ΔΝΤ για ελληνικές τράπεζες: Μεγάλα «ανοίγματα» δανείων και αναβαλλόμενος φόρος τα σημαντικότερα ρίσκα

ΔΝΤ για ελληνικές τράπεζες: Μεγάλα «ανοίγματα» δανείων και αναβαλλόμενος φόρος τα σημαντικότερα ρίσκα

Το σημαντικό «άνοιγμα» που έχουν οι ελληνικές τράπεζες στα μεγάλα επιχειρηματικά δάνεια και οι ενδεχόμενες επιπλοκές που μπορούν να προκύψουν από τον αναβαλλόμενο φόρο σε ένα σενάριο ύφεσης είναι τα μεγαλύτερα ρίσκα που αντιμετωπίζει ο κλάδος στη χώρα μας, όπως σημειώνει το ΔΝΤ στην πρόσφατη έκθεσή του για το χρηματοπιστωτικό σύστημα στη χώρα μας.

Αντοχή των συστημικών τραπεζών

Οι αναλυτές του Ταμείου «έτρεξαν» stress test για τις ελληνικές τράπεζες, εξετάζοντας δύο δυσμενή μακροοικονομικά σενάρια.

  • Το υφεσιακό σενάριο προβλέπει σωρευτική πτώση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 8,4% στα πρώτα δύο χρόνια, αύξηση της ανεργίας στο 15,5% και πτώση του πληθωρισμού κοντά στο μηδέν.
  • Το γεωπολιτικό σενάριο — που αντικατοπτρίζει μια παρατεταμένη κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή — συνδυάζει σωρευτική ύφεση 6,8% με επιτάχυνση του πληθωρισμού στο 4,9% και ταυτόχρονη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.

Το Ταμείο σημειώνει πως οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της χώρας μας παραμένουν πάνω από τα εποπτικά όρια κεφαλαιακής επάρκειας και στα δύο δυσμενή σενάρια.

Στο υφεσιακό σενάριο, ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας CET1 των τραπεζών υποχωρεί 1,4 ποσοστιαίες μονάδες, οδηγούμενος από την αύξηση των επισφαλειών, τη μείωση των εσόδων από προμήθειες και τις ζημιές από αγορές.

Στο γεωπολιτικό σενάριο, η πτώση περιορίζεται στις 0,7 μονάδες, χάρη στα ευνοϊκά επιτόκια που στηρίζουν τα καθαρά έσοδα από τόκους.

Η μεγάλη έκθεση στις εγχώριες επιχειρήσεις

Το Ταμείο υποστηρίζει πως χρειάζεται περαιτέρω παρακολούθηση των μεγάλων εταιρικών ανοιγμάτων που έχουν οι τράπεζες, καθώς το εγχώριο τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει σημαντικούς κινδύνους συγκέντρωσης λόγω της έκθεσής του σε εγχώριες επιχειρήσεις.

Όπως σημειώνει το Ταμείο, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες της Ελλάδας «κατέχουν σχεδόν το σύνολο των εκκρεμών τραπεζικών πιστώσεων των 10 κορυφαίων μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένων των μακροπρόθεσμων δανείων, των πιστωτικών ορίων και άλλων μέσων».

Συνεχίζοντας, η έκθεση αναφέρει πως τα 10 μεγαλύτερα κοινά «ανοίγματα» στις συστημικές τράπεζες ανέρχονται σε 121,6% (μεικτά) και 81% (καθαρά) επί του κεφαλαιακού δείκτη Tier 1, πριν και μετά τη λήψη μέτρων μετριασμού του πιστωτικού κινδύνου CRM — στρατηγικές που υιοθετούν οι δανειστές για την ελαχιστοποίηση των πιθανών ζημιών από την αθέτηση υποχρεώσεων ενός δανειολήπτη και μπορούν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τεχνικές όπως η δημιουργία προβλέψεων, η εξασφάλιση με εγγυήσεις και η προσφυγή σε πιστωτικά παράγωγα.

Επιπλέον, το Ταμείο αναφέρει χαρακτηριστικά πως «όσον αφορά τις εκθέσεις σε επιχειρήσεις, οι ελληνικές τράπεζες φαίνεται να εκτίθενται σε κινδύνους φερεγγυότητας με υψηλό βαθμό συσχέτισης· η πτώση ενός ή περισσότερων από αυτούς τους μεγαλύτερους εταιρικούς δανειολήπτες σε κατάσταση δυσχέρειας θα μπορούσε να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα».

Για την αντιμετώπιση του ζητήματος, το ΔΝΤ ζητά να ενισχυθεί περαιτέρω η παρακολούθηση των μεγάλων εταιρικών ανοιγμάτων, μέσω της ενίσχυσης της αναλυτικής ικανότητας και της διάθεσης πρόσθετων πόρων, με σκοπό την υποστήριξη της έγκαιρης αναγνώρισης και αντιμετώπισης πιθανών τρωτών σημείων για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Ο αναβαλλόμενος φόρος και το ρίσκο της κρατικής εμπλοκής

Ως δεύτερο ενδεχόμενο κίνδυνο για τις ελληνικές τράπεζες, το ΔΝΤ στέκεται στο ρίσκο από τον αναβαλλόμενο φόρο (DTC).

Σημειώνοντας πως η κερδοφορία των τραπεζών έχει ενισχυθεί σημαντικά από το 2022, η έκθεση υπογραμμίζει πως η ποιότητα του κεφαλαίου τους παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με τους ευρωπαϊκούς ομολόγους τους, «λόγω των πιστώσεων αναβαλλόμενου φόρου (DTC), οι οποίες αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% του κεφαλαίου CET1».

Όπως αναφέρει το ΔΝΤ, το υψηλό μέγεθος των απαιτήσεων των DTC — περίπου €11,45 δισ. — «υπερεκτιμά την υποκείμενη φερεγγυότητα των ελληνικών τραπεζών».

«Οι DTC ενισχύουν τη σύνδεση μεταξύ κράτους και τραπεζών λόγω της πιθανής κρατικής εισφοράς κεφαλαίου, η οποία θα αποδυνάμωνε τη θέση των ιδιωτών επενδυτών», προσθέτει η έκθεση, υπενθυμίζοντας πως με βάση τις τρέχουσες εκτιμήσεις τα DTC θα έχουν αποσβεστεί πλήρως έως το 2031-33, σε αντίθεση με το 2041 που προβλέπει το ισχύον νομικό χρονοδιάγραμμα απόσβεσης.

Η σύσταση του Ταμείου για το ζήτημα είναι να «επιταχυνθεί η νομική απόσβεση των DTC, ώστε το χρονοδιάγραμμα να ευθυγραμμιστεί με το εθελοντικό πρόγραμμα για την προληπτική απόσβεση των DTC που συμφωνήθηκε μεταξύ του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) και των τεσσάρων συστημικών τραπεζών».