Πριν λίγες ημέρες, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (ΣΕΒ) παρουσίασε ειδική μελέτη που ετοίμασε το ΙΟΒΕ με θέμα «Παραγωγικότητα και Ανάπτυξη». Με αυτή την αφορμή, ο Σπύρος Θεοδωρόπουλος, πρόεδρος του ΣΕΒ, υπενθύμισε τις σκέψεις του. Τις υπενθυμίζω:
«Για τη χαμηλή παραγωγικότητα δεν ευθύνονται οι εργαζόμενοι. Ευθύνη έχουν τόσο οι επιχειρήσεις όσο και η Πολιτεία. Οι επιχειρήσεις πρέπει να επενδύσουν περισσότερο, να καινοτομήσουν, να μεγαλώσουν και να αξιοποιήσουν νέες τεχνολογίες. Και η Πολιτεία πρέπει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον που θα στηρίζει την παραγωγή, τις επενδύσεις, τις δεξιότητες, τη χρηματοδότηση, την ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και τη μείωση της γραφειοκρατίας. Μόνο έτσι μπορούμε να πετύχουμε διατηρήσιμη ανάπτυξη και καλύτερο επίπεδο ζωής για όλους».
Τα κόμματα γύρισαν το κεφάλι από την άλλη πλευρά και συνέχισαν στην αμεριμνησία με την οποία αντιμετωπίζουν το σπουδαιότερο στοίχημα της χώρας, τη βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας, στα αμέσως επόμενα χρόνια, αν εξαιρέσει κανείς τα ζητήματα της άμυνας.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε την ευκαιρία να εξηγήσει το μεγάλο στοίχημα στους συνέδρους της Νέας Δημοκρατίας, αλλά το απέφυγε λέγοντας ωστόσο όλα όσα εξαρτώνται από αυτόν τον ευαίσθητο δείκτη αποδοτικότητας της δουλειάς μισθωτών και επιχειρηματιών. Κρίνετε μόνοι σας από το σχετικό απόσπασμα της ομιλίας του στη λήξη:
«Πρώτη προτεραιότητα η ευημερία. Οι μακροοικονομικές επιτυχίες να μπορούν να φτάσουν σε όλους. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να μπορούμε να συντηρήσουμε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να εξακολουθούμε να προσελκύουμε επενδύσεις. Μόνο αυτή η στρατηγική, δεν υπάρχει άλλη, μπορεί να μετατρέψει τα καλά οικονομικά δεδομένα σε καλύτερους μισθούς, σε καλύτερες συντάξεις».
Το πόσο συναρτημένη είναι η ευημερία, δηλαδή οι μισθοί και τα κέρδη, από την πρόοδο της παραγωγικότητας φαίνεται από τα στοιχεία. Στην πρώτη φάση της Ελλάδας εντός Ευρωζώνης ευρώ, 2000-2008, η παραγωγικότητα (σύνολο της οικονομίας) αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό 5,4% και ο μέσος μισθός αυξήθηκε κατά 5,7%. Στην περίοδο της βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης, 2009-2016 σημειώθηκε υποχώρηση κατά -3,4% της παραγωγικότητας και μείωση του μισθού κατά -3,9%. Στην περίοδο ανάκαμψης, 2017-2024 τα αντίστοιχα νούμερα είναι 1,9% και 1,5%.
Το δυσάρεστο είναι ότι τα κέρδη παραγωγικότητας της περιόδου που διανύουμε οφείλονται κατά μείζονα βαθμό στην συμπερίληψη πολλών περισσότερων εργαζομένων, δηλαδή στη μειώση της ανεργίας και λιγότερο στην αύξηση των επενδύσεων ή/και τη βελτίωση των παραγωγικών μεθόδων. Οι παραδοσιακοί κλάδοι συνεχίζουν να ορίζουν κατά το μεγαλύτερο μέρος το αποτέλεσμα της οικονομίας. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να καθορίζουν το προφίλ της εργασίας μας και την αποδοτικότητά της.
Με αποτέλεσμα η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα να είναι χαμηλότερη κατά 44% έναντι του μέσου όρου της Ευρώπης των 27. Ακόμη και στο πολύ παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας (επιχειρήσεις με 50-250 εργαζομένους) η παραγωγικότητα είναι χαμηλότερη κατά 31%.
Αυτό που μας λείπει κατά κύριο λόγο είναι το μέγεθος του κεφαλαίου. Στην ενδιαφέρουσα μέτρηση του ΙΟΒΕ (σελ. 24) μέτρησαν το «απόθεμα παγίου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο» δηλαδή πόσα «μέσα» έχει ο εργαζόμενος για να κάνει τη δουλειά του στην Ελλάδα, έναντι του μέσου ευρωπαίου και βρήκαν ότι η Ευρώπη-27 έχει 2,3 φορές περισσότερα, δηλαδή πολύ μεγαλύτερο επενδεδυμένο κεφάλαιο.
Με τέτοια επιχειρηματική υστέρηση, δηλαδη με τόσο χαμηλότερου επιπέδου καπιταλισμό, είναι αναμενόμενο ότι και η παραγωγικότητα θα είναι χαμηλή και οι μισθοί θα είναι ανεπαρκείς. Ειδικά όταν συνυπάρχουμε με τους Ευρωπαίους εργαζομένους σε μια ενιαία αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, που σημαίνει ότι, σταδιακά, οι τιμές συγκλίνουν, προφανώς προς την ακριβότερη αγορά. Κι επειδή ακριβότερη αγορά είναι κατά κανόνα εκείνη που προσφέρει υψηλότερες αμοιβές, οι μισθωτοί της χώρας μας υποφέρουν περισσότερο. Ειδικά όταν περνούν από πάνω τους, το ένα μετά το άλλο, κύματα ακρίβειας.
Για να μη σας κουράζω περισσότερο, κρατήστε τα παρακάτω στοιχεία για να κατανοούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο τη συζήτηση που ευχαρίστως κάνουν οι πολιτικοί, ιδίως των αντιπολιτεύσεων, όταν λαϊκίζουν με το πόσο χαμηλή είναι η «αγοραστική δύναμη του μέσου εισοδήματος» στην Ελλάδα.
Η παραγωγικότητα (2024) ανά Ελληνα εργαζόμενο με μέσο όρο Ευρώπης-27 το 100, ήταν μόλις στο 54. Χειρότερα από εμάς είναι η Βουλγαρία (29), Ρουμανία (41) και Πολωνία (50) και καλύτερα, μεταξύ πολλών άλλων, η Σλοβακία (62), Ισπανία (91), Σουηδία (135) και Δανία (154).
Τώρα που ξέρετε πόσο δρόμο έχουμε ακόμη μέχρις ότου κάνουμε την χώρα μας καλύτερη για τους ανθρώπους της, να εμπιστεύεστε λιγότερο τους πολιτικούς που υπόσχονται προεκλογικά «θαύματα».
