεμένων. Οι πολιτικοί πρέπει να απευθύνονται με ευθύ τρόπο στις δυνάμεις που πράγματι επηρεάζουν τα ρεύματα της κοινής γνώμης.