Μια ενδιαφέρουσα (και απαρατήρητη) σύγκλιση Γαλλίας - Ελλάδας

«Ένα βασικό πεδίο διαφοροποίησης είναι η οικονομική πολιτική. Ο Macron συχνά προωθεί πιο φιλόδοξες ευρωπαϊκές μεταρρυθμίσεις και μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, ενώ ο Μητσοτάκης δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη δημοσιονομική σταθερότητα και στις μεταρρυθμίσεις σε εθνικό επίπεδο.»

Μάλλον διπλωματική παρά τεχνική και χωρίς ορθό νόημα είναι η ως άνω απάντηση της ΤΝ (ChatGPT) όταν ζητάς να σου γράψει «τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας μεταξύ Macron και Μητσοτάκη».

Σε τελευταία ανάλυση δεν είμαστε «ίσα κι όμοια». Η εθνική αποταμίευση, δηλαδή το ποσοστό από το ετήσιο εισόδημα, της Γαλλίας, που πηγαίνει σε επενδύσεις και δεν καταναλώνεται είναι γύρω στο 25%. Ένα σε κάθε τέσσερα ευρώ πιάνει τόπο και δημιουργεί νέο εισόδημα στα επόμενα χρόνια.

Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό είναι κάπου μεταξύ 10-14%. Αν θέλουμε να επενδύσουμε, πρέπει να δανειστούμε, προφανώς από το εξωτερικό, αφού οι Έλληνες ελάχιστα χρήματα εμπιστεύονται στο κράτος τους αγοράζοντας τα ομόλογα χρέους που εκδίδει κάθε τόσο. Συγκεκριμένα μόλις το 30%, δηλαδή ένα σε κάθε τρία ευρώ και τα δύο από αυτά είναι σχεδόν «υποχρεωτικό», με την έννοια ότι οι τράπεζες βάζουν σε ελληνικά ομόλογα τα ταμειακά τους διαθέσιμα.

Αντιθέτως, οι Γάλλοι εμπιστεύονται πολύ περισσότερο (σε ποσοστό σχεδόν 46%) τα κρατικά ομόλογά τους. Αλλά και το υπόλοιπο του γαλλικού χρέους, που είναι σε χέρια μη-κατοίκων, είναι περιζήτητο, κι ας σωρεύει, ειδικά τα τελευταία χρόνια, ελλείμματα η Γαλλική Δημοκρατία. Καθόλου τυχαία, η Γαλλία έχασε το άριστο βαθμό αξιολόγησης (ΑΑΑ από την S&P) το 1975, λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπισε με την τότε πετρελαϊκή κρίση. Καθόλου τυχαία επίσης, η αξιοπιστία του γαλλικού κράτους είναι τώρα στο Α+, αρκετά, (τέσσερα συγκεκριμένα) σκαλοπάτια κάτω από το άριστα.

Εμείς είμαστε άλλα τρία σκαλοπάτια παρακάτω (ΒΒΒ στην S&P) και σε ακόμη χειρότερη κατηγορία αξιοπιστίας. Κάτι που, ειρήσθω εν παρόδω, δεν νοιάζει καθόλου τους ανεύθυνους της αντιπολιτεύσεως (αλλά κρυφίως και ορισμένοι της συμπολιτεύσεως), οι οποίοι ζητούν από τον Μητσοτάκη να αδιαφορήσει για το χρέος. Σου λένε: αφού τα πολλά τα χρωστούμε στους χαζο-ευρωπαίους, που μας τα έδωσαν για να διασωθούμε, μέχρι να τους τα ξεπληρώσουμε κάποιον θα βγάλουμε πρωθυπουργό να καταργήσει το χρέος «με ένα νόμο κι ένα άρθρο».

Σας έκανα όλη αυτή τη μακρά εισαγωγή, απαραίτητη κατά τη γνώμη μου, για να ξέρουμε ότι μπορούμε να συνεννοηθούμε, καθώς μεταξύ άλλων πολλών ωραίων που συνέβησαν κατά την πυκνή και σημαντική επίσκεψη Μακρόν στην Αθήνα, με εντυπωσίασε ένα σημείο συμφωνίας, που σίγουρα δεν εντυπωσίασε την Τεχνητή Νοημοσύνη, αφού δεν το αναφέρει καθόλου.

Και οι δύο χώρες ζητούν να επιμηκυνθεί η περίοδος αποπληρωμής των δανείων που συνήψε η Ευρωπαϊκή  Ένωση μετά την πανδημία και τα μοίρασε στα κράτη μέλη με το Ταμείο Ανάκαμψης. «Τι έννοια έχει να μειώνουμε για τα επόμενα έξι χρόνια τον κοινοτικό προϋπολογισμό όταν υπάρχει τόσο ισχυρή ζήτηση για τα ευρωπαϊκά ομόλογα;» αναρωτήθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ο Εμανουέλ Μακρόν είχε ήδη χαρακτηρίσει «ανόητη» την απαίτηση ορισμένων (το οποίο βεβαίως είναι εκείνο που είχε συμφωνηθεί) να ξεκινήσει άμεσα η αποπληρωμή των χρεών. «Ας επιμηκύνουμε το χρέος κι ας εκδώσουμε νέο χρέος», είπε με γαλλική αθωότητα.

Καλό είναι να σημειώσουμε ότι η συμφωνία Μακρόν-Μητσοτάκη εδράζεται και στο γεγονός ότι μιλάμε για δύο υπερχρεωμένα κράτη: η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στην πρώτη θέση μεταξύ των ευρωκρατών (του χρόνου πάμε για τη δεύτερη...) και η Γαλλία έχει ήδη ανέβει στην τρίτη.

Προσωπικά πίστευα πάντοτε ότι η Ευρώπη πρέπει να δανείζεται «στο όνομα της Ευρώπης» όπως συμβαίνει με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ. Αυτό είναι το σωστό. Μόνον που για να γίνει αυτό θα πρέπει να έχουμε φτιάξει μιαν ενιαία αγορά κεφαλαίων και άλλα πολλά «ενιαία» τα οποία δεν έχουμε ακόμη. Και σίγουρα δεν θα τα έχουμε για πολύν καιρό ακόμη. Σκεφτείτε πως ενώ ήδη υπάρχει σημαντική σύγκλιση για το ξεκίνημα κοινής αμυντικής πολιτικής, τα κράτη, για την ώρα, κάνει το καθένα ξεχωριστούς υπολογισμούς και βάζει, το καθένα, τα χρήματα από την τσέπη του.

Έχουμε πολύν δρόμο μπροστά μας μέχρις ότου επιτευχθεί η αιτούμενη σύγκλιση, αλλά είναι ενθαρρυντικό ότι το συζήτησαν οι δύο ηγέτες. Πού θα πάει, θα το καταλάβει και το «ΑΙ»...