Στην Ελλάδα του 2026, η κεντροαριστερά κοίταξε όλα τα μεγάλα προβλήματα της χώρας και αποφάσισε να δώσει μάχη για το εισιτήριο του λεωφορείου. Ο Αλέξης Τσίπρας πρότεινε δωρεάν μετακινήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη για όλους πλην τουριστών, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 200 έως 250 εκατομμύρια ευρώ. Ο Νίκος Ανδρουλάκης εμφανίστηκε ως πιο «υπεύθυνη» εκδοχή της ίδιας ιδέας, προτείνοντας δωρεάν μετακίνηση μόνο για τους νέους έως 24 ετών σε Αττική και Θεσσαλονίκη.
Η διαφορά τους δεν είναι ιδεολογική. Είναι λογιστική. Ο ένας υπόσχεται μεγαλύτερο δώρο. Ο άλλος μικρότερο. Και οι δύο όμως παίζουν το ίδιο παιχνίδι. Παρουσιάζουν ως κοινωνική πολιτική την απλή μεταφορά του λογαριασμού από τον επιβάτη στον φορολογούμενο.
Δωρεάν συγκοινωνίες δεν υπάρχουν. Υπάρχουν συγκοινωνίες που πληρώνει κάποιος άλλος. Τις πληρώνει ο εργαζόμενος της επαρχίας που δεν έχει μετρό. Τις πληρώνει ο μικρομεσαίος που ήδη παλεύει με φόρους, εισφορές και ενέργεια. Τις πληρώνει ο νέος των 25 ετών, που για ένα χρόνο χάνει το προνόμιο και παίρνει τον λογαριασμό. Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Είναι ηθικολογημένος πελατειασμός.
Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι ότι το εισιτήριο του ΟΑΣΑ, με βασική τιμή 1,40 ευρώ για 90 λεπτά, συντρίβει την ελληνική κοινωνία. Το πρόβλημα είναι ότι οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, η παραγωγικότητα υστερεί, οι επενδύσεις δεν επαρκούν και σημαντικό μέρος του κράτους εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την ανάπτυξη ως απειλή που χρειάζεται άδεια, σφραγίδα και επιδότηση.
Υπάρχουν δύο Ελλάδες. Η μία θέλει να γίνουμε όλοι πλουσιότεροι, ώστε το εισιτήριο, το ρεύμα, το ενοίκιο και το σούπερ μάρκετ να μην αποτελούν πηγή προβληματισμού για τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Η άλλη θέλει πολίτες ευγνώμονες για την απλοχεριά των πολιτικών με τα λεφτά των φορολογουμένων. Η πρώτη μιλά για επενδύσεις, δουλειές, ανταγωνισμό, θεσμούς και λιγότερα εμπόδια. Η δεύτερη μοιράζει μικρά προνόμια και εξαγοράζει πολιτικό χειροκρότημα.
Δεν είναι καν πρωτότυποι. Αντιγράφουν τη διεθνή μόδα του λαϊκιστικού σοσιαλισμού όπως έκαναν όταν ο πλανήτης κινούνταν σε ρυθμούς Ομπάμα. Στη Νέα Υόρκη, ο Ζόραν Μαμντάνι, το νέο αστέρι της παγκόσμιας αριστεράς, έκανε σημαία τις δωρεάν συγκοινωνίες. Όταν όμως η προεκλογική έπαρση συνάντησε τον προϋπολογισμό, η καθολική υπόσχεση έγινε περιορισμένο πιλοτικό πρόγραμμα και αναβολή. Δεν την εγκατέλειψε ρητά. Την προσγείωσε εκεί όπου προσγειώνονται πάντα οι σοσιαλιστικές ευκολίες: στο ταμείο.
Η σοβαρή πολιτική δεν ρωτά μόνο ποιος ωφελείται σήμερα. Ρωτά ποιος πληρώνει αύριο. Ρωτά αν το μέτρο βελτιώνει την υπηρεσία ή απλώς καταργεί την τιμή της. Ρωτά αν τα λεωφορεία θα έρχονται συχνότερα, αν οι συρμοί θα είναι ασφαλέστεροι, αν οι συγκοινωνίες θα γίνουν αξιόπιστες. Ο πολίτης δεν χρειάζεται μόνο δωρεάν είσοδο σε ένα κακό σύστημα. Χρειάζεται καλύτερο σύστημα και υψηλότερο εισόδημα.
Από όλα τα ζητήματα της ανάπτυξης, η κεντροαριστερά διάλεξε το πιο εύκολο. Όχι φορολογική μεταρρύθμιση. Όχι απελευθέρωση παραγωγικών δυνάμεων. Όχι σοβαρό σχέδιο για φθηνότερη στέγη μέσω περισσότερης προσφοράς. Όχι καλύτερες δουλειές. Διάλεξε το εισιτήριο.
Αυτός είναι ο φτηνός συγκοινωνιακός λαϊκισμός. Δεν υπόσχεται οικονομική ανεξαρτησία. Υπόσχεται έκπτωση και παροχές. Και σε μια χώρα που χρειάζεται άλμα πλούτου, αυτή είναι μια εξαιρετικά φτωχή φιλοδοξία.
