Κ. Αλεξάκης: Το Ιράν αγόρασε χρόνο με την εκεχειρία - Γιατί η κατάσταση παραμένει εύθραυστη
AP
AP

Κ. Αλεξάκης: Το Ιράν αγόρασε χρόνο με την εκεχειρία - Γιατί η κατάσταση παραμένει εύθραυστη

Για την αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησε στην εύθραυστη εκεχειρία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν, αλλά και για τον ρόλο που διαδραματίζει το Πακιστάν στο διπλωματικό επίπεδο μιλάει στο Liberal o Αντιστράτηγος ε.α. και στρατηγικός αναλυτής, Κωνσταντίνος Αλεξάκης. O κ. Αλεξάκης υπογραμμίζει πως το Ιράν με την εκεχειρία, «κάνει αγορά χρόνου» ενώ εξηγεί και τους παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην κατάρρευσή της. 

Συνέντευξη στον Κώστα Βλάχο

Πώς οδηγηθήκαμε στην εκεχειρία λίγες ώρες πριν την εκπνοή του τελεσιγράφου Τραμπ και ενώ όλες οι διπλωματικές πρωτοβουλίες φαινόταν ότι οδηγούνται σε αδιέξοδο; Ποιος ο ρόλος του Ισραήλ στις διαπραγματεύσεις;

Η εκεχειρία δεν ήρθε επειδή οι διαπραγματεύσεις «ωρίμασαν». Ήρθε επειδή η εναλλακτική — η λεγόμενη «Τρίτη των Ηλεκτροπαραγωγικών Σταθμών» — είχε κόστος που κανείς δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει. Το τελεσίγραφο του Προέδρου Τραμπ λειτούργησε ως εργαλείο εξαναγκασμού μέσω στρατιωτικής απειλής στην πιο ωμή εκδοχή του: η απειλή πλήρους ισοπέδωσης ενεργειακών υποδομών και γεφυρών δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας.

Ωστόσο, η Τεχεράνη δεν «λύγισε» — έκανε στρατηγική επιλογή. Η εκεχειρία αποτελεί αγορά χρόνου, όχι αποδοχή ήττας. Το Ιράν συμφώνησε στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ για δύο εβδομάδες, αλλά υπό δικούς του όρους: στρατιωτική επίβλεψη και τέλη διέλευσης 2 εκατομμυρίων δολαρίων ανά πλοίο. Μετέτρεψε δηλαδή μια υποτιθέμενη υποχώρηση σε μηχανισμό εσόδων και κυριαρχικής αξίωσης.

Από τη δυτική πλευρά, η πίεση ήταν εξίσου πραγματική: πετρέλαιο πάνω από 100 δολάρια το βαρέλι, δημοτικότητα Τραμπ στο ιστορικό χαμηλό 36%, εξάντληση πυρομαχικών ακριβείας, δημόσια αμφισβήτηση από πρώην ηγέτες του αμυντικού κατεστημένου. Ο Τραμπ δεν σταμάτησε επειδή δεν μπορούσε να κλιμακώσει. Σταμάτησε επειδή το κόστος της συνέχισης είχε αρχίσει να ξεπερνά το όφελος.

Εδώ ενεργοποιείται η πραγματική εξίσωση — αυτό που κατά την εκτίμησή μου αποτελεί τον κεντρικό μηχανισμό αυτής της σύγκρουσης: η διαφορετική ανοχή στον πόνο — δηλαδή ποια πλευρά μπορεί να αντέξει μεγαλύτερη φθορά πριν αναγκαστεί να υποχωρήσει. Η Τεχεράνη ποντάρισε ότι η ιρανική κοινωνία, μετά από δεκαετίες εξαθλίωσης, μπορεί να αντέξει τον πόνο του πολέμου περισσότερο από ό,τι οι δυτικές κοινωνίες μπορούν να απορροφήσουν τιμές πετρελαίου στα 100+ δολάρια και τις πολιτικές αναταράξεις που αυτές φέρνουν. Και όταν μια υπερδύναμη, λίγο πριν χτυπήσει ακόμα σφοδρότερα, επιλέγει να σταματήσει και να διαπραγματευτεί — δεν είναι επειδή δεν μπορεί να κλιμακώσει. Είναι επειδή το κόστος της συνέχισης αρχίζει να ξεπερνά το όφελος.

Ο ρόλος του Ισραήλ ήταν αμφίσημος — και αυτό αποκαλύπτει τη βαθύτερη ρωγμή εντός της συμμαχίας. Η κυβέρνηση Νετανιάχου αποδέχθηκε την εκεχειρία με το Ιράν, αλλά ξεκαθάρισε ότι δεν καλύπτει τον Λίβανο — και αμέσως μετά εκτέλεσε πάνω από 100 συντονισμένα πλήγματα κατά της Χεζμπολάχ σε 10 λεπτά. Πρακτικά, μετέφερε το βάρος των επιχειρήσεων: η εκεχειρία με το Ιράν απελευθέρωσε πόρους για τον Λίβανο. Πίσω από αυτό κρύβονται δύο ασυμβίβαστα στρατηγικά μοντέλα: η αμερικανική επιδίωξη πραγματιστικής συμφωνίας πριν τις ενδιάμεσες εκλογές, έναντι της ισραηλινής στρατηγικής ολοκληρωτικής αποδόμησης.

Ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κατάρρευση μιας τέτοιας εκεχειρίας;

Η εκεχειρία είναι δομικά εύθραυστη — και αυτό δεν αποτελεί εικασία αλλά δομική ανάλυση. Τέσσερις κυρίως παράγοντες απειλούν τη διάρκειά της.

Πρώτον, η ισραηλινή αυτονομία δράσης. Η εκεχειρία αφορά τη σχέση ΗΠΑ–Ιράν. Η κυβέρνηση Νετανιάχου έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν δεσμεύεται ως προς τον Λίβανο, και η ισραηλινή αντιπολίτευση χαρακτηρίζει ήδη τη συμφωνία «πολιτική καταστροφή». Μια ισραηλινή κλιμάκωση στον Λίβανο ή ένα νέο πλήγμα κατά ιρανικών στόχων θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες εντός ωρών. Πίσω από αυτό κρύβεται ένα κλασικό δίλημμα συμμαχιών: ο κίνδυνος παρασυρμού σε κλιμάκωση έναντι του κινδύνου εγκατάλειψης.

Δεύτερον, η εσωτερική δυναμική εκατέρωθεν. Στο Ιράν, οι σκληροπυρηνικοί του Σώματος Φρουρών (IRGC) θεωρούν κάθε υποχώρηση αδυναμία. Η αποκεντρωμένη δομή τους — 31 ημιαυτόνομες επαρχιακές διοικήσεις — σημαίνει ότι αυτόνομες ενέργειες χωρίς πολιτική κάλυψη αποτελούν πραγματικό κίνδυνο. Στις ΗΠΑ, η εκεχειρία αντιμετωπίζεται από μερίδα ως αποτυχία. Και οι δύο ηγέτες αντιμετωπίζουν εσωτερικές πιέσεις προς κλιμάκωση.

Τρίτον, η ασυμβατότητα στρατηγικών στόχων. Οι ΗΠΑ ζητούν πλήρη αποπυρηνικοποίηση — το αμερικανικό σχέδιο περιλαμβάνει 15 σημεία. Η ιρανική αντιπρόταση περιλαμβάνει 5: παύση δολοφονιών, αποζημιώσεις, αναγνώριση κυριαρχίας στον Ορμούζ. Η απόσταση δεν γεφυρώνεται σε 14 ημέρες. Ουσιαστικά, οι δύο πλευρές δεν ορίζουν καν την ίδια «νίκη» — και χωρίς κοινό ορισμό, η εκεχειρία λειτουργεί ως παρένθεση, όχι ως γέφυρα.

Τέταρτον, ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται: η μετατόπιση του νομικού καθεστώτος στο Ορμούζ. Η ψήφιση νόμου για «Σχέδιο Διαχείρισης Στενών Ορμούζ» και η απαίτηση πληρωμής τελών σε κινεζικό γουάν αποτελούν ευθεία πρόκληση στο σύστημα του πετροδολαρίου. Τα Στενά μετατράπηκαν από σημείο ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε σημείο εξαναγκασμού. Αν οι ΗΠΑ αντιδράσουν σε αυτή τη μετατόπιση, η εκεχειρία μπορεί να καταρρεύσει χωρίς καν στρατιωτικό συμβάν — μέσω νομικής σύγκρουσης.

Τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ιράν λένε ότι έχουν κερδίσει τον πόλεμο. Τι ισχύει στην πραγματικότητα από στρατηγική προσέγγιση; Ποιοι στόχοι της κάθε πλευράς επετεύχθησαν;

Και οι δύο πλευρές λένε αλήθεια — αλλά για εντελώς διαφορετικούς πολέμους. Και αυτό ακριβώς αποτελεί τον πυρήνα του προβλήματος.

Στο πεδίο της μάχης, η υπεροχή ΗΠΑ–Ισραήλ είναι αδιαμφισβήτητη: πάνω από 10.000 πλήγματα, 92% του ναυτικού του Σώματος Φρουρών (IRGC) εξουδετερωμένο, δύο τρίτα των εγκαταστάσεων πυραύλων κατεστραμμένα, εξόντωση διοικητή Tangsiri. Αυτά είναι μετρήσιμα, αδιαμφισβήτητα, πραγματικά.

Στο στρατηγικό πεδίο όμως — εκεί που κρίνεται πραγματικά ένας πόλεμος — η εικόνα αντιστρέφεται. Μετά από πέντε εβδομάδες, ο θεσμικός πυρήνας του Ιράν δεν κατέρρευσε. Κατά την εκτίμησή μου, αυτό ήταν αναμενόμενο: αντιμετωπίζουμε ένα σύστημα στρατηγικής ανθεκτικότητας που δεν σχεδιάστηκε για να κερδίσει στο πεδίο, αλλά για να αντέξει στον χρόνο. Το σύστημα στηρίζεται σε τέσσερις αλληλοεξαρτώμενους πυλώνες: θεσμικό (πολυεπίπεδη ιεραρχία IRGC και παραστρατιωτικών δικτύων Basij που διασφαλίζει συνέχεια ακόμα και αν η ηγεσία εξουδετερωθεί), γεωοικονομικό (διασύνδεση με Κίνα, Ινδία, Ρωσία), στρατιωτικό (η «μωσαϊκή άμυνα» με 31 ημιαυτόνομες διοικήσεις), και κοινωνικό (δίκτυα αλληλεγγύης, εθνικισμός, η ανάγκη μιας κοινωνίας υπό πίεση να διατηρεί τη συλλογική ταυτότητά της). Κανένας δεν κατέρρευσε.

Κρίσιμη παρατήρηση: η κεντρική εκτίμηση είναι ότι η ανθεκτικότητα αποτελεί τον πυρήνα ισχύος του ιρανικού συστήματος — αλλά πρόκειται για πυρήνα που δεν πλήττεται με τα εργαλεία σκληρής ισχύος. Αντιθέτως, σε σύστημα σχεδιασμένο να λειτουργεί υπό πίεση, η πίεση ενεργοποιεί, νομιμοποιεί και ενισχύει τους μηχανισμούς συνοχής. Η εκεχειρία αποτελεί ίσως την πιο εμφατική επιβεβαίωση αυτού του μηχανισμού.

Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται ένα δομικό πρόβλημα στη δυτική πλευρά: η υπερβολική εξάρτηση από τη στρατιωτική συνιστώσα σε βάρος των υπόλοιπων εργαλείων κρατικής ισχύος — διπλωματία (D), πληροφοριακές επιχειρήσεις (I), στρατιωτική ισχύς (M), οικονομία (E) — γνωστά στην ορολογία ως DIME. Η διπλωματία παραμένει ανενεργή, η πληροφοριακή επιχείρηση αποδείχθηκε εντυπωσιακή τεχνικά αλλά αναποτελεσματική στρατηγικά, και η συμμαχική συνοχή διαβρώνεται. Ακόμα και η ίδια η αμερικανική στρατιωτική θεώρηση αναγνωρίζει ρητά ότι «η στρατιωτική δύναμη δεν αρκεί από μόνη της». Η ανεπάρκεια δεν βρίσκεται στην εκτέλεση — βρίσκεται στη σύλληψη.

Το βασικό στρατηγικό ερώτημα δεν είναι «ποιος κέρδισε» αλλά «ποιος πέτυχε τους στόχους του». Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν με στόχο ταχεία αποσταθεροποίηση, πιθανή αλλαγή καθεστώτος, αποπυρηνικοποίηση. Κανένα δεν επετεύχθη. Το Ιράν ξεκίνησε με στόχο επιβίωση — και μέχρι στιγμής κρατά. Σε συγκρούσεις αυτού του είδους, η μη ήττα ισοδυναμεί με στρατηγική επιτυχία.

Γιατί ανέλαβε την πρωτοβουλία για τις διαπραγματεύσεις το Πακιστάν και ποιος ο ρόλος του στην τελική απόφαση για εκεχειρία;

Η επιλογή του Πακιστάν δεν είναι τυχαία — ανταποκρίνεται σε μια πολύ συγκεκριμένη στρατηγική ανάγκη: τη δεκτικότητα και των δύο πλευρών, σε στιγμή που κανένα απευθείας κανάλι δεν λειτουργούσε.

Το Πακιστάν διαθέτει τρία χαρακτηριστικά που το καθιστούν μοναδικά κατάλληλο.

Πρώτον, αποδεκτότητα: πυρηνικό μουσουλμανικό κράτος, μέλος του ισλαμικού κόσμου, αλλά ταυτόχρονα παραδοσιακός εταίρος των ΗΠΑ. Δεν ανήκει σε κανένα στρατόπεδο — και ακριβώς αυτό χρειαζόταν.

Δεύτερον, γεωγραφική εγγύτητα και κοινό σύνορο. Ένα Ιράν υπό κατάρρευση δημιουργεί άμεσο προσφυγικό, ασφαλειακό και ενεργειακό πρόβλημα στο Πακιστάν. Η μεσολάβηση δεν αποτελεί αλτρουισμό — αποτελεί εθνικό συμφέρον.

Τρίτον, αποδεδειγμένα κανάλια επικοινωνίας — θρησκευτικοί, εμπορικοί, μειονοτικοί δεσμοί με Τεχεράνη· στρατιωτική συνεργασία, πληροφοριακοί δίαυλοι με Ουάσιγκτον. Προσέφερε αυτό που η διπλωματία χρειάζεται πιο πολύ σε αυτές τις συνθήκες: ένα τηλέφωνο που σηκώνουν και οι δύο.

Δεν πρέπει να υποτιμηθεί και το πυρηνικό υπόβαθρο: ένα πυρηνικό κράτος που μεσολαβεί σε σύγκρουση με πυρηνική διάσταση «κατανοεί τη γλώσσα». Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι τα πλήγματα κατά πυρηνικών εγκαταστάσεων, αντί να αποτρέψουν, ενδέχεται να επιταχύνουν τη βούληση απόκτησης πυρηνικού όπλου — και ο Γενικός Διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA) επιβεβαίωσε ρητά ότι μέρη του προγράμματος θα παραμείνουν. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσία πυρηνικού μεσολαβητή που κατανοεί τα υπαρξιακά ρίσκα ήταν κάτι που καμία ευρωπαϊκή πρωτεύουσα δεν μπορούσε να προσφέρει.

Σε ποιο βαθμό η εκεχειρία δύο εβδομάδων θα μπορούσε να σημάνει το οριστικό τέλος του πολέμου και στη μακροπρόθεσμη στρατηγική αποκλιμάκωση στην περιοχή;

Η σύντομη απάντηση είναι: δύσκολα. Η μακροσκελέστερη εξηγεί γιατί.

Η εκεχειρία δεν αντιμετωπίζει κανέναν από τους δομικούς παράγοντες της σύγκρουσης. Αυτό που παρατηρούμε εδώ και 45 χρόνια είναι ένας κύκλος «πίεση → ανθεκτικότητα → προσαρμογή → νέα πίεση». Η επιχείρηση Epic Fury δεν ξεκίνησε νέο πόλεμο — κλιμάκωσε στρατιωτικά μια σύγκρουση χαμηλής έντασης που υφίστατο ήδη επί δεκαετίες: κυρώσεις, πληρεξούσιοι, κυβερνοεπιθέσεις, ενεργειακός εξαναγκασμός. Ακόμη κι αν η εκεχειρία οδηγήσει σε κάποια μορφή συμφωνίας, ο ανταγωνισμός θα συνεχιστεί σε άλλα πεδία.

Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Το Ιράν ακολουθεί στρατηγική πυρηνικής αμφισημίας — αναπτύσσει δηλαδή την τεχνική ικανότητα να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο, χωρίς να προχωρά στην κατασκευή του. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: αν η δυτική πλευρά ερμηνεύσει τα πλήγματα ως «εξαλείψαμε την απειλή», ενώ η Τεχεράνη τα ερμηνεύσει ως «μόνο η πυρηνική αποτροπή εγγυάται επιβίωση», τότε η ίδια δράση παράγει αντίθετα συμπεράσματα στις δύο πλευρές.

Ταυτόχρονα, υπάρχει μια βαθιά ασυμμετρία στον τρόπο που κάθε πλευρά βιώνει το κόστος, που δημιουργεί κίνδυνο πρόωρης αποδέσμευσης: τα δυτικά κόστη είναι οξέα αλλά ορατά — μετριούνται σε δημοσκοπήσεις και τιμές βενζίνης. Τα ιρανικά κόστη είναι χρόνια αλλά κρυφά — λειτουργούν υπογείως και εκδηλώνονται απότομα. Ο σχεδιαστής πολιτικής βλέπει το δικό του κόστος και αγνοεί ρωγμές στο αντίπαλο σύστημα που δεν είναι ορατές.

Για την Ελλάδα και τον ευρωπαϊκό χώρο, η εμπειρία αυτή υπερβαίνει κατά πολύ την τρέχουσα κρίση. Αναδεικνύει πραγματικότητες που αφορούν άμεσα τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο: ότι η στρατιωτική ισχύς δεν εγγυάται πολιτικό αποτέλεσμα, ότι η τεχνολογική υπεροχή δεν αντικαθιστά τη στρατηγική αρχιτεκτονική αποφάσεων, και ότι σε περιβάλλον μη γραμμικών απειλών — από το Ιράν ως τη «Γαλάζια Πατρίδα» — ο τελικός ρυθμιστής δεν είναι ο αριθμός των πληγμάτων αλλά ο έλεγχος του αφηγήματος. Ποιος μετατρέπει τα στρατιωτικά αποτελέσματα σε σταθερή πολιτική πραγματικότητα — αυτός κερδίζει.


* Ο Κωνσταντίνος Αλεξάκης είναι Αντιστράτηγος ε.α. Επίτιμος Διοικητής Διακλαδικής Διοίκησης Ειδικών Επιχειρήσεων (JSOC), MA in Strategic Security Studies · NDU-CISA, Irregular Warfare and Security Policy.