Δεκαέξι χρόνια μετά την τραγωδία που προκάλεσε η φονική εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα τράπεζας επί της οδού Σταδίου, ένα περιστατικό που είχε συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία και είχε οδηγήσει στον θάνατο τριών εργαζομένων - μεταξύ των οποίων και μία έγκυος γυναίκα - η μακροχρόνια έρευνα των αρμόδιων υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας κατέληξε σε καθοριστικές εξελίξεις για την υπόθεση.
Η δικογραφία, η οποία αρχικά είχε αρχειοθετηθεί καθώς οι δράστες παρέμεναν άγνωστοι, επανήλθε στο επίκεντρο των ερευνών μετά από νέα δεδομένα και πληροφορίες που αξιολογήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν σχετικής εισαγγελικής παραγγελίας.
Η υπόθεση ανατέθηκε εκ νέου στο Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας, το οποίο προχώρησε σε εκτεταμένη επανεξέταση όλων των διαθέσιμων στοιχείων. Η αξιοποίηση των νέων ευρημάτων οδήγησε στην ταυτοποίηση των φερόμενων ως εμπλεκομένων προσώπων και στην έκδοση των προβλεπόμενων ενταλμάτων σύλληψης.
Όπως αναφέρεται από την ΕΛ.ΑΣ., κατά τη διάρκεια των σοβαρών επεισοδίων που σημειώθηκαν στο κέντρο της Αθήνας εκείνη την ημέρα, ομάδα ατόμων που συμμετείχε στην πορεία φέρεται να κινήθηκε με οργανωμένο τρόπο προς το τραπεζικό κατάστημα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, τα άτομα αυτά προκάλεσαν θραύση στην κεντρική είσοδο του κτιρίου και στη συνέχεια εκτόξευσαν στο εσωτερικό τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ, καθώς και εύφλεκτη ουσία, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πυρκαγιά η οποία είχε ως τραγική συνέπεια τον θάνατο των τριών εργαζομένων.
Από την αστυνομική διερεύνηση προέκυψε, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ότι τα μέλη της ομάδας δεν έδρασαν τυχαία ή μεμονωμένα, αλλά φέρεται να είχαν κατανεμημένους και διακριτούς ρόλους, τόσο κατά το στάδιο της πραγματοποίησης της επίθεσης όσο και κατά την υποστήριξη και την κάλυψη των ενεργειών τους.
Για την πλήρη ανασύνθεση των γεγονότων και την ταυτοποίηση των εμπλεκομένων χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονες τεχνικές ψηφιακής εγκληματολογικής έρευνας. Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκε εκ νέου λεπτομερής αξιολόγηση και ανάλυση διαθέσιμου οπτικού υλικού, όπως βίντεο και φωτογραφίες από την περιοχή, στοιχεία τα οποία, σύμφωνα με τις αρχές, συνέβαλαν καθοριστικά στον εντοπισμό των προσώπων που συνδέθηκαν με την υπόθεση.
Παράλληλα, κατά τη διάρκεια των ερευνών που πραγματοποιήθηκαν στις κατοικίες των συλληφθέντων, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν ψηφιακά πειστήρια, τα οποία τέθηκαν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών για περαιτέρω εξέταση. Επιπλέον, στην κατοχή ενός εκ των συλληφθέντων βρέθηκε ποσότητα κατεργασμένης κάνναβης, γεγονός που οδήγησε στον σχηματισμό ξεχωριστής δικογραφίας σε βάρος του για παραβίαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών ουσιών.
Ακολουθεί αναλυτικά η ανακοίνωση της Αστυνομίας
Από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος συνελήφθησαν, χθες Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026, δυνάμει σχετικών ενταλμάτων σύλληψης, δύο ημεδαποί, για την εμπλοκή τους στην εμπρηστική επίθεση που είχε σημειωθεί στις 5/5/2010 σε τραπεζικό κατάστημα στην οδό Σταδίου στην Αθήνα και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και μία εγκυμονούσα.
Ειδικότερα, κατά το αρχικό στάδιο διερεύνησης της υπόθεσης είχε σχηματιστεί δικογραφία κατά αγνώστων δραστών, ενώ σε μεταγενέστερο χρόνο η υπόθεση διερευνήθηκε εκ νέου, ύστερα από κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων από το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ζωής και Προσωπικής Ελευθερίας. Κατόπιν παραγγελίας της αρμόδιας Εισαγγελίας, συγκεντρώθηκε νέο προανακριτικό υλικό, με αποτέλεσμα να ανασυρθεί η δικογραφία από το αρχείο αγνώστων δραστών και να διαταχθεί κύρια ανάκριση.
Στο πλαίσιο της κύριας ανάκρισης ταυτοποιήθηκαν δύο άνδρες, αμφότεροι ηλικίας 42 ετών, σε βάρος των οποίων εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης και συνελήφθησαν, ενώ για την ίδια υπόθεση έχει ταυτοποιηθεί και μία γυναίκα, η οποία αναζητείται.
Ως προς το χρονικό της υπόθεσης, την 5η Μαΐου 2010, κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης πορείας στο κέντρο της Αθήνας, ομάδες ατόμων συμμετείχαν σε επεισόδια με ρίψεις μολότοφ και εμπρηστικές επιθέσεις κατά οχημάτων και καταστημάτων.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., ο εμπρησμός του τραπεζικού υποκαταστήματος προκλήθηκε από μέλη οργανωμένης ομάδας, η οποία κινήθηκε στο σώμα της πορείας και, αφού χωρίστηκε σε υποομάδες, επιτέθηκε συντονισμένα στο κτίριο.
Πιο αναλυτικά, οι δύο υποομάδες συγκεντρώθηκαν σε κοντινή απόσταση από το υποκατάστημα της τράπεζας και, μετά από συνεννόηση, ορισμένα άτομα αποκόπηκαν και ενεργώντας συντονισμένα και οργανωμένα προξένησαν την πυρκαγιά, θραύοντας τον υαλοπίνακα της εισόδου και ρίπτοντας στο εσωτερικό τουλάχιστον μία βόμβα μολότοφ και εύφλεκτο υγρό, που επιτάχυνε την εκδήλωση της πυρκαγιάς.
Αποτέλεσμα της εμπρηστικής επίθεσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός τριών εργαζομένων της τράπεζας.
Μετά την εκδήλωση της πυρκαγιάς, η ομάδα απομακρύνθηκε, ενώ ορισμένα από τα μέλη της, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, συμμετείχαν και σε άλλες επιθέσεις σε βάρος οχημάτων, καταστημάτων και κτιρίων.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, η ομάδα είχε εσωτερική κατανομή ρόλων. Ορισμένα άτομα είχαν ενεργό εκτελεστικό ρόλο (θραύση υαλοπίνακα και ρίψη εμπρηστικών μηχανισμών), ενώ άλλα είχαν συντονιστικό και υποστηρικτικό ρόλο, συμβάλλοντας στην προετοιμασία, την προστασία και την επιχειρησιακή υποστήριξη της επίθεσης.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης αξιοποιήθηκαν ιατροδικαστικά, αυτοψιακά και εργαστηριακά ευρήματα, ενώ, σύμφωνα με την Πυροσβεστική Υπηρεσία και το Τμήμα Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών, η πυρκαγιά προκλήθηκε από τη ρίψη αυτοσχέδιων εμπρηστικών μηχανισμών τύπου μολότοφ.
Επιπλέον, εξετάστηκαν βιντεοληπτικά και φωτογραφικά αρχεία, καθώς και φωτογραφίες που είχαν εξαχθεί από ψηφιακό πειστήριο το οποίο είχε κατασχεθεί στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης που είχε χειριστεί στο παρελθόν η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών εφάρμοσε προηγμένες μεθοδολογίες ψηφιακής ανάλυσης, μέσω των οποίων ανακτήθηκαν δεδομένα από το σύστημα καταγραφής βίντεο του τραπεζικού καταστήματος και προσδιορίστηκε με ακρίβεια το χρονικό στίγμα της εμπρηστικής επίθεσης.
Παράλληλα, βελτιώθηκε, όπου ήταν τεχνικά εφικτό, η ευκρίνεια του παλαιού οπτικού υλικού, το οποίο επανεξετάστηκε με βάση τη χρονολογική αλληλουχία των καταγεγραμμένων καρέ. Από τη διαδικασία αυτή προέκυψε, κατά την ΕΛ.ΑΣ., τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών χαρακτηριστικών των κατηγορουμένων, καθώς και ταυτοποίηση προσωπικών αντικειμένων τους σε συνδυασμό με το αποδεικτικό υλικό.
Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στις οικίες των εμπλεκομένων κατασχέθηκαν πλήθος ψηφιακών πειστηρίων (φορητοί υπολογιστές, USB, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, κινητά τηλέφωνα κ.ά.).
Επίσης, στην κατοικία του ενός από τους δύο συλληφθέντες εντοπίστηκε κατεργασμένη κάνναβη (μορφής «σοκολάτας») μικτού βάρους 18,6 γραμμαρίων, με αποτέλεσμα να σχηματιστεί σε βάρος του αυτοτελής δικογραφία για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.
Οι δύο συλληφθέντες, εκ των οποίων ο ένας είχε απασχολήσει στο παρελθόν για παράβαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.
