Μετεκλογικά σενάρια

Κάποιοι ενδεχομένως μετρούν την ελληνική πραγματικότητα μέσα από το πρίσμα της οικονομικής τους ισχύος. Η Ελλάδα, όμως, όσο κι αν παρουσιάζει θεσμικές υστερήσεις σε σχέση με τις δυτικές δημοκρατίες, δεν είναι επαρχία ούτε της Αλβανίας, ούτε της Ρωσίας και, πολύ περισσότερο, ούτε της Τουρκίας.

Από την περίοδο των υποκλοπών και της τραγωδίας των Τεμπών, ένα σενάριο που επανέρχεται επίμονα είναι αυτό της αλλαγής πρωθυπουργού χωρίς να αλλάξει ο προσανατολισμός της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Ενόψει των εκλογών, το σενάριο επανέρχεται, καθώς, με βάση τις δημοσκοπήσεις, η αυτοδυναμία μοιάζει λιγότερο πιθανή.

Το θέμα ανέδειξε χθες στο προσκήνιο ο αντιπρόεδρος της ΝΔ Άδωνις Γεωργιάδης. Σύμφωνα με τις δηλώσεις του, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας της Νέας Δημοκρατίας με ένα πιθανό κόμμα του Αντώνη Σαμαρά, έθεσε όμως μία σαφή και αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση: πρωθυπουργός πρέπει να παραμείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Συγκεκριμένα ανέφερε:

«Εφόσον ο ελληνικός λαός επιλέξει το κόμμα του κ. Σαμαρά να είναι στη Βουλή, προφανώς θα μιλάγαμε και με τον Σαμαρά για πιθανή μετεκλογική συνεργασία, αλλά εάν ο όρος είναι "με άλλον πρωθυπουργό", αυτό δεν μπορεί να γίνει».

Παράλληλα:

δήλωσε ότι θεωρεί πιθανή την ίδρυση νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά,

αναγνώρισε ότι ένα τέτοιο κόμμα «προφανώς κάτι θα μας κόψει» από τη συντηρητική εκλογική βάση και ενδεχομένως να στερήσει από τη ΝΔ την αυτοδυναμία,

δεν απέκλεισε, ωστόσο, πολιτικό διάλογο μετά τις εκλογές, εφόσον δεν τεθεί θέμα αλλαγής πρωθυπουργού.

Οι περισσότερες πρόσφατες δημοσκοπήσεις καταγράφουν ότι ένα κόμμα Σαμαρά θα αντλούσε ψήφους κυρίως από τα κόμματα που βρίσκονται δεξιότερα της ΝΔ, αλλά και από την ίδια. Αυτό απομακρύνει το ενδεχόμενο της αυτοδυναμίας ακόμη περισσότερο.
Τα κόμματα δεξιότερα της ΝΔ στις εκλογές του 2023 συγκέντρωσαν περίπου 13% αθροιστικά όσα εισήλθαν στη Βουλή και περίπου 17% αν προστεθούν και εκείνα που έμειναν εκτός.

Η Πολιτική Άνοιξη, το προηγούμενο εγχείρημα του Αντώνη Σαμαρά μετά τη ρήξη του με τη Νέα Δημοκρατία, συμμετείχε σε δύο εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις. Στις εκλογές του Οκτωβρίου 1993, στην πρώτη της συμμετοχή, έλαβε 336 χιλιάδες ψήφους, ποσοστό 4,88%, και εξέλεξε 10 βουλευτές.

Το αποτέλεσμα θεωρήθηκε ιδιαίτερα ισχυρό για ένα νεοσύστατο κόμμα, καθώς είχε ιδρυθεί μόλις λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, μετά την αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία.

Τρία χρόνια αργότερα, στις εκλογές του 1996, η Πολιτική Άνοιξη έλαβε 199 χιλιάδες ψήφους και ποσοστό 2,94%, μένοντας εκτός Βουλής.

Στην περίπτωση που στις επόμενες εκλογές ένα πιθανό κόμμα Σαμαρά λάβει ποσοστό κάτω του 3%, θα αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των ψήφων που θα μείνουν εκτός Βουλής, πιθανότατα πάνω από το 10%, μειώνοντας το όριο της κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας στην περιοχή του 36%-37%.

Αν η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωνε σήμερα ποσοστό κοντά στο 35%, το σενάριο της αυτοδυναμίας θα ήταν ιδιαίτερα ισχυρό. Οι περισσότερες δημοσκοπήσεις, όμως, τη φέρνουν κοντά στο 30%, γεγονός που καθιστά το εγχείρημα αρκετά δυσκολότερο, ακόμη και αν η συσπείρωσή της αυξηθεί.

Στην περίπτωση που η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώσει περίπου 30% και το κόμμα Σαμαρά περίπου 8%, η πρώτη θα μπορούσε να εκλέξει περίπου 125-130 βουλευτές και το δεύτερο 20-25. Αντίστοιχο αριθμό εδρών θα μπορούσε να διεκδικήσει και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται υπό δημοσκοπική πίεση.

Μοιραία, μετά τις εκλογές, θα χρειαστεί να απαντηθεί το ερώτημα ποιος θα συγκυβερνήσει με ποιον και με ποιους όρους.
Ένας παλιός έμπορος έλεγε πως στην πολιτική, το πιο ακριβό εμπόρευμα είναι η αυτοδυναμία. Όταν τη χάσεις, αρχίζει το παζάρι. Και στο παζάρι, όπως ξέρει όποιος έχει πατήσει σε λαϊκή, δεν μετράει τι αξίζεις. Μετράει τι ζητάει ο απέναντι

Δύο διαφορετικές κατευθύνσεις διακυβέρνησης

Μια πιθανή συγκυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ θα είχε ως σημείο αναφοράς τον κεντρώο προσανατολισμό, με μεγαλύτερη έμφαση στη συναίνεση, στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και στη στενή ευθυγράμμιση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές.

Αντίθετα, μια συνεργασία ΝΔ–κόμματος Σαμαρά θα αναμενόταν να μετατοπίσει το κυβερνητικό στίγμα δεξιότερα, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στην ασφάλεια, στον περιορισμό της παράτυπης μετανάστευσης, στην εθνική κυριαρχία, στη μείωση της φορολογίας και σε μια αυστηρότερη στάση στα ελληνοτουρκικά.

Και τα δύο σενάρια θα διατηρούσαν φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά με διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικό βαθμό έμφασης στα οικονομικά, στα κοινωνικά και στα εθνικά ζητήματα.