Η επικείμενη μείωση του πληθωρισμού

Σε πολύ μεγάλο βαθμό, το πρόβλημα της ακρίβειας των τελευταίων τριών και κάτι μηνών, έχει να κάνει με τις τιμές πετρελαίου, οι οποίες με τη σειρά τους συνδέονται με τη σύγκρουση του Ιράν.

Η υποχώρηση των τιμών πετρελαίου θα οδηγήσει σε μείωση του δείκτη τιμών καταναλωτή. Η μείωση του ετήσιου ρυθμού, αυτό που συνήθως μετράμε ως πληθωρισμό, θα πάρει μερικούς –όχι πολλούς- μήνες. Αντιθέτως, η εξέλιξη από τον ένα μήνα στον επόμενο θα δείξει ταχεία αποκλιμάκωση αλλά εξαιρείται από τις αναφορές μας.

Ο δεύτερος, δηλαδή ο μηνιαίος πληθωρισμός θα είναι, αρνητικός πιθανότατα ήδη από τον τρέχοντα μήνα, βοηθούμενος από δύο βασικές εξελίξεις. Λόγω καλοκαιριού, η πορεία των φρέσκων τροφίμων είναι έντονα καθοδική και, αν δεν υπήρχε η τεράστια αύξηση της ζήτησης λόγω τουρισμού και διακοπών, θα είχαμε πλήρη κατάρρευση τιμών σε πολλά φρέσκα προϊόντα διατροφής. Κατάρρευση βεβαίως υπάρχει, αλλά την υφίστανται κατά κύριο λόγο οι αγρότες και καλλιεργητές αλλά όχι το εμπόριο και η εστίαση.

Στην συγκράτηση των τιμών σπουδαίο ρόλο θα παίξει και η τριμερής συμφωνία που έγινε μεταξύ των βιομηχανιών, των σούπερ μάρκετ και του αρμόδιου υπουργείου, ώστε να «παγώσουν» τις τελικές τιμές τους «στο ράφι».

Η σχετική συμφωνία στηρίζεται σε δύο πραγματικότητες. Η μια πραγματικότητα, σημαντική, είναι ότι η αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών και εκείνων των πρώτων υλών σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει ανακόψει τις αυξητικές πιέσεις στη βιομηχανία. Το ίδιο ισχύει για το κόστος εργασίας, το οποίο έχει πλέον απορροφηθεί στην τιμολόγηση των προϊόντων.

Η δεύτερη πραγματικότητα είναι ισχυρότερη. Γνωρίζουμε πως η παγκόσμια κρίση πληθωρισμού είχε πρακτικά εξαντληθεί προτού μπούμε στην αναπάντεχη τελευταία φάση λόγω της ανόδου τιμών των πετρελαϊκών προϊόντων, που προκάλεσα οι πολεμικές επιχειρήσεις. 

Όμως, ο πλέον ουσιαστικός λόγος που οδήγησε στην εξάντληση των πληθωριστικών πιέσεων είναι η κάμψη της ζήτησης των καταναλωτών. Η αρνητική ψυχολογία που προκάλεσε ο πόλεμος βοήθησε σε αυτό, κυρίως όμως εξαντλήθηκαν τα εισοδηματικά περιθώρια των καταναλωτών.

Στην Ελλάδα ακόμη και αυτή η προσαρμογή καθυστέρησε, συγκριτικά προς τις άλλες κύριες χώρες της Ευρωζώνης. Πρώτον, γιατί η οικονομία των χωρών αυτών βρίσκεται σε σχετική ύφεση ενώ η δική μας κινείται αυξητικά με διαφορά κοντά στις 2 ποσοστιαίες μονάδες. Το αντίστροφο είχε συμβεί στα έτη 2015-2017.

Δεύτερον, η ελληνική οικονομία υποφέρει ακόμη από την υψηλή δαπάνη όσων έχουν εισοδήματα από μαύρη επιχειρηματικότητα ή/και εργασία. Επιπλέον, για το ένα τρίτο του έτους, οι τουρίστες συνεισφέρουν, άθελά τους, στην ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, λόγω της αυξημένης δικής τους καταναλωτικής δαπάνης.

Κλείνω με το πολυσυζητημένο θέμα των ειδικών φόρων στις βενζίνες. Η εμπειρία της υποστηρικτικής ρύθμισης στην τιμή του πετρελαίου κίνησης δεν ήταν θετική. Παρόλο που το κράτος κατήργησε πλήρως των ειδικό φόρο και επιπλέον επιδότησε την τιμή του, η αγορά δεν επωφελήθηκε όσο θα περίμενε κανείς να συμβεί.

Αντιθέτως, στις χώρες της Ευρωζώνης η μείωση των ειδικών φόρων στα καύσιμα, την οποία έκαναν οι περισσότερες από αυτές, πέρασε και στις τιμές των βενζινών αλλά και στο γενικό επίπεδο τιμών.

Φαίνεται εύκολα στα δύο διαγράμματα. Στο πρώτο, η 95άρα βενζίνη πριν τους φόρους (σε ευρώ ανά χιλιόλιτρο), δηλαδή οι τιμές που προσφέρουν τα ελληνικά διυλιστήρια, είναι ελαφρώς κατώτερες των αντίστοιχων ευρωζωνικών, όπως συνήθως. Στο δεύτερο διάγραμμα, ενώ οι τιμές μαζί με τους φόρους είναι όπως συνήθως χαμηλότερες στην Ευρωζώνη, κυρίως λόγω των μικρότερων ειδικών φόρων και ΦΠΑ, δημιουργήθηκε ψαλίδα η οποία άνοιξε γρήγορα αλλά σε βάρος του Έλληνα καταναλωτή. Τα μέτρα στην ευρωζώνη έπιασαν τόπο.

Θα συνέβαινε και σε εμάς το ίδιο; Είναι πολύ αμφίβολο. Είναι πιθανότερο ότι, όπως συνέβη στην περίπτωση του πετρελαίου κίνησης, μέρος του φορολογικού κέρδους θα πήγαινε στην «τσέπη» παραγωγών και μεσολαβητών. Δεν γνωρίζουμε όμως πως ακριβώς θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, ούτε αν θα συνέβαινε τόσο ώστε να συνεχίζει η κυβέρνηση να κατηγορεί συλλήβδην τους παράγοντες της αγοράς για κερδοσκοπία και αισχροκέρδεια.

Εφόσον η συμφωνία βιομηχάνων, σουπερμαρκετάδων και κυβέρνησης ευοδωθεί στους φθινοπωρινούς μήνες, η κυβέρνηση θα πρέπει να μειώσει την υπερβολική φορολόγηση των καυσίμων. Κάποτε πρέπει να εμπιστευθεί τον οργανωμένο επιχειρηματικό κόσμο της χώρας της και να ρίξει το βάρος στον καλύτερο έλεγχο επί των εμπορικών κυκλωμάτων. 

Ίσως, μάλιστα, θα πρέπει να το κάνει πριν τις επικείμενες εκλογές ή και λόγω της πρόωρης διεξαγωγής τους. Έχει καταντήσει «κουτό» να εξαρτάται η πολιτική κατάσταση από τους φόρους στα καύσιμα, που έβαλαν οι κυβερνήσεις (κυρίως ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ) λόγω της δημοσιονομικής κρίσης όταν η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ διαβεβαιώνει ότι έχουμε πλέον αφήσει πίσω μας τον κίνδυνο δημοσιονομικής ανισορροπίας. Δεν μπορεί να ισχύουν όλα μαζί και ταυτόχρονα.