Εσωτερική λιτότητα ίσον δυσαρέσκεια στην κάλπη

Οι τιμές των καυσίμων, κάθε είδους, (βενζίνες, πετρέλαια, κηροζίνη αεροπλάνων, φυσικό αέριο) είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο ο πληθωρισμός επιμένει ανοδικά, με αποτέλεσμα να συνεχίζεται η χειροτέρευση του εισοδηματικού φαινομένου της ακρίβειας.

Πρόκειται για μια νέα φάση ακρίβειας, που ξεκίνησε τον Μάρτιο, όταν έγιναν οι πρώτοι βομβαρδισμοί επί του Ιράν, και συνεχίζεται για πέντε μήνες. Επ’ αυτής της ήδη κρίσιμης κατάστασης, η καταστροφή εγκαταστάσεων σε χώρες του Κόλπου, έκανε τα πράγματα πολύ χειρότερα αφού περιόρισε δραστικά τις δυνατότητες τροφοδοσίας των οικονομιών με διυλισμένα καύσιμα.

Κι ως να μην έφταναν αυτά, τα ουκρανικά πλήγματα επί ρωσικών εγκαταστάσεων, μείωσαν αναπάντεχα τις ήδη περιορισμένες εξαγωγές έτοιμων προϊόντων προς τις δυτικές χώρες.

Συνδυαστικά, προϊόντα που απαιτούν σημαντικές ποσότητες αερίου για την παραγωγή τους, όπως είναι η ουρία για τα γεωργικά λιπάσματα, είδαν τις τιμές τους να εκτοξεύονται ή, ακόμη χειρότερα, να λείπουν από τους παραγωγούς, με σοβαρές επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων.

Αντιμετωπίζουμε λοιπόν ένα ακόμη κύμα ακρίβειας απολύτως εισαγόμενο. Προφανώς, τα πράγματα καθίστανται χειρότερα επειδή η ελληνική οικονομία είναι ευαίσθητη σε παρόμοιες ανατιμήσεις, κυρίως λόγω του μεταφορικού κόστους και της εξάρτησης σε σημαντικό βαθμό από το φυσικό αέριο στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Το «πακέτο» είναι απογοητευτικό.

Μόνον για τη βενζίνη αυτοκινήτων ο ένας μήνας μετά τον άλλο (όχι ο ετήσιος ρυθμός) εμφανίζει σημαντικές αυξομειώσεις. Τον Μάρτιο, η τιμή της βενζίνης αυξήθηκε κατά 11,4% έναντι Φεβρουαρίου. Τον επόμενο μήνα η αύξηση ήταν 6%.Τον Μάιο «περιορίστηκε» σε 2,3% και τον Ιούνιο εμφάνισε μείωση κατά 6%. Τον Ιούλιο θα έχουμε νέα ανατίμηση.

Στο πετρέλαιο η εικόνα είναι πιο μπερδεμένη, καθώς ο δείκτης τιμών δεν αντανακλά την πραγματικότητα επειδή το κράτος επιδότησε απευθείας τους χρήστες.

Με αυτά και με τα άλλα, το ζητούμενο είναι ένα και είναι σημαντικό. Τα καύσιμα περνούν τον πυρετό της ανόδου τιμών σε ολόκληρη την οικονομία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο λεγόμενος «πυρήνας πληθωρισμού», που δεν περιλαμβάνει καύσιμα και φρέσκα προϊόντα (φρούτα κ.λπ.) κινείται συνεχώς με ετήσιο ρυθμό μεταβολής άνω του 3%, ενώ το 2023 είχε κάνει ένα άλμα στο 5%.

Η κυβέρνηση αντιτείνει πως τα εισοδήματα ακολουθούν. Αυτό ισχύει μόνον εν μέρει και, το χειρότερο, δεν αποτελεί «λύση» στο πρόβλημα της ακρίβειας. Όσο τα εισοδήματα ενσωματώνουν, προσαρμοζόμενα στον τιμάριθμο, τις πληθωριστικές πιέσεις, τόσο χειρότερη γίνεται η ακρίβεια.

Επειδή, επιπλέον, η ελληνική οικονομία μεγενθύνεται ταχύτερα από τις μεγάλες οικονομίες της Eυρωζώνης συντηρείται ρυθμός ανόδου υψηλότερος από εκείνον που θα εξυπηρετούσε την άμυνα των νοικοκυριών έναντι της ακρίβειας.

Όλα τα παραπάνω αντανακλώνται πλήρως στην ταχύτατη άνοδο του ειδικού δείκτη τιμών υπηρεσιών, ο οποίος συνεχίζει να αυξάνεται με ρυθμό πέριξ του 5%. Για μιαν οικονομία, όπως η ελληνική, που έχει έναν τόσο μεγάλο τομέα υπηρεσιών, παρόμοια άνοδο τιμών καθίσταται αντιπαραγωγική.

Είναι σαφές, όπως σημείωνα τις προάλλες, ότι ο μόνος δρόμος για τον περιορισμό των πληθωριστικών πιέσεων είναι η μείωση των περιθωρίων κέρδους από την πλευρά των επιχειρήσεων. Αυτό θα συμβεί μόνον υπό μια προϋπόθεση: να μειωθεί η ζήτηση. Προφανώς, η εσωτερική ζήτηση γιατί η εισαγόμενη, μέσω του τουρισμού και των εξαγωγών, ούτε πρόκειται να μειωθεί, ούτε θα ήταν χρήσιμο για την μεγάλη εικόνα της οικονομίας

Που σημαίνει, πρακτικά, ότι ο σταδιακός περιορισμός των πληθωριστικών πιέσεων θα είναι αποτέλεσμα εσωτερικής λιτότητας. Καθόλου ευχάριστη κατάσταση για τους πολίτες/καταναλωτές/επιχειρήσεις, που δεν θα παραλείψουν να περάσουν τη δυσαρέσκειά τους στην πρώτη κάλπη που θα βρουν μπροστά τους.