Νάιτζελ Φάρατζ: Γιατί παραιτήθηκε από βουλευτής για να είναι ξανά υποψήφιος
AP Photo/Thomas Krych
AP Photo/Thomas Krych

Νάιτζελ Φάρατζ: Γιατί παραιτήθηκε από βουλευτής για να είναι ξανά υποψήφιος

Μιλώντας την περασμένη εβδομάδα από τα κεντρικά γραφεία του Reform UK στο Μίλμπανκ του Λονδίνου, ο Νάιτζελ Φάρατζ ανακοίνωσε ότι παραιτείται από βουλευτής της περιφέρειας Κλάκτον, μόνο και μόνο για να διεκδικήσει εκ νέου την ίδια έδρα. Ο Φάρατζ αναφέρθηκε στις καταγγελίες που αφορούν τα οικονομικά του, επιμένοντας ότι «δεν έχει κάνει τίποτα κακό».

Ωστόσο, φαίνεται πως τα άλλα μεγάλα κόμματα δεν σκοπεύουν να κατεβάσουν υποψηφίους σε αυτό που έχει ήδη χαρακτηριστεί ως «μιντιακό τσίρκο» και «προσωπικό εγχείρημα ματαιοδοξίας». Πανεπιστημιακοί αναλύουν τα κίνητρα πίσω από την κίνησή του.

Αυτολύπηση και εγωκεντρισμός

Τιμ Μπέιλ, καθηγητής Πολιτικής, Queen Mary University of London

Σε μία από τις πιο αυτάρεσκες και γεμάτες αυτολύπηση πολιτικές δηλώσεις που έχουμε ακούσει από την εποχή που ο Μπόρις Τζόνσον προσπαθούσε διαρκώς να δικαιολογήσει τον εαυτό του το 2022, ο Νάιτζελ Φάρατζ δεν εξέπληξε κανέναν, προκαλώντας πρόωρη εκλογική αναμέτρηση με την παραίτησή του από τη βουλευτική έδρα του στο Κλάκτον. Υποστηρίζει ότι θα αντιμετωπίσει το «κατεστημένο» μέσω αυτής της αναμέτρησης, διεκδικώντας ξανά την έδρα του ώστε να «καθαρίσει το όνομά του».

Ακόμη κι αν η οργή του για την παρέμβαση των μέσων ενημέρωσης είναι ειλικρινής, το βιντεοσκοπημένο μήνυμά του έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό προσχηματικό. Δύσκολα μπορεί να υπάρξει μεγάλη συμπάθεια για έναν πολιτικό που αφενός δηλώνει πως έχει αποκτήσει τεράστια περιουσία χάρη στις παράλληλες επαγγελματικές του δραστηριότητες και αφετέρου υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να είναι ακόμη πλουσιότερος αν εγκατέλειπε το Κοινοβούλιο. Όσο για τους ισχυρισμούς του ότι η Βρετανία είναι μια «διαλυμένη», ακόμη και «κομμουνιστική» χώρα, όπου «οι άνδρες δεν μπορούν να φορούν ρολόγια και οι γυναίκες κοσμήματα στον δρόμο», πιθανότατα απευθύνονταν στο αμερικανικό κοινό. Η δε διαφήμιση των επενδυτικών του συμβουλών, που υποτίθεται ότι αποφέρουν εντυπωσιακές αποδόσεις, συνιστά κερδοσκοπία του χειρότερου είδους.

Αν και αρκετοί ψηφοφόροι στο Κλάκτον θα αντιληφθούν την υπόθεση ως αυτό που πραγματικά είναι — μια ακριβή παράσταση που μοιάζει να αποσκοπεί στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης από τις καταγγελίες εις βάρος του — δεν αμφιβάλλω ότι έχει σοβαρές πιθανότητες να κερδίσει αυτή την αναμέτρηση. Ωστόσο, τα υπόλοιπα μεγάλα κόμματα φαίνεται πως δεν θα κατεβάσουν υποψηφίους. Μια εναλλακτική θα ήταν να στηρίξουν από κοινού έναν ανεξάρτητο υποψήφιο, στα πρότυπα του Μάρτιν Μπελ το 1997, όταν ο πρώην πολεμικός ανταποκριτής νίκησε τον βουλευτή Νιλ Χάμιλτον, με τη στήριξη των Εργατικών και των Φιλελεύθερων Δημοκρατών.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι τίποτα από όλα αυτά δεν θα βοηθήσει τον Φάρατζ να αποφύγει τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Μόλις επιστρέψει στο Κοινοβούλιο, η σχετική έρευνα θα συνεχιστεί από το σημείο όπου είχε διακοπεί. Μπορεί να τρέχει, αλλά δεν μπορεί να κρυφτεί.

Ο κλασικός «φαρατζισμός»

Παρβίν Αχτάρ, ανώτερη λέκτορας Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων, Aston University

Η παραίτηση του Φάρατζ από τη βουλευτική έδρα του Κλάκτον, ακολουθούμενη από την ανακοίνωσή του ότι θα διεκδικήσει εκ νέου την εκλογή του ώστε «να αποφασίσει ο βρετανικός λαός» για το μέλλον του και όχι «τα μέσα ενημέρωσης» ή «το κατεστημένο», μπορεί να ερμηνευθεί καλύτερα μέσα από το πρίσμα αυτού που αποκαλώ «φαρατζισμό». Όπως υποστηρίζω στην πρόσφατη έρευνά μου, ο φαρατζισμός δεν είναι απλώς η πολιτική ενός ανθρώπου, αλλά ένα πολιτικό σχέδιο που παρουσιάζει τη Βρετανία ως ένα έθνος εγκλωβισμένο από πολιτικές ελίτ και δυσλειτουργικούς θεσμούς. Σε αυτό το αφήγημα, το κατεστημένο εμφανίζεται να ακυρώνει τη δημοκρατική βούληση του λαού.

Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα γύρω από τη δήλωσή του επιβεβαιώνει αυτή τη στρατηγική. Στις 12 το μεσημέρι ο Φάρατζ ανήρτησε στο Χ: «Στις 2 μ.μ. θα κάνω δήλωση για το μέλλον μου στη δημόσια ζωή». Μέσα σε δύο ώρες, η ανάρτηση είχε συγκεντρώσει περίπου 4,4 εκατομμύρια προβολές, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τη μοναδική του ικανότητα να μονοπωλεί την προσοχή και να καθορίζει την πολιτική ατζέντα.

Αντί να αφήσει τη δημόσια συζήτηση να επικεντρωθεί αποκλειστικά στις καταγγελίες εις βάρος του, επιχείρησε να παρουσιάσει την υπόθεση ως μέρος μιας ευρύτερης σύγκρουσης με τις πολιτικές και μιντιακές ελίτ. Παρουσίασε τον εαυτό του ως κάποιον που είναι διατεθειμένος να πληρώσει προσωπικό πολιτικό κόστος για αυτό που θεωρεί εθνικό συμφέρον και για την αποστολή του να «διορθώσει» μια διαλυμένη Βρετανία.

Αυτό αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του φαρατζισμού. Η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται από ζήτημα ατομικής συμπεριφοράς σε μια ευρύτερη μάχη ανάμεσα σε ένα αντισυστημικό κίνημα και ένα διεφθαρμένο κατεστημένο. Με αυτόν τον τρόπο, ο Φάρατζ ενισχύει τη λαϊκιστική διάκριση ανάμεσα στον «λαό» και σε όσους εμφανίζονται να επιχειρούν να απονομιμοποιήσουν την πολιτική του φωνή.

Το επεισόδιο δείχνει επίσης γιατί το Reform UK εξακολουθεί να ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τον ίδιο. Αν και το κόμμα έχει οργανωθεί πολύ πιο επαγγελματικά τα τελευταία χρόνια, η ικανότητά του να κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση εξακολουθεί να βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη μοναδική πολιτική επιρροή του Φάρατζ. Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αλλά και τη μεγαλύτερη αδυναμία του κόμματος.

Η αφήγηση του λαϊκισμού

Λόουν Σόρενσεν, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνίας, University of Leeds

Ο Φάρατζ βασίζεται στη δύναμη της αφήγησης και αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ομιλίας του στο να παρουσιάσει τον εαυτό του ως θύμα. Μίλησε για τη διαρκή στοχοποίησή του από τα μέσα ενημέρωσης, λέγοντας ότι «έτσι με έχουν αντιμετωπίσει», ενώ υποστήριξε πως είναι το πρόσωπο που έχει δεχθεί τις περισσότερες επιθέσεις από τα ΜΜΕ στη σύγχρονη πολιτική ιστορία. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε επιθέσεις και απειλές κατά της ζωής του, όπως όταν, σύμφωνα με τον ίδιο, πλήθος επιτέθηκε στο αυτοκίνητό του.

Ταυτόχρονα, παρουσίασε τον εαυτό του ως σωτήρα, υποστηρίζοντας ότι χωρίς τις δικές του ενέργειες το Brexit δεν θα είχε πραγματοποιηθεί.

Επιχειρώντας να απονομιμοποιήσει τη θέση των Εργατικών, υποστήριξε ότι ο Άντι Μπέρναμ πρόκειται να γίνει πρωθυπουργός χωρίς να έχει εκλεγεί, δημιουργώντας έτσι ένα απλοϊκό σχήμα αντιπαράθεσης ανάμεσα στον «καλό» και τον «κακό».

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο Φάρατζ συγχωνεύει τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και το πολιτικό κατεστημένο σε έναν ενιαίο, προκατειλημμένο μηχανισμό. Δήλωσε ότι «δεν είναι μόνο τα μέσα ενημέρωσης, το ίδιο ισχύει και για τα άλλα πολιτικά κόμματα», αντιμετωπίζοντας ουσιαστικά τα ΜΜΕ σαν να αποτελούν πολιτικό κόμμα. Πρόκειται για μια κλασική λαϊκιστική τακτική, αντίστοιχη με τη γνωστή ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ περί «fake news». Οι λαϊκιστές επιτίθενται συστηματικά στα παραδοσιακά και δημόσια μέσα ενημέρωσης, ενώ παράλληλα οικοδομούν το δικό τους επικοινωνιακό οικοσύστημα, το οποίο μπορούν να ελέγχουν περισσότερο.

Όταν παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης ως τον «κακό» της ιστορίας, κάθε αρνητικό δημοσίευμα λειτουργεί τελικά υπέρ τους. Οποιαδήποτε νομική διαδικασία ή κοινοβουλευτικός έλεγχος μετατρέπεται, στο αφήγημά τους, σε πολιτικά υποκινούμενη επίθεση.

Η συγκεκριμένη κίνηση έμοιαζε εξαιρετικά προσεκτικά σχεδιασμένη, πιθανότατα βασισμένη και σε δημοσκοπικά δεδομένα, που του δίνουν την αυτοπεποίθηση να προχωρήσει. Ο Φάρατζ θα συνεχίσει να παρουσιάζει την επαναληπτική εκλογή ως μια «μικρή εθνική εκλογή», μια αναμέτρηση ανάμεσα στον «λαό» και το «κατεστημένο», αντίστοιχη με την εκστρατεία που πραγματοποίησε ο Άντι Μπέρναμ στο Μέικερφιλντ.


*Ο Tim Bale είναι καθηγητής Πολιτικής στο πανεπιστήμιο Queen Mary του Λονδίνου, η Lone Sorensen είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνία στο πανεπιστήμιο του Λιντς και η Parveen Akhtar είναι επίκουρη καθηγήτρια στο τμήμα Πολιτική, Ιστορία και Διεθνείς Σχέσεις στο Πανεπιστήμιο του Άστον. Το άρθρο της αναδημοσιεύεται αυτούσιο στο Liberal μέσω άδειας Creative Commons από τον ιστότοπο TheConversation.com.

The Conversation